Γενικές διατάξεις ως προς τις απαντήσεις και διαδικασία σε όλες τις δίκες, συνοπτικές και μη
Αίτηση σε κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο

62. Το πρόσωπο που θα δικαστεί βάσει κατηγορητηρίου ή κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, όταν είναι παρόν, τοποθετείται ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς δεσμά εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά και το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο διαβάζεται σε αυτό από το Δικαστή ή άλλο λειτουργό του Δικαστηρίου, ο οποίος δύναται, αν είναι αναγκαίο, να εξηγήσει το ζήτημα και το περιεχόμενο του, και το πρόσωπο αυτό καλείται να απαντήσει σε αυτό αμέσως:

Νοείται ότι ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει να ζητήσει όπως εφοδιαστεί με αντίγραφο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και το Δικαστήριο μεριμνά ώστε να εφοδιαστεί αυτός με τέτοιο αντίγραφο ή αυτός δύναται να ζητήσει παράταση χρόνου για να απαντήσει και το Δικαστήριο δύναται να παραχωρήσει παράταση χρόνου υπό τέτοιους όρους ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.

Παρουσία κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της δίκης

63.-(1) Ο κατηγορούμενος δικαιούται να είναι παρών στο Δικαστήριο καθόλη τη διάρκεια της δίκης εφόσον συμπεριφέρεται ευπρεπώς.

(2) Αν ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρεται ευπρεπώς, το Δικαστήριο δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία, να διατάξει όπως ο κατηγορούμενος μεταφερθεί και παραμείνει υπό κράτηση και να συνεχίσει τη δίκη στην απουσία του προβαίνοντας σε τέτοιες διευθετήσεις οι οποίες κατά την κρίση του φαίνονται επαρκείς για την ενημέρωση του κατηγορούμενου για όσα ανταλλάχτηκαν κατά τη δίκη και για την προετοιμασία της υπεράσπισης του.

(3) Το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό κατάλληλο, να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να παραμένει εκτός του Δικαστηρίου καθόλη τη διάρκεια ή μέρος της δίκης, με τέτοιους όρους ως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.

Ορισμός δικηγόρου από Δικαστήριο

64.-(1) Το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου δικάζεται κατηγορούμενος βάσει κατηγορητηρίου ή κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο ή κατά την ακροαματική διαδικασία έφεσης από απόφαση Κακουργιοδικείου, δύναται να ορίσει δικηγόρο για να υπερασπίσει τον κατηγορούμενο ή τον εφεσείοντα, ανάλογα με την περίπτωση, αν η σοβαρότητα, η δυσκολία ή άλλα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν αυτό επιθυμητό προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και το Δικαστήριο πρέπει να ορίσει δικηγόρο για να υπερασπίσει μη υπερασπιζόμενο πρόσωπο το οποίο δικάζεται για ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με θανατική ποινή.

(2) Δικηγόρος που ορίστηκε από το Δικαστήριο λαμβάνει από το δημόσιο ταμείο τέτοια αμοιβή, την οποία το Δικαστήριο, τηρούμενης της γενικής διαταγής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήθελε χορηγήσει.

Διερμηνεία μαρτυρίας στον κατηγορούμενο

65.-(1) Όταν μαρτυρία δίνεται σε γλώσσα μη κατανοητή από τον κατηγορούμενο και αυτός είναι παρών, αυτή διερμηνεύεται σε αυτόν σε δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν:

Νοείται ότι όταν αυτός υπερασπίζεται από δικηγόρο η διερμηνεία δύναται, με τη συναίνεση του δικηγόρου και την έγκριση του Δικαστηρίου, να παραλειφθεί.

(2) Όταν καταθέτονται έγγραφα για σκοπούς τυπικής απόδειξης, επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η διερμηνεία τόσου μέρους αυτών όπως φαίνεται αναγκαίο.

(3) Το Δικαστήριο δύναται να ελέγξει την ικανότητα του διερμηνέα με τέτοιο τρόπο όπως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο και δύναται να επάγει σε αυτόν όρκο, όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο, ότι αυτός καλώς και αληθώς θα εκτελέσει τη διερμηνεία.

Ένσταση στο κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο

66. Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.

Απαντήσεις στο κατηγορητήριο

67. Όταν ο κατηγορούμενος κληθεί να απαντήσει, αυτός δύναται να ομολογήσει ή όχι ενοχή ή να κάμει οποιαδήποτε ειδική απολογία όπως καθορίζεται στο άρθρο 69 του Νόμου αυτού και η απάντηση του καταχωρείται από το Δικαστήριο.

Ομολογία ή μη ενοχής

68.-(1) Αν ο κατηγορούμενος ομολογήσει ενοχή και το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι αυτός αντιλήφθηκε το χαρακτήρα της απάντησης του, αυτό προχωρεί ωσάν ο κατηγορούμενος να είχε καταδικαστεί με απόφαση του Δικαστηρίου.

(2) Αν ο κατηγορούμενος δεν ομολογεί ενοχή, το Δικαστήριο προχωρεί στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, κατά τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 74.

(3) Αν ο κατηγορούμενος αρνείται, ή δεν απαντά αμέσως ή λόγω σωματικής αναπηρίας είναι ανίκανος να απαντήσει, το Δικαστήριο προχωρεί με τον ίδιο τρόπο ωσάν αυτός δεν ομολόγησε ενοχή.

Ειδικές απαντήσεις

69.-(1) Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί-

(α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα

(β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα

(γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα.

(2) Αν καθένας από τους ισχυρισμούς των παραγράφων (β) ή (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι.

Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό, ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής, ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.

Ψυχική διαταραχή κατηγορουμένου

70.-(1) Αν κατά τη δίκη οποιουδήποτε προσώπου εγείρεται το ερώτημα, είτε εκ μέρους της υπεράσπισης είτε εκ μέρους οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου μέρους στη διαδικασία είτε εκ μέρους του δικαστηρίου, κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι ανίκανος λόγω ψυχικής διαταραχής σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου να παρακολουθήσει τη διαδικασία, το δικαστήριο, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) δύναται να διατάξει τη διεξαγωγή έρευνας, για να εξακριβώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική διαταραχή που τον καθιστά ανίκανο να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Αν, μετά τη διεξαγωγή της έρευνας, το δικαστήριο είναι της γνώμης ότι ο κατηγορούμενος είναι πράγματι ανίκανος να παρακολουθήσει τη διαδικασία, τότε διατάσσει αυτός να-

(α) Κρατηθεί σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο σύνηθες ή ασφαλούς κράτησης για τη νοσηλεία ψυχικά ασθενών προσώπων για χρονική περίοδο όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (5)0 ή

(β) τεθεί υπό παρακολούθηση ψυχιάτρου για την παροχή της αναγκαίας νοσηλείας, μέχρις ότου βελτιωθεί η κατάσταση του σε σημείο που να δύναται να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή αναβάλλει την υπόθεση για χρονικά διαστήματα τα οποία στο σύνολο τους δεν υπερβαίνουν τους τέσσερις μήνες. Αν στο τέλος της περιόδου αυτής ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να μην είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη διαδικασία, το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α).

(2) Το δικαστήριο προτού διατάξει τη διεξαγωγή έρευνας βεβαιώνεται ότι υπάρχουν καταθέσεις και τυχόν άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εύλογα στοιχειοθετούν το αδίκημα με το οποίο βαρύνεται ο κατηγορούμενος. Για το σκοπό αυτό το δικαστήριο επιθεωρεί και μελετά στην παρουσία του κατηγορουμένου ή του δικηγόρου του όλες τις καταθέσεις και τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση της κατηγορούσας αρχής, επί των οποίων στηρίζεται η κατηγορία.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο κρίνει ότι η διαθέσιμη εναντίον του κατηγορουμένου μαρτυρία και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δε στοιχειοθετούν το αδίκημα, απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες με τις οποίες βαρύνεται, ως αν αυτές να είχαν αποσυρθεί δυνάμει του άρθρου 92 του παρόντος Νόμου, προτού κληθεί ο κατηγορούμενος να απαντήσει στο κατηγορητήριο, ανεξάρτητα αν ο κατηγορούμενος απάντησε ή όχι στο κατηγορητήριο.

(4) Στις περιπτώσεις που πρόσωπο αθωώνεται κατόπιν δίκης δυνάμει του άρθρου 12 του Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο καταγράφει στην απόφαση του ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που συνιστά το αδίκημα, αλλά αθωώνεται λόγω ψυχικής διαταραχής και ακολούθως εκδίδει διάταγμα για κράτηση του σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο σύνηθες ή ασφαλούς κράτησης για τη νοσηλεία ψυχικά ασθενών προσώπων ανάλογα με την κατάσταση του κατηγορουμένου.

(5) Η χρονική περίοδος κράτησης δυνάμει του παρόντος άρθρου ρυθμίζεται με τον ίδιο τρόπο ως αν ο κατηγορούμενος να είναι πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα διάρκειας δυνάμει του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου και υπόκειται στις ίδιες διατάξεις σχετικά με την ανανέωση ή τον τερματισμό του.

Απάντηση σε κατηγορία για προηγούμενη καταδίκη

71.-(1) Κάθε φορά που κατηγορούμενος κατηγορείται για προηγούμενη καταδίκη, όταν κληθεί να απαντήσει στην κατηγορία δεν υποχρεώνεται να απαντήσει σε οποιαδήποτε αναφορά για την οποία κατηγορείται για προηγούμενη καταδίκη παρά στο τέλος της δίκης και μόνο αν ομολόγησε ενοχή, ή βρέθηκε ένοχος, για το υπόλοιπο μέρος του κατηγορητηρίου το οποίο περιλαμβάνει την αναφορά αυτή.

(2) Όταν είναι δυνατό να απαιτηθεί κανονικά από πρόσωπο να απαντήσει σε αναφορά για την οποία κατηγορείται για προηγούμενη καταδίκη, αυτό ερωτάται αν καταδικάστηκε προηγουμένως όπως υπάρχει ισχυρισμός και, αν παραδεχτεί ότι καταδικάστηκε με αυτό τον τρόπο προηγουμένως, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην επιβολή ποινής αλλά, αν αρνηθεί ότι καταδικάστηκε προηγουμένως με αυτό τον τρόπο ή σιωπά κακόβουλα ή δεν απαντά ευθέως στην ερώτηση αυτή, το Δικαστήριο προβαίνει σε έρευνα αναφορικά με την προηγούμενη καταδίκη και προχωρεί στην επιβολή ποινής ως τα περιστατικά της υπόθεσης ήθελαν απαιτήσει.

Εμφάνιση και απάντηση στην κατηγορία από οργανισμό

72. Όταν ο κατηγορούμενος είναι οργανισμός, αυτός δύναται να εμφανιστεί και απαντήσει σε κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, με τον αντιπρόσωπο του, καταχωρώντας έγγραφη απάντηση0 και, αν είτε ο οργανισμός δεν εμφανίζεται με αντιπρόσωπο είτε, αν και εμφανίζεται με αυτό τον τρόπο παραλείπει να καταχωρίσει οποιαδήποτε απάντηση, το Δικαστήριο προκαλεί την καταχώριση μη ομολογίας και η δίκη προχωρεί ανάλογα.

(2) Στο άρθρο αυτό ο όρος “αντιπρόσωπος” αναφορικά με οργανισμό σημαίνει πρόσωπο που έχει διοριστεί κανονικά από τον οργανισμό για να αντιπροσωπεύσει αυτόν προς τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή πράγματος για το οποίο ο αντιπρόσωπος οργανισμού με το άρθρο αυτό εξουσιοδοτείται να τελέσει, αλλά πρόσωπο που διορίστηκε με αυτό τον τρόπο δεν είναι αρμόδιο να ενεργεί εκ μέρους του οργανισμού ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, δυνάμει μόνο του διορισμού αυτού.

Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού δεν είναι αναγκαίο ο αντιπρόσωπος να διορίζεται με έγγραφο που φέρει την επίσημη σφραγίδα του οργανισμού αλλά έγγραφη δήλωση που φέρεται ότι είναι υπογραμμένη από διευθύνοντα σύμβουλο του οργανισμού ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, το οποίο αποκαλείται με οποιοδήποτε όνομα, το οποίο έχει ή είναι από τα πρόσωπα που έχουν τη διεύθυνση των υποθέσεων του οργανισμού η οποία συνεπάγει ότι το πρόσωπο που κατονομάζεται στη δήλωση έχει διοριστεί ως αντιπρόσωπος του οργανισμού για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, είναι δεκτή χωρίς περαιτέρω απόδειξη ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι το πρόσωπο αυτό έχει διοριστεί με αυτό τον τρόπο.

Οι μάρτυρες εγκαταλείπουν το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας

73. Αν ο κατηγορούμενος δεν ομολογήσει ενοχή, το Δικαστήριο διατάσσει όπως όλοι οι μάρτυρες, εγκαταλείψουν το Δικαστήριο:

Νοείται ότι-

(α) το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει σε μάρτυρες για θέματα της ειδικότητας τους και τέτοιους τεχνικούς να παραμείνουν στο Δικαστήριο και

(β) παράλειψης συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου αυτού δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία.

Ακροαματική διαδικασία

74.-(1) Μετά την εγκατάλειψη του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, το Δικαστήριο προχωρεί στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης κατά τον ακόλουθο τρόπο:

(α) ο κατήγορος ή ο δικηγόρος της κατηγορίας προχωρεί στην κλήση των μαρτύρων και προσάγει τέτοια άλλη μαρτυρία η οποία δύναται να προσαχθεί προς υποστήριξη της υπόθεσης για την κατηγορία

(β) μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και, αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο

(γ) μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο καλεί αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και τον πληροφορεί ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας

(δ) μετά την ένορκη μαρτυρία όπως προβλέπεται πιο πάνω ο κατηγορούμενος δύναται να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχει να προβάλει προς υπεράσπιση του

(ε) αν ο κατηγορούμενος προβάλει προς υπεράσπιση του νέα στοιχεία τα οποία η κατηγορία δεν μπορούσε να προβλέψει, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος για την κατηγορία δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να παρουσιάσει μαρτυρία προς ανατροπή των νέων αυτών στοιχείων.

(2) Σε κάθε δίκη, ο κατήγορος και ο κατηγορούμενος ή οι αντίστοιχοι δικηγόροι τους δύνανται να εισάγουν την υπόθεση τους εξηγώντας αυτήν σε γενικές γραμμές, και στο τέλος της δίκης, η πλευρά η οποία εκάλεσε τελευταία μάρτυρα δύναται να αγορεύσει στο δικαστήριο και η άλλη πλευρά δύναται τότε να αγορεύσει σε απάντηση:

Νοείται ότι, όταν εμφανίζεται για την κατηγορία Νομικός Λειτουργός, ο λειτουργός αυτός έχει δικαίωμα απάντησης σε όλες τις περιπτώσεις.

Διαδικασία κατά τη δίκη περισσότερων του ενός προσώπου

75. Κάθε φορά που δικάζονται μαζί περισσότερα του ενός πρόσωπα, το Δικαστήριο δύναται να ρυθμίσει τη διαδικασία που θα ακολουθείται κατά την ακροαματική διαδικασία με οποιοδήποτε τρόπο ο οποίος δυνατό να φανεί επιθυμητός και ο οποίος δεν είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.

Αντεξέταση από συγκατηγορούμενο

76. Όταν κατά τη διάρκεια της συνεκδίκασης ή κατά τη συνεκδίκαση, ένας από τους κατηγορούμενους δίνει μαρτυρία δυνάμει του άρθρου 74(γ), και ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, ενοχοποιεί ένα από τους συγκατηγορούμενους του, ο συγκατηγορούμενος δικαιούται να αντεξετάσει αυτόν και η αντεξέταση αυτή προηγείται της αντεξέτασης που γίνεται από την κατηγορία.

Αθώωση ή καταδίκη

77.-(1) Στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο μελετά ολόκληρη την υπόθεση και εκδίδει την απόφαση του και, για το σκοπό αυτό δύναται να αναβάλει τη δίκη.

(2) Όταν το Δικαστήριο απαρτίζεται από περισσότερους του ενός δικαστές, εκτός αν η πλειοψηφία του Δικαστηρίου κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο, αυτός αθωώνεται.

(3) Αν ο κατηγορούμενος βρεθεί ένοχος το Δικαστήριο τον καταδικάζει και τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 78 και 79, προχωρεί στη μελέτη της ποινής που θα του επιβληθεί.

Κατά τη λήψη απόφασης για την ποινή που θα επιβληθεί, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο απαρτίζεται από περισσότερους του ενός δικαστές και υπάρχει ισοψηφία, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου έχει πρόσθετη ή νικώσα ψήφο.

(4) Αν το Δικαστήριο αθωώσει τον κατηγορούμενο αυτός απολύεται αμέσως από την κράτηση εκτός αν αθωώθηκε λόγω φρενοπάθειας.

Allocutus

78. Αν το Δικαστήριο βρει τον κατηγορούμενο ένοχο ή αν ο κατηγορούμενος ομολογήσει ενοχή, είναι καθήκο του δικαστή ή άλλου λειτουργού του Δικαστηρίου να ερωτήσει αυτόν αν έχει να πει οτιδήποτε γιατί δεν θα έπρεπε να του επιβληθεί ποινή σύμφωνα με το νόμο, αλλά η παράλειψη να ερωτηθεί δεν επηρεάζει το έγκυρο της διαδικασίας.

Εισήγηση για αναστολή απόφασης

79.-(1) Ο κατηγορούμενος δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την επιβολή ποινής, είτε στην ομολογία ενοχής του ή άλλως, να εισηγηθεί αναστολή της απόφασης για το λόγο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, μετά από οποιαδήποτε μεταβολή την οποία το Δικαστήριο είναι πρόθυμο και έχει εξουσία να επιφέρει, δεν εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να δικάσει.

(2) Το Δικαστήριο δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία, είτε να ακούσει και αποφασίσει το ζήτημα κατά τη διάρκεια της ίδιας συνεδρίασης, ή να αναβάλει την ακρόαση αυτού σε μελλοντικό χρόνο που θα οριστεί για τον εν λόγω σκοπό.

(3) Αν το Δικαστήριο αποφασίσει υπέρ του κατηγορούμενου, αυτός απαλλάσσεται από το κατηγορητήριο ή από το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.

Ποινή

80. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει εναντίον του κατηγορούμενου μετά την εισήγηση για αναστολή της απόφασης ή αν ο κατηγορούμενος αφού ερωτηθεί όπως προβλέπεται στο άρθρο 78, δεν έχει να πει κάτι ή αφού το Δικαστήριο ακούσει οτιδήποτε αυτός έχει να πει, είναι της γνώμης ότι παρόλα αυτά πρέπει να επιβληθεί ποινή, αυτό δύναται είτε να προχωρήσει στην επιβολή σε αυτόν ποινής σύμφωνα με το νόμο ή να αναβάλει την επιβολή τέτοιας ποινής σε μελλοντικό χρόνο.

Συνεκτίμηση προηγούμενων καταδικών.

80Α.(1)  Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής ή σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της ποινικής διαδικασίας δύναται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις για πράξεις που συνιστούν αδίκημα σύμφωνα και με τους νόμους της Δημοκρατίας οι οποίες εκδόθηκαν κατά του κατηγορουμένου από δικαστήρια που ασκούν ποινική δικαιοδοσία σε άλλα κράτη μέλη και για τις οποίες διατίθενται επαρκείς κατά την κρίση του Δικαστηρίου πληροφορίες, κατά τον ίδιο τρόπο και στο βαθμό που θα μπορούσε να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από Δικαστήρια στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι ο όρος “επαρκείς πληροφορίες” περιλαμβάνει –

(α) πλήρες ονοματεπώνυμο, ημερομηνία και τόπο γέννησης του προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η καταδικαστική απόφαση∙

(β) ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, όνομα του δικαστηρίου και ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση  κατέστη αμετάκλητη∙

(γ) πληροφορίες σχετικά με το αδίκημα που οδήγησε στην καταδίκη και ειδικά ημερομηνία τέλεσης της αξιόποινης πράξης, όνομα ή νομικό χαρακτηρισμό της, καθώς και μνεία των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων∙ και

(δ) πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της καταδίκης και κυρίως την ποινή, καθώς και συμπληρωματικές κυρώσεις, μέτρα ασφάλειας και επακόλουθες αποφάσεις που τροποποιούν την εκτέλεση της ποινής.

(2) Το Δικαστήριο κατά τη συνεκτίμηση των προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν από δικαστήρια άλλων κρατών μελών κατά του κατηγορουμένου εφαρμόζει τις αρχές που ισχύουν για τη συνεκτίμηση καταδικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά του κατηγορουμένου από Δικαστήρια στη Δημοκρατία.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:

“καταδικαστική απόφαση” σημαίνει αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η οποία θεμελιώνει την ενοχή προσώπου για ποινικό αδίκημα.


“κράτος μέλος” σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν άρχισε ακόμα δίωξη ή δίκη

81.-(1) Όταν σε ποινική διαδικασία που ασκήθηκε από ή εκ μέρους δημόσιου λειτουργού ο κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος ποινικού αδικήματος, το Δικαστήριο, κατά τη λήψη απόφασης και την επιβολή ποινής, δύναται, με τη συναίνεση του κατήγορου και του κατηγορούμενου, να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο ή άλλα ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν άρχισε ακόμη δίωξη ή δίκη τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε:

Νοείται ότι αν εκκρεμεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία σε σχέση με οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν άρχισε ακόμη δίωξη ή δίκη από ή εκ μέρους δημόσιου λειτουργού, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πρώτα ότι ο κατήγορος στη διαδικασία αυτή συναινεί στην εν λόγω πορεία.

(2) Όταν παρέχεται συναίνεση όπως στο εδάφιο (1) του άρθρου αυτού και ποινικό αδίκημα για το οποίο δεν άρχισε δίωξη ή δίκη λαμβάνεται υπόψη, το Δικαστήριο καταχωρεί ή προκαλεί σχετική καταχώριση στα πρακτικά και, μετά την επιβολή ποινής, ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε κατηγορία ή δίκη σχετικά με οποιοδήποτε αδίκημα που λήφθηκε υπόψη με αυτό τον τρόπο, εκτός αν η γενομένη καταδίκη ακυρωθεί.

Ασυμφωνίες

82. Καμιά ασυμφωνία μεταξύ των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί στη δίκη και της διατύπωσης του αδικήματος στο κατηγορητήριο ή στο κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε κακουργιοδικείο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει πράγματι παραπλανηθεί και επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του, οπότε το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση του κατηγορούμενου, να αναβάλει τη δίκη και να επιτρέψει την επανακλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα και την υποβολή σε αυτόν τέτοιων ερωτήσεων οι οποίες, λόγω της διατύπωσης του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου σε συνοπτική δίκη, δυνατό να παραλείφτηκαν.

Μεταβολή ελαττωματικού κατηγορητηρίου

83.-(1) Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.

(2) Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται με τον τρόπο αυτό, το διάταγμα για τη μεταβολή σημειώνεται πάνω στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, και αυτά χρησιμοποιούνται για το σκοπό κάθε συναφούς διαδικασίας ωσάν να είχαν καταχωριστεί με τη μορφή που έχει μεταβληθεί.

Διαδικασία κατά τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο

84.-(1) Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται όπως προβλέπεται στο άρθρο 83, το Δικαστήριο καλεί αμέσως τον κατηγορούμενο να απολογηθεί σε αυτό και να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμος να δικαστεί βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο ως έχει μεταβληθεί.

(2) Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ότι δεν είναι έτοιμος, το Δικαστήριο εξετάζει τους προβαλλόμενους λόγους και, αν η άμεση συνέχιση της διαδικασίας δεν ενδέχεται κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του ή τον κατήγορο στο χειρισμό της υπόθεσης από αυτόν, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει τη δίκη ωσάν, το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί, να ήταν το αρχικό.

(3) Αν το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί είναι τέτοιο ώστε η άμεση συνέχιση της δίκης να ενδέχεται, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει, δυσμενώς τον κατηγορούμενο ή τον κατήγορο, το Δικαστήριο δύναται είτε να διατάξει νέα δίκη είτε να αναβάλει τη δίκη για τέτοια χρονική περίοδο ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει αναγκαία.

(4) Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται από το Δικαστήριο μετά την έναρξη της δίκης η μαρτυρία που έχει ήδη δοθεί κατά τη διάρκεια της δίκης, δύναται να χρησιμοποιηθεί χωρίς επανακρόαση αλλά επιτρέπεται στους διαδίκους να επανακαλέσουν ή επανακλητεύσουν οποιοδήποτε μάρτυρα ο οποίος είναι δυνατό να εξετάστηκε και να εξετάσουν ή αντεξετάσουν αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή.

Απόδειξη μέρους του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο ή ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά

85.-(1) Αν μέρος μόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το μέρος που αποδείχτηκε συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε.

(2) Αν πρόσωπο κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, αυτό δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για απόπειρα διάπραξης του εν λόγω ποινικού αδικήματος.

(3) Αν πρόσωπο αποδεικνύεται ότι τέλεσε οποιαδήποτε πράξη με σκοπό να διαπράξει το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και αν η τέλεση της πράξης με τέτοια πρόθεση συνιστά ποινικό αδίκημα, αυτός δύναται, αν ακόμη δεν του προσάφθηκε κατηγορία για το ποινικό αδίκημα που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω, να καταδικαστεί για αυτό, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο.

(4) Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.

Ακύρωση κατηγορητηρίου ή κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο

86. Αν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο δεν εκθέτει, και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το Νόμο αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου, αυτό ακυρώνεται είτε με εισήγηση που υποβάλλεται πριν από την απολογία του κατηγορούμενου ή με εισήγηση που υποβάλλεται για αναστολή της απόφασης.

Γραπτή έκθεση κάθε τέτοιας εισήγησης παραδίδεται στον Πρωτοκολλητή ή άλλο λειτουργό του Δικαστηρίου υπό ή εκ μέρους του κατηγορούμενου και καταχωρείται στα πρακτικά.

Αυτοψία

87.-(1) Όταν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ενδείκνυται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο επιθεωρήσει οποιοδήποτε τόπο, πρόσωπο ή πράγμα που συνδέεται με την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην επιθεώρηση του σχετικού τόπου, προσώπου ή πράγματος.

(2) Ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι παρών κατά την επιθεώρηση, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά και το Δικαστήριο δύναται γενικά να δώσει τέτοιες οδηγίες αναφορικά με την εν λόγω επιθεώρηση και την εκεί διαδικασία ως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.