15.-(1) Πρόσωπο το οποίο-
(α) εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδείς αναφορές παράβασης ή σε ψευδείς δημόσιες αποκαλύψεις· ή
(β) παρεμποδίζει ή αποπειράται να παρεμποδίσει την υποβολή αναφοράς παράβασης· ή
(γ) προβαίνει σε αντίποινα σε βάρος προσώπου που υπέβαλε αναφορά παράβασης· ή
(δ) κινεί κακόβουλη διαδικασία κατά προσώπου που υπέβαλε αναφορά παράβασης·
(ε) παραβαίνει την υποχρέωση τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα της ταυτότητας του αναφέροντος, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17 του περί της Προστασίας Προσώπων που Αναφέρουν Παραβάσεις του Ενωσιακού και Εθνικού Δικαίου Νόμου,
είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Σε περίπτωση που ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) τελείται από νομικό πρόσωπο, ποινική ευθύνη υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών του οργάνων που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στην τέλεση του αδικήματος.
(3) Πρόσωπα που κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) υπέχουν ποινική ευθύνη για το τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνονται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που επέρχεται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή της παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.