Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια–

«ακαδημαϊκό έτος» σημαίνει την περίοδο που αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και λήγει την 31η Αυγούστου εκάστου έτους∙

«ακίνητη ιδιοκτησία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, είτε η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται εντός ή εκτός της Δημοκρατίας∙

«ανώτερη εκπαίδευση» σημαίνει την εκπαίδευση που παρέχεται από πανεπιστήμια ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό ως ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης, όπως τούτο βεβαιώνεται από τους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας∙

«αρμόδιοι φορείς της Δημοκρατίας» σημαίνει –

(α) το Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.)∙

(β) τoν Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης∙ ή/και

(γ) το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού∙

«Δημοκρατία» σημαίνει τις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας που τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας∙

«Διευθυντής» σημαίνει το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή οποιοδήποτε από αυτόν εξουσιοδοτούμενο λειτουργό∙

«δικαιούχος» σημαίνει οποιοδήποτε αιτητή ως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3, ο οποίος καθίσταται δικαιούχος για την παροχή κρατικής φοιτητικής μέριμνας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙

«εκπαιδευτικά αξιολογημένος-πιστοποιημένος κλάδος σπουδών» σημαίνει-

(α) κλάδο σπουδών ο οποίος προσφέρεται στη Δημοκρατία και έχει τύχει εκπαιδευτικής αξιολόγησης – πιστοποίησης από τους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, ή

(β) κλάδο σπουδών ο οποίος προσφέρεται στο εξωτερικό και έχει τύχει εκπαιδευτικής αξιολόγησης – πιστοποίησης από τα αρμόδια όργανα της χώρας στην οποία προσφέρεται, όπως τούτο βεβαιώνεται από τους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας∙

«εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης του Διευθυντή για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙

«ιδιωτική σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» σημαίνει σχολή η οποία λειτουργεί στη Δημοκρατία και είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στους περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης Νόμους του 1996 έως 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

«κανονική διάρκεια σπουδών» σημαίνει την ελάχιστη χρονική περίοδο φοίτησης που το εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης καθορίζει για τη συμπλήρωση των σπουδών για απόκτηση σχετικού τίτλου σπουδών∙

«κρατική φοιτητική μέριμνα» σημαίνει τη φοιτητική χορηγία και τα φοιτητικά επιδόματα που καταβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙

«κύκλος σπουδών» σημαίνει προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών∙

«μερική φοίτηση» σημαίνει τη φοίτηση που ισοδυναμεί με μικρότερο αριθμό πιστωτικών μονάδων ή άλλων μονάδων μέτρησης σπουδών από τον αριθμό που καθορίζεται ως πλήρης φοίτηση από το εκάστοτε εκπαιδευτικό ίδρυμα∙

«μεταπτυχιακός κύκλος σπουδών» περιλαμβάνει προγράμματα σπουδών δεύτερου κύκλου για τα οποία βασικό προσόν πρόσβασης αποτελεί τίτλος σπουδών σε προπτυχιακό κύκλο σπουδών ή ισοδύναμο προσόν∙

«μόνιμος κάτοικος» σημαίνει οικογένεια της οποίας τα μέλη κατά τη διάρκεια των πέντε (5) ετών πριν από την έναρξη των σπουδών για τις οποίες ζητείται κρατική φοιτητική μέριμνα διέμεναν μόνιμα και νόμιμα στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία, για περίοδο πενήντα (50) τουλάχιστον μηνών∙

«οικογένεια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 3∙

«οικογενειακό εισόδημα» σημαίνει το συνολικό ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα που αποκτήθηκε από οικογένεια εντός του έτους, το οποίο προηγείται κατά ένα (1) έτος από την 1η Ιανουαρίου του ακαδημαϊκού έτους για το οποίο καταβάλλεται η κρατική φοιτητική μέριμνα και το οποίο προέρχεται από–

(α) εργασία μισθωτού ή αυτοτελώς εργαζομένου∙

(β) οποιοδήποτε εισόδημα από συνταξιοδοτικό σχέδιο ή/και ταμείο ή/και επαγγελματικό σχέδιο, εσωτερικού και εξωτερικού∙

(γ) ενοίκια∙

(δ) έσοδα από τόκους και μερίσματα∙

(ε) διατροφή που λαμβάνεται με βάση τις διατάξεις των περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμων του 1990 μέχρι 2008 και των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 2008, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, εφόσον έχει αποδεδειγμένα παρασχεθεί∙

(στ) επιχορηγήσεις από τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών, εισοδηματικής φύσεως∙

(ζ) δημόσιο βοήθημα που παραχωρείται με βάση τις διατάξεις των περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμων του 2006 έως 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

(η) επίδομα που παραχωρείται με βάση τις διατάξεις των περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμων του 2014 έως (Αρ. 2) του 2015, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται:

Νοείται ότι το επίδομα που παραχωρείται με βάση τον πιο πάνω Νόμο σε άτομα με αναπηρίες ή χρόνιες παθήσεις δεν περιλαμβάνεται στο οικογενειακό εισόδημα για σκοπούς υπολογισμού της κρατικής φοιτητικής μέριμνας∙

(θ) επίδομα τέκνου και επίδομα μονογονιού που παραχωρείται με βάση τις διατάξεις των περί Παροχής Επιδόματος Τέκνου Νόμων του 2002 έως 2015, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

(ι) οποιεσδήποτε άλλες χορηγίες, επιδόματα και πηγές στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, όπως αυτά αναφέρονται στο έντυπο αίτησης, που προβλέπεται στο άρθρο 12,

αλλά δεν περιλαμβάνει εισοδήματα των τέκνων μαθητών/φοιτητών πλήρους φοίτησης που προέρχονται από εργασία ή απασχόληση, την κρατική φοιτητική μέριμνα, υποτροφίες, καθώς και από επιδόματα και χορηγίες σε αναξιοπαθούντα άτομα ΅ε αναπηρίες ή χρόνιες παθήσεις που παραχωρούνται από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων∙

«περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνει την ακίνητη ιδιοκτησία και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία∙

«πλήρης φοίτηση» σημαίνει τη φοίτηση που ισοδυναμεί με τον αριθμό των πιστωτικών μονάδων ή άλλων μονάδων μέτρησης σπουδών που καθορίζεται ως πλήρης φοίτηση από το εκάστοτε εκπαιδευτικό ίδρυμα∙

«πολίτης της Ένωσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τους περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμων του 2007 έως 2015, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

«προγράμματα σπουδών που προσφέρονται ΅ε τη μέθοδο της δικαιόχρησης ή πιστοποίησης» σημαίνει τα προγράμματα για τα οποία κάθε ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης δύναται να απονέμει το ίδιο τίτλους εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κρατών μελών ή να παρέχει τη δυνατότητα σε εκπαιδευτικά ιδρύματα κρατών μελών να απονέμουν αυτά τους δικούς τους τίτλους στη Δημοκρατία∙

«προπτυχιακός κύκλος σπουδών» περιλαμβάνει προγράμματα σπουδών πρώτου κύκλου για τα οποία βασικό προσόν πρόσβασης αποτελεί το απολυτήριο λυκείου ή ισοδύναμο προσόν∙

«τέκνο» σημαίνει -

(α) νόμιμο τέκνο, προγονό, εκτός γάμου τέκνο και νόμιμα υιοθετημένο τέκνο μέχρι την ηλικία των δεκαοκτώ (18) ετών, ή/και

(β) νόμιμο τέκνο, προγονό, εκτός γάμου τέκνο και νόμιμα υιοθετημένο τέκνο μέχρι την ηλικία των δεκαεννέα (19) ετών, εφόσον εξακολουθεί να φοιτά σε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, ή/και

(γ) νόμιμο τέκνο, προγονό, εκτός γάμου τέκνο και νόμιμα υιοθετημένο τέκνο μέχρι την ηλικία των είκοσι ενός (21) ετών, εφόσον εκτελεί θητεία δυνάμει των διατάξεων των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 2011 έως (Αρ. 3) του 2015, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ή/και

(δ) νόμιμο τέκνο, προγονό, εκτός γάμου τέκνο και νόμιμα υιοθετημένο τέκνο ανεξαρτήτως ηλικίας, εφόσον είναι φοιτητής που λαμβάνει φοιτητική χορηγία, ή/και

(ε) νόμιμο τέκνο, προγονό, εκτός γάμου τέκνο και νόμιμα υιοθετημένο τέκνο ανεξαρτήτως ηλικίας, που στερείται μόνιμα της ικανότητας για αυτοσυντήρηση, όπως αυτό πιστοποιείται από κρατικό ιατρικό λειτουργό∙

«τίτλος σπουδών» σημαίνει –

(α) οποιοδήποτε πτυχίο, που απονέμεται από εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης, ή

(β) δίπλωμα μονοετούς, διετούς ή τριετούς φοίτησης, που απονέμεται από εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης, ή

(γ) πιστοποιητικό σπουδών, που απονέμεται από εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης,

για την απόκτηση του οποίου απαιτείται τουλάχιστον ένα ακαδημαϊκό έτος πλήρους φοίτησης∙

«Υπουργείο» σημαίνει το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού∙

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού∙

«φοιτητής» σημαίνει Κύπριο πολίτη ή πολίτη της Ένωσης, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας και ο οποίος φοιτά τακτικά σε πρόγραμμα σπουδών για την απόκτηση τίτλου σπουδών που απονέμεται από –

(α) δημόσιο πανεπιστήμιο της Δημοκρατίας, ή

(β) δημόσια σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Δημοκρατίας, ή

(γ) ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Δημοκρατίας, ή

(δ) εκπαιδευτικά αξιολογημένο – πιστοποιημένο κλάδο σπουδών ιδιωτικής σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Δημοκρατίας, ή

(ε) πρόγραμμα σπουδών που προσφέρεται με τη μέθοδο της δικαιόχρησης ή πιστοποίησης, ή

(στ) ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του εξωτερικού, που έχει τύχει αναγνώρισης ως ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης από τους αρμόδιους εθνικούς φορείς της χώρας στην οποία λειτουργεί,

όπως τα αναφερόμενα στις πιο πάνω παραγράφους (α) έως (στ) βεβαιώνονται από τους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας και ο όρος «φοιτητής» περιλαμβάνει και φοιτητή που δεν είναι Κύπριος πολίτης ή πολίτης της Ένωσης, του οποίου ο ένας (1) από τους δύο (2) γονείς είναι Κύπριος πολίτης ή πολίτης της Ένωσης, και εφόσον ο φοιτητής έχει αποφοιτήσει από σχολή ΅έσης εκπαίδευσης της Δημοκρατίας∙

«φοιτητικά επιδόματα» σημαίνει τα επιδόματα που καταβάλλονται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5∙

«φοιτητική χορηγία» σημαίνει τη χορηγία που καταβάλλεται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, αναφορικά ΅ε την κανονική διάρκεια σπουδών, που απαιτείται για την απόκτηση ενός (1) ΅όνο τίτλου σπουδών εκάστου κύκλου σπουδών∙

«χρηματοοικονομικά στοιχεία» σημαίνει οποιαδήποτε άυλη περιουσία που περιλαμβάνει χρήματα, όπως καταθέσεις, γραμμάτια, ή επιταγές, εισπρακτέους λογαριασμούς, εμπορεύσιμους τίτλους όπως ομολογίες, μετοχές, ή χρεόγραφα, ασφαλιστικά συμβόλαια και άλλα παρόμοια στοιχεία.