19.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή της, όταν διαπιστώσει ότι φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο παραλείπει να συμμορφωθεί ή παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, το ύψος του οποίου δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000), και, σε περίπτωση διάπραξης παρόμοιας παράβασης εντός ενός (1) έτους από την πρώτη παράβαση, σε διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες ευρώ (€40.000).
(2) Η αρμόδια αρχή, προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), ειδοποιεί το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο για την πρόθεσή της αυτή, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να πράξει τούτο και παρέχοντας σε αυτό δικαίωμα υποβολής παραστάσεων, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το επηρεαζόμενο πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε παραστάσεις, η αρμόδια αρχή προβαίνει στη λήψη απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου όσον αφορά την παράβαση, εξετάζοντας τα στοιχεία τα οποία έχει στη διάθεσή της.
(4) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) απόφαση της αρμόδιας αρχής καθίσταται εκτελεστέα με την κοινοποίησή της στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.
(5) Η αρμόδια αρχή επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή της, την οποία επιδίδει στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
(6) Κατά της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου, επιτρέπεται η άσκηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20.
(7) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του επιβαλλομένου από την αρμόδια αρχή διοικητικού προστίμου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.