Γενικοί κανόνες για Ποινική Ευθύνη
Νομική πλάνη

7. Η άγνοια του νόμου δεν αποτελεί λόγο για αποκλεισμό της ποινικής ευθύνης για πράξη ή παράλειψη, η οποία διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, εκτός αν ο νόμος προβλέπει ρητά ότι η γνώση του νόμου από τον υπαίτιο συνιστά στοιχείο του ποινικού αδικήματος.

Με καλή πίστη αξίωση δικαιώματος

8. Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης.

Πρόθεση. Ελατήριο

9. Τηρουμένων των ρητών διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκείνες που αναφέρονται στις εξ αμελείας πράξεις ή παραλείψεις, δεν καταλογίζονται σε εκείνο που διενήργησε πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες έχουν διενεργηθεί ανεξάρτητα από τη βούληση του, ή από τυχαία γεγονότα.

Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες προβλέπεται ρητά στο νόμο, ότι η πρόθεση παραγωγής ορισμένου αποτελέσματος, αποτελεί στοιχείο το οποίο συνίσταται από την πράξη, ολοκληρωτικά ή μερικά, ποινικού αδικήματος, ο σκοπός παραγωγής ορισμένου αποτελέσματος για τη διενέργεια τέτοιας πράξης καθόλου δεν λαμβάνεται υπόψη.

Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της  παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.

Πραγματική πλάνη

10. Πράξη η οποία διενεργήθηκε υπό το κράτος ειλικρινής και εύλογης, όχι όμως λιγότερο από την πλανημένη αντίληψη των πραγματικών περιστατικών, δεν καταλογίζεται σε εκείνο που διάπραξε σε βαθμό μεγαλύτερο από εκείνο που θα ίσχυε αν τα πραγματικά περιστατικά ήταν όπως τα επίστευε αυτός.

Η εφαρμογή του κανόνα αυτού δύναται να αποκλειστεί είτε ρητά είτε σιωπηρά από εκείνο το νόμο που αφορά το ζήτημα.

Τεκμήριο εχεφροσύνης

11. Κάθε πρόσωπο συμπεραίνεται ότι έχει σώες τις φρένες και ότι έχει σώες τις φρένες σε δεδομένο χρόνο, μέχρι απόδειξης του αντίθετου.

Φρενοπάθεια

12. H πράξη ή η παράλειψη δεν καταλογίζεται σε εκείνο που διέπραξε, αν, κατά το χρόνο που διενεργούσε αυτήν, ένεκα οποιασδήποτε ασθένειας που επηρεάζει τις φρένες του στερόταν της ικανότητας να αντιληφθεί τι διαπράττει ή να γνωρίζει ότι ώφειλε να απέχει από τη διενέργεια της πράξης ή παράλειψης.

Όχι λιγότερο όμως η πράξη ή παράλειψη καταλογίζεται σε εκείνον που διάπραξε, αν και οι φρένες του επηρεάζονταν από κάποια ασθένεια αν αυτή η ασθένεια δεν επέφερε πράγματι το ένα ή το άλλο από τα πιο πάνω αποτελέσματα σε συνάφεια με την πιο πάνω πράξη.

Μέθη

13.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), κανένας, λόγω μέθης, δε θεωρείται ότι διενέργησε πράξη ή παράλειψη ακούσια, ή απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη.

(2) Κανένας δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για πράξη ή παράλειψη, αν κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης ή παράλειψης ήταν σε τέτοια κατάσταση μέθης ώστε να στερείται της ικανότητας να γνωρίζει τι διαπράττει ή να ελέγχει τις πράξεις του, ή να γνωρίζει ότι ώφειλε να απέχει της διενέργειας της πράξης ή παράλειψης, νοουμένου ότι το πράγμα, το οποίο τον οδήγησε στην κατάσταση μέθης του χορηγήθηκε σε άγνοια ή παρά τη θέληση του.

(3) Όπου η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος, η μέθη, είτε ολική είτε μερική, και είτε θεληματικά ή αθέλητα, δυνατόν να ληφθεί υπόψη για να διακριβωθεί κατά πόσο κατά τη διενέργεια της πράξης υφίστατο πράγματι τέτοια πρόθεση.

Ποινική ευθύνη παιδιών

14. Όποιος έχει ηλικία κάτω των δεκατεσσάρων χρόνων δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη.

Ποινικά ανεύθυνο δικαστικών λειτουργών

15. Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες ο Κώδικας αυτός προνοεί ρητά για το αντίθετο, οι δικαστικοί λειτουργοί είναι ποινικά ανεύθυνοι για πράξεις ή παραλείψεις που γίνονται κατά την εκτέλεση των δικαστικών τους καθηκόντων, και αν ακόμη η πράξη έγινε με υπέρβαση της δικαστικής τους εξουσίας ή αν ακόμη υφίστατο νομική υποχρέωση για διενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε.

Εξαναγκασμός

16. Εξαιρουμένων του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 37 δεν συνιστά ποινικό αδίκημα η πράξη, την οποία διενεργεί κάποιος που εξαναγκάστηκε για αυτό με απειλές, οι οποίες, κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης, εύλογα προκαλούν το φόβο ότι η μη διενέργεια της πράξης θα έφερνε τον άμεσο θάνατο του νοείται ότι τα πιο πάνω θα ισχύσουν μόνο εφόσον εκείνος που διάπραξε δεν οδήγησε τον εαυτό του, είτε εκούσια είτε από εύλογο φόβο πρόκλησης βλάβης σε αυτόν μικρότερης από τον άμεσο θάνατο, στην κατάσταση με την οποία αυτός υπέστει τέτοιον εξαναγκασμό.

Κατάσταση ανάγκης..

17. Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε.

Εξαναγκασμός συζύγου

18. Η έγγαμη γυναίκα δεν απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης, για τις πράξεις ή παραλείψεις που διενεργήθηκαν από αυτήν με μόνο το λόγο ότι αυτές διενεργήθηκαν με την παρουσία του συζύγου της.

Κανένας δεν είναι δύο φορές ποινικά υπεύθυνος για το ίδιο ποινικό αδίκημα

19. Κανένας δεν δύναται να είναι δύο φορές ποινικά υπεύθυνος, είτε δυνάμει των διατάξεων του Κώδικα αυτού είτε δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, για την ίδια πράξη ή παράλειψη, εκτός της περίπτωσης κατά την οποία, ότι από τέτοια πράξη ή παράλειψη προκλήθηκε ο θάνατος άλλου, οπότε ο υπαίτιος δύναται να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα για το οποίο, είναι ένοχος λόγω της πρόκλησης τέτοιου θανάτου, ανεξάρτητα του ότι ήδη έχει καταδικαστεί για άλλο ποινικό αδίκημα που συνίσταται από την πράξη ή παράλειψη που διαπράχτηκε από αυτόν.