18.-(1) Ο Έφορος ή/και εντεταλμένος επιθεωρητής, κατά πάντα εύλογο χρόνο και κατόπιν επίδειξης του αποδεικτικού της ιδιότητάς του, δύναται να εισέρχεται σε Μονάδα με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου ή/και επιθεώρησης, ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου και οι πρόνοιες των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.
(2) Ο Έφορος ή/και εντεταλμένος επιθεωρητής ο οποίος εισέρχεται σε υποστατικό ή άλλο χώρο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) δύναται, σε περίπτωση που εύλογα πιστεύει ότι στον χώρο αυτό έχουν παραβιαστεί οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και οι πρόνοιες των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, να συλλέξει ή/και να κατασχέσει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που εύλογα πιστεύει ότι ενδέχεται να χρειαστούν σε μελλοντική διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή ποινικής δίωξης για αδίκημα προβλεπόμενο στις διατάξεις του Μέρους VI.
(3) Ο Έφορος ή/και εντεταλμένος επιθεωρητής ο οποίος εισέρχεται σε Μονάδα ή σε υποστατικό ή άλλο χώρο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) δύναται να συνοδεύεται από εξουσιοδοτημένα από τον Έφορο τρίτα πρόσωπα κατά την κρίση του Εφόρου προς υποβοήθηση του έργου του ιδίου ή/και του εντεταλμένου επιθεωρητή και να φέρει εξοπλισμό όπως κρίνει αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του.
(4) Έφορος ή/και εντεταλμένος επιθεωρητής ο οποίος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του λαμβάνει γνώση πληροφορίας ή στοιχείου, δεν τα αποκαλύπτει σε τρίτα πρόσωπα εκτός για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας σε σχέση με την διάπραξη αδικήματος.
(5) Η Μονάδα, διά της διεύθυνσης και των υπαλλήλων της, παρέχει κάθε δυνατή διευκόλυνση στον Έφορο ή στον εντεταλμένο επιθεωρητή για την ταχεία και απρόσκοπτη διεκπεραίωση της επιθεώρησης.