Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«άδεια λειτουργίας» σημαίνει άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ή κατά τα οριζόμενα σε νομοθεσία άλλου κράτους μέλους η οποία ενσωματώνει το Άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ∙

«ανώτερα διοικητικά στελέχη» σημαίνει ανώτερα στελέχη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«αρμόδια αρχή» σημαίνει, κατά περίπτωση-

(α) την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου η οποία διέπεται από τον περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο και εποπτεύει ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, ως υπαγόμενες στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στη Δημοκρατία, ή

(β) τη δημόσια αρχή ή το όργανο άλλου κράτους μέλους που έχει αναγνωριστεί επίσημα και έχει εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου αυτού του κράτους μέλους να εποπτεύει ΕΠΕΥ, σύμφωνα με νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους η οποία ενσωματώνει την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034, ως υπαγόμενες στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο εν λόγω κράτος μέλος∙

«αρχή εποπτείας του ομίλου» σημαίνει αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου των μητρικών επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και των επιχειρήσεων επενδύσεων που ελέγχονται από μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση∙

«αρχικό κεφάλαιο» σημαίνει κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων, το ποσό και το είδος του οποίου προσδιορίζονται στα άρθρα 9 και 11∙

«διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής» σημαίνει τον διαπραγματευτή βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4 παράγραφος 1, σημείο 150), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«διοικητικό συμβούλιο» σημαίνει διοικητικό συμβούλιο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«διοικητικό συμβούλιο με την εποπτική του λειτουργία» σημαίνει διοικητικό συμβούλιο κατά την άσκηση του ρόλου του σχετικά με την επίβλεψη και την παρακολούθηση της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση∙

«ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που συγκροτήθηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010∙

«ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που συγκροτήθηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010∙

«έλεγχος» σημαίνει τη σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 152Α του περί Εταιρειών Νόμου ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται μια ΕΠΕΥ δυνάμει του Κανονισμού (EU) αριθ.1606/2002, ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης∙

οι όροι «επενδυτικές υπηρεσίες», «επενδυτικές δραστηριότητες» και «επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες» έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«επενδυτική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει επενδυτική εταιρεία συμμετοχών κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 23), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου∙

«επιχείρηση επενδύσεων» ή «ΕΠΕΥ» σημαίνει επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, και περιλαμβάνει ΚΕΠΕΥ∙

«επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» σημαίνει την επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων ΕΠΕΥ∙

«ΕΣΚΤ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών το οποίο έχει συγκροτηθεί σύμφωνα με το Άρθρο 282 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«ΕΣΣΚ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που ιδρύθηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010∙

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«θυγατρική» σημαίνει θυγατρική επιχείρηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679» σημαίνει την πράξη της «Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων»), όπως διορθώθηκε∙

«Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014», όπως διορθώθηκε∙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου», όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2176 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2019·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής» όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2175 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου2019∙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (EE) 2019/2175 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2019∙

«Κανονισμός (EΚ) αριθ. 1606/2002» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων», όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 297/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2008∙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/873 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 2020∙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2175 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2019∙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών» όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2099 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2019∙

«κατάσταση ενοποίησης» σημαίνει κατάσταση ενοποίησης κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 11), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που διέπεται από τον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο⸱

ο όρος «ΚΕΠΕΥ» έχει την έννοια που του αποδίδεται από το άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει κράτος μέλος καταγωγής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α) του ορισμού του όρου «κράτος μέλος καταγωγής» στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει κράτος μέλος υποδοχής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση» σημαίνει μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 57), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

«μητρική επιχείρηση» σημαίνει μητρική επιχείρηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση» σημαίνει μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 56), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση» σημαίνει μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 58), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

«μικτή εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει μητρική επιχείρηση η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2(1) της Οδηγίας ΟΔ 144-2007-16 του 2015, εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές της είναι επιχείρηση επενδύσεων∙

«μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2(1) της Οδηγίας ΟΔ 144-2007-16 του 2015∙

«Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ», όπως διορθώθηκε∙

«Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕK και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ», όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τους Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019∙

«Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ», όπως διορθώθηκε∙

«Οδηγία ΟΔ144-2007-16 του 2015» σημαίνει την περί Συμπληρωματικής Εποπτεία Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, των Εταιρειών Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ή των Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων που Ανήκουν σε Χρηματοπιστωτικό Όμιλο Ετερογενών Δραστηριοτήτων Οδηγία∙

«Οδηγία ΟΔ144-2007-16(A) του 2015» σημαίνει την Οδηγία ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015 περί της Συμπληρωματικής Εποπτείας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, των Εταιρειών Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ή των Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων που Ανήκουν σε Χρηματοπιστωτικό Όμιλο Ετερογενών Δραστηριοτήτων, η οποία τροποποιεί την Οδηγία 144-2007-16 του 2015∙

«Οδηγία ΟΔ 87-01» σημαίνει την Οδηγία για την Προστασία των Περιουσιακών Στοιχείων των Πελατών, την Παρακολούθηση των Προϊόντων και τις Αντιπαροχές∙

«όμιλος» σημαίνει συγκρότημα εταιρειών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Εταιρειών Νόμου∙

«όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων» σημαίνει όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4 παράγραφος 1, σημείο 25), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

«παράγωγα» σημαίνει παράγωγα κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 29), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014∙

«πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

ο όρος «ουδέτερες ως προς το φύλο» έχει την έννοια που του αποδίδεται από το άρθρο 2(1) του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου∙

«στενοί δεσμοί» σημαίνει τους στενούς δεσμούς κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου» σημαίνει συμμόρφωση μητρικής επιχείρησης ομίλου επιχείρησης επενδύσεων με τις απαιτήσεις του Άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

«συστημικός κίνδυνος» σημαίνει συστημικό κίνδυνο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου∙

«υποκατάστημα» σημαίνει υποκατάστημα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«χρηματοδοτικό ίδρυμα» σημαίνει χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 14), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙

(2)(α) Στον παρόντα Νόμο, οποιαδήποτε αναφορά σε νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως Οδηγία, Κανονισμό ή Απόφαση, σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν από το κείμενο του παρόντος Νόμου προκύπτει διαφορετική έννοια.

(β) Στον παρόντα Νόμο οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν από το κείμενο του παρόντος Νόμου προκύπτει διαφορετική έννοια.

(3) Όροι, που χρησιμοποιούνται στον παρόντα Νόμο και δεν ερμηνεύονται διαφορετικά, έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.