5.-(1) Νοσηλευτήριο το οποίο έχει εξασφαλίσει άδεια ίδρυσης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 και επιθυμεί να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας Μονάδας, υποβάλλει στον Έφορο αίτηση σε τύπο που καθορίζεται από τον ίδιο και δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου, και υποστηρικτικά της αίτησης έγγραφα τα οποία καθορίζονται από τον Έφορο και κατάλογός τους δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου, καταβάλλοντας ταυτόχρονα το προβλεπόμενο στο Παράρτημα ΙΙ τέλος εξέτασης αίτησης:
(2) Κατά την παραλαβή και εκ πρώτης όψεως εξέταση της αίτησης ο Έφορος δύναται να ζητήσει από τον αιτητή την προσκόμιση άλλου στοιχείου ή πληροφορίας που κρίνει αναγκαία για την ολοκλήρωση της μελέτης της αίτησης.
(3) Ο Έφορος εξετάζει την υποβληθείσα αίτηση εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της πλήρως συμπληρωμένης αίτησης και ενημερώνει γραπτώς τον αιτητή για την απόφασή του, σε περίπτωση δε απόρριψης της αίτησης, για τους λόγους απόρριψης.
(4) Η απόφαση του Εφόρου καθίσταται εκτελεστή με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας άσκησης ιεραρχικής προσφυγής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 ή με την έκδοση απόφασης στην ιεραρχική προσφυγή.
(5) Ο Έφορος εγκρίνει την αίτηση και εκδίδει άδεια λειτουργίας σε τύπο που καθορίζεται από τον ίδιο, εφόσον διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 προϋποθέσεις.
(6) Άδεια η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ισχύει για περίοδο δύο (2) ετών από την ημερομηνία έκδοσής της και δύναται να ανανεώνεται για περαιτέρω περιόδους δύο (2) ετών κατόπιν υποβολής αίτησης στον Έφορο σε τύπο που καθορίζεται από τον ίδιο, έναντι καταβολής του προβλεπόμενου στο Παράρτημα ΙΙ τέλους, νοουμένου ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο ή στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς προϋποθέσεις, εκτός εάν η ισχύς της άδειας έχει προηγουμένως ανασταλεί για οποιοδήποτε λόγο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και η απόφαση για αναστολή εξακολουθεί να είναι σε ισχύ: