ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Οι περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμοι του 1967 έως (Αρ. 2) του 2001 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμοι του 1967 μέχρι (Αρ. 2) του 2001.

Ερμηνεία

2. Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν εκ του κειμένου προκύπτη διάφορος έννοια-

"άδεια για λόγους ανωτέρας βίας" σημαίνει την άδεια για λόγους ανωτέρας βίας η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με τον περί Γονικής Άδειας και Άδειας για λόγους Ανωτέρας Βίας Νόμο του 2002·

"Γονική άδεια" σημαίνει τη γονική άδεια η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με τον περί Γονικής Άδεια και Άδειας για λόγους Ανωτέρας Βίας Νόμο του 2002·

"Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών" σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 12 των περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1973 καθιδρυθέν Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών·

"εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·

"Εργατικόν Συμβουλευτικόν Σώμα" σημαίνει το υπό του Υπουργού καθιδρυθέν δυνάμει του περί Ωρών Απασχολήσεως Νόμου Σώμα ίνα συμβουλεύη επί εργατικών ζητημάτων και συνιστάμενον εκ μελών αντιπροσωπευόντων εργοδότας και εργοδοτουμένους αντιστοίχως, υπό την προεδρίαν του Υπουργού·

"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας·

Νοείται ότι ο όρος "εργοδοτούμενος" περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, και εργάζεται στην εταιρεία αυτή, όχι όμως με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου.

Ίνα αποφευχθή οιαδήποτε αμφιβολία περί την ερμηνείαν του ορισμού "εργοδοτούμενος" του άρθρου 2 του βασικού νόμου διά του παρόντος δηλούται ότι εις τον ορισμόν τούτον περιλαμβάνεται και παν πρόσωπον απασχολούμενον μονίμως ή προσωρινώς εις οργανικήν ή άλλην θέσιν παρ' οιωδήποτε νομικώ προσώπω δημοσίου δικαίου ή παρ' οιωδήποτε οργανισμώ δημοσίου δικαίου άνευ νομικής προσωπικότητος, ιδρυομένω προς το δημόσιον συμφέρον.

"ημερομίσθιον" περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1979, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμών·

"ορισθείσα ημέρα" σημαίνει την διά γνωστοποιήσεως, δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, ορισθείσαν υπό του Υπουργικού Συμβουλίου ημέραν ενάρξεως της υπό εργοδοτών καταβολής εισφορών δυνάμει του παρόντος Νόμου·

"πληρωμή λόγω πλεονασμού" σημαίνει πληρωμήν εκ του Ταμείου ή οιανδήποτε πληρωμήν γενομένην εν όλω ή εν μέρει, δυνάμει της επιφυλάξεως του εδαφίου (3) του άρθρου 16, εις εργοδοτούμενον του οποίου η απασχόλησις ετερματίσθη λόγω του ότι ούτος ήτο πλεονάζων·

"συντάξιμη ηλικία" σημαίνει τη συντάξιμη ηλικία όπως αυτή ορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1990·

"Ταμείον" σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 24 συσταθέν υπό του Υπουργικού Συμβουλίου Ταμείον διά πλεονάζον προσωπικόν·

"Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργόν Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.