Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«άδεια λειτουργίας» σημαίνει την άδεια παροχής υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης, που χορηγείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15˙

«αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου˙

«αεροσκάφος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμου˙

«ακίνητη ιδιοκτησία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου˙

«αλλοδαπός» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο δεν είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους ή που δεν είναι νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος˙

«ανέκκλητη περίοδος» σημαίνει το χρονικό διάστημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης εντός του οποίου κανένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεν δύναται να την τερματίσει, παρά μόνο σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτή˙

«αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση» σημαίνει χρηματοδοτική μίσθωση δυνάμει της οποίας ο μισθωτής μεταβιβάζει την πλήρη κυριότητα του μισθίου στον εκμισθωτή, ενώ ταυτοχρόνως ο μισθωτής διατηρεί την κατοχή και χρήση του μισθίου έναντι της πληρωμής μισθώματος στον εκμισθωτή˙

«απλή χρηματοδοτική μίσθωση» σημαίνει χρηματοδοτική μίσθωση κατά την οποία ο μισθωτής επιλέγει το μίσθιο και ο εκμισθωτής το αγοράζει και το εκμισθώνει στο μισθωτή˙

«αρμόδια εποπτική αρχή» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου˙

«δικαίωμα επιλογής» σημαίνει το δικαίωμα επιλογής του μισθωτή, είτε να αγοράσει το μίσθιο κατά το χρόνο και σε τιμή που καθορίζονται στη χρηματοδοτική μίσθωση, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο ή να επιστρέψει το μίσθιο στον εκμισθωτή˙

«δικαίωμα προεξόφλησης» σημαίνει το δικαίωμα των συμβαλλόμενων μερών σε χρηματοδοτική μίσθωση, να ορίσουν ότι το δικαίωμα επιλογής για αγορά του μισθίου δύναται να ασκηθεί πριν από τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης˙

«δικαστήριο» σημαίνει δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας˙

«διοικητικό όργανο εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «διοικητικό όργανο» από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου˙

«έδρα» σημαίνει τη διεύθυνση στην οποία ο εκμισθωτής έχει τα κεντρικά γραφεία διεύθυνσης της επιχείρησής του˙

«ειδική συμμετοχή» σημαίνει την άμεση ή έμμεση, όπως ορίζεται με Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, συμμετοχή σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το δέκα τοις εκατόν (10%) του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά την έννοια του Πρώτου Πίνακα ή που επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διοίκηση εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης, στην οποία υφίσταται η συμμετοχή˙

«εκμισθωτής» σημαίνει πάροχο υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης, όπως αυτός προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 4˙

«ελεγκτής» σημαίνει ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που έχει άδεια δυνάμει του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου˙

«ενοικιαγορά» σημαίνει σύμβαση σε οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής μορφής, ή οπωσδήποτε ονομαζόμενη ή περιγραφόμενη, για τη μίσθωση ιδιοκτησίας, δυνάμει της οποίας ο μισθωτής δύναται να αγοράσει την ιδιοκτησία ή δυνάμει της οποίας η κυριότητα της ιδιοκτησίας μεταβιβάζεται ή δύναται να μεταβιβασθεί στο μισθωτή με την καταβολή συμφωνηθέντων, καθορισμένων ή κυμαινόμενων ή περιοδικών ή άλλως πως πληρωμών, και περιλαμβάνει την περίπτωση όπου δυνάμει δύο ή περισσότερων συμβάσεων, που καμιά από μόνη της δεν αποτελεί σύμβαση ενοικιαγοράς, υφίσταται μίσθωση ιδιοκτησίας και είτε ο μισθωτής δύναται να αγοράσει την ιδιοκτησία, είτε η κυριότητά της μεταβιβάζεται ή δύναται να μεταβιβασθεί στο μισθωτή, οπότε και οι συμβάσεις αυτές θεωρούνται, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ως μια σύμβαση, συναφθείσα κατά το χρόνο σύναψης της τελευταίας σύμβασης˙

«εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης» ή «πάροχος υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης» σημαίνει νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες χρηματοδοτικής μίσθωσης προς το κοινό, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 4˙

«θυγατρική εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου˙

«ιδιοκτησία» σημαίνει κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένης και πνευματικής ιδιοκτησίας, που αποτελεί αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης˙

«ιδιοκτήτης» σημαίνει πρόσωπο που εκμισθώνει ή έχει εκμισθώσει αγαθά σε μισθωτή δυνάμει χρηματοδοτικής μίσθωσης και προκειμένου περί ακίνητης ιδιοκτησίας τον εγγεγραμμένο κύριό της, δυνάμει των διατάξεων του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου˙

«Κεντρική Τράπεζα», σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου˙

«κινητή ιδιοκτησία» ενδεικτικά περιλαμβάνει, αεροσκάφη, μηχανοκίνητα οχήματα, μηχανήματα, εξοπλισμό γραφείου, οικίας, εργοστασίου και βιομηχανίας, αγροτικό, γεωργικό και κτηνοτροφικό εξοπλισμό, αλλά δεν περιλαμβάνει κινητά ή άλλα παραρτήματα ή προσαρτήματα, τα οποία είναι στερεά, συνδεδεμένα με το έδαφος ή με οποιαδήποτε οικοδομή ούτε τα πλοία και σκάφη αναψυχής οποιουδήποτε τύπου˙

«κοινοπρακτική χρηματοδοτική μίσθωση» σημαίνει χρηματοδοτική μίσθωση στην οποία συμμετέχουν από κοινού δύο ή περισσότερες εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης˙

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άλλο από την Κυπριακή Δημοκρατία ή/και κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Πόρτο την 2α Μαΐου 1992 και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993˙

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει κράτος μέλος στο οποίο έχει παραχωρηθεί άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα ή σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης˙

«κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει κράτος μέλος στο οποίο πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης διαθέτει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες˙

«μηχανοκίνητο όχημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου˙

«μητρική εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου˙

«μίσθιο» σημαίνει ιδιοκτησία η οποία είναι το αντικείμενο μίσθωσης σύμφωνα με χρηματοδοτική μίσθωση˙

«μίσθωμα» σημαίνει οποιαδήποτε πληρωμή, σταθερή ή κυμαινόμενη, περιοδική ή άλλως πως, καταβαλλόμενη με οποιοδήποτε τρόπο, σε σχέση με οποιαδήποτε χρηματοδοτική μίσθωση, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε προκαταβολής˙

«μισθωτής» σημαίνει πρόσωπο που λαμβάνει την κατοχή μισθίου από ιδιοκτήτη, δυνάμει χρηματοδοτικής μίσθωσης˙

«νομικό πρόσωπο» περιλαμβάνει εταιρεία ή οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων η οποία έχει συσταθεί εντός ή εκτός της Δημοκρατίας˙

«Οδηγίες» σημαίνει τις Οδηγίες που εκδίδονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου˙

«παρεπόμενες υπηρεσίες» σημαίνει τις υπηρεσίες που καθορίζονται στο Δεύτερο Πίνακα, οι οποίες παρέχονται τηρουμένων των διατάξεων οποιασδήποτε οικείας νομοθεσίας που τυγχάνει εφαρμογής˙

«περίοδος χάριτος» σημαίνει την περίοδο που προβλέπεται από τη χρηματοδοτική μίσθωση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο μισθωτής δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και η οποία δύναται να καθοριστεί είτε κατά την έναρξη είτε κατά τη διάρκεια της χρηματοδοτικής μίσθωσης, με δυνατότητα να συμφωνηθούν νέες περίοδοι χάριτος, χωρίς να επηρεάζεται η εγκυρότητα της χρηματοδοτικής μίσθωσης˙

«πολίτης κράτους μέλους» σημαίνει πολίτη κράτους μέλους και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί δυνάμει νομοθεσίας κράτους μέλους και το οποίο έχει το εγγεγραμμένο του γραφείο, την κεντρική του διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή του σε κράτος μέλος˙

«στενοί δεσμοί» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον Τρίτο Πίνακα˙

«σύμβαση πώλησης με πίστωση» σημαίνει σύμβαση πώλησης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την οποία το τίμημα πώλησης, είτε ολόκληρο είτε μέρος του, είναι πληρωτέο με δόσεις˙

«σύμβαση χρηματοδοτικής συνεργασίας προμηθευτή» σημαίνει σύμβαση μεταξύ προμηθευτή και εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης, με την οποία ο προμηθευτής αναλαμβάνει, ως ανεξάρτητος μεσολαβητής μεταξύ μισθωτή και εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης, τη διαπραγμάτευση των χρηματοδοτικών μισθώσεων και την τελική σύναψή τους με την εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης˙

«συμμετοχική χρηματοδοτική μίσθωση» σημαίνει χρηματοδοτική μίσθωση στην οποία συμμετέχουν, εκτός από το μισθωτή και την εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, ένας ή περισσότεροι συμβαλλόμενοι είτε ως δανειστές, χρηματοδότες ή εκμισθωτές ή άλλως πως, οι οποίοι χρηματοδοτούν μέρος της αξίας του μισθίου και προς όφελος των οποίων δύνανται να εκχωρηθούν μισθώματα, βάσει σύμβασης˙

«συνολική τιμή» σημαίνει σε σχέση με χρηματοδοτική μίσθωση, το συνολικό πληρωτέο από το μισθωτή ποσό δυνάμει της χρηματοδοτικής μίσθωσης, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε πληρωτέου ποσού κατά την άσκηση της προαίρεσης αγοράς, αλλά δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό που καταβάλλεται ως ποινή ή ως αποζημίωση σε περίπτωση παράβασης της χρηματοδοτικής μίσθωσης˙

«τίμημα εξαγοράς» σημαίνει το ποσό που καθορίζεται στη χρηματοδοτική μίσθωση το οποίο καταβάλλεται από το μισθωτή προς τον εκμισθωτή για την απόκτηση της κυριότητας του μισθίου, το οποίο τίμημα εξαγοράς, σε περίπτωση περισσότερων του ενός μισθίων, επιμερίζεται κατά το λόγο της τελικής αξίας κτήσης καθενός των μισθίων προς την τελική αξία κτήσης όλων των μισθίων˙

«τίμημα τοις μετρητοίς» σημαίνει, σε σχέση με οποιαδήποτε χρηματοδοτική μίσθωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, το τίμημα με το οποίο ο μισθωτής δύναται κατά την ημερομηνία που ορίζεται στη χρηματοδοτική μίσθωση να αγοράσει ή να συμφωνήσει να αγοράσει την ιδιοκτησία τοις μετρητοίς˙

«χρηματοδοτική μίσθωση» σημαίνει ειδική σύμβαση μίσθωσης η οποία αποτελεί τρόπο χρηματοδότησης χωρίς να είναι συμφωνία δανείου και η οποία καταρτίζεται γραπτώς, τηρουμένων σε περίπτωση ακινήτου των διατάξεων του Μέρους V, σύμφωνα με την οποία ο μισθωτής λαμβάνει αποκλειστική κατοχή από τον εκμισθωτή ορισμένης ιδιοκτησίας έναντι της πληρωμής συμφωνηθέντος μισθώματος και η οποία σύμβαση παρέχει ρητώς στο μισθωτή το δικαίωμα να αγοράσει την ιδιοκτησία καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ή οποιασδήποτε ανανέωσής της˙

«χρηματοδοτική μίσθωση με υπομίσθωση» σημαίνει χρηματοδοτική μίσθωση με την οποία επιτρέπεται η ενοικίαση του μισθίου από το μισθωτή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.