Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«αιτητής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο αιτείται ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας·

«ακίνητη ιδιοκτησία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, είτε η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται εντός ή εκτός της Δημοκρατίας·

«άλλη παροχή» σημαίνει οτιδήποτε άλλο παρέχεται με βάση τη νομοθεσία και δεν περιλαμβάνει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 7·

«άλλες κοινωνικές παροχές» σημαίνει οτιδήποτε άλλο παρέχεται με βάση άλλη νομοθεσία ή /και Απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου ή /και Σχέδιο ή /και Έργο ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή, εξαιρουμένων των νομοθεσιών ή/και Σχεδίων για άτομα με αναπηρίες τα οποία τυγχάνουν διαχείρισης από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες·

«άτομο με αναπηρία», για τους σκοπούς της νομοθεσίας, σημαίνει πρόσωπο το οποίο έχει μακροχρόνιες σωματικές, πνευματικές, διανοητικές ή αισθητηριακές διαταραχές, οι οποίες, κατά την αλληλοεπίδρασή τους με διάφορα εμπόδια, δυνατό να εμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του στην κοινωνία σε ίση βάση με άλλους και το οποίο πιστοποιείται ως πρόσωπο με σοβαρή ή ολική αναπηρία από το Σύστημα Αξιολόγησης της Αναπηρίας ή να έχει εγκριθεί ως λήπτης δημόσιου βοηθήματος ως ανάπηρο άτομο με βάση τις διατάξεις του περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, μέχρι να πιστοποιηθεί ως άτομο με σοβαρή ή ολική μακροχρόνια σωματική ή/και πνευματική ή/και διανοητική ή/και αισθητηριακή αναπηρία από το Σύστημα Αξιολόγησης της Αναπηρίας, εφόσον κληθεί για πιστοποίηση ή πρόσωπο που πιστοποιείται από το Σύστημα Αξιολόγησης της Αναπηρίας ως πρόσωπο με μέτρια νοητική αναπηρία·

«αναπηρικό επίδομα» σημαίνει το επίδομα που παρέχεται σε άτομο με αναπηρία με βάση το εδάφιο (2) του άρθρου 34·

«ανήλικο τέκνο» σημαίνει νόμιμο άγαμο τέκνο των συζύγων ή και του ενός εξ’ αυτών που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18) έτος της ηλικίας του και περιλαμβάνει πρόγονο, εκτός γάμου αναγνωρισμένο τέκνο και νόμιμα υιοθετημένο τέκνο·

«ανίκανος προς εργασία» σε σχέση με οποιοδήποτε αιτητή ή/και δικαιούχο ή/και μέλος οικογενειακής μονάδας, έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτόν στο άρθρο 21·

«απόφαση» σημαίνει την τελική απόφαση που λαμβάνει ο Προϊστάμενος Υπηρεσίας σε σχέση με οτιδήποτε αφορά αιτητή ή/και δικαιούχο η οποία σχετίζεται με την παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ή/και άλλης παροχής ή/και άλλων κοινωνικών παροχών και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων σε περίπτωση έγκρισης για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος την ημερομηνία που θα αρχίσει η καταβολή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος·

«Γενικός Διευθυντής» σημαίνει το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«Δημοκρατία» σημαίνει τις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας που τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας·

«δημοτικά και άλλα παρόμοια τέλη» σημαίνει τα τέλη που ο αιτητής ή/και δικαιούχος ή/και οποιοδήποτε μέλος της οικογενειακής μονάδας υποχρεούται να καταβάλει σε αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης και εφόσον καταβληθούν και περιλαμβάνουν τα τέλη για την κατασκευή αποχετευτικών συστημάτων, το τέλος αποκομιδής σκυβάλων και το δημοτικό τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας·

«Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης» σημαίνει τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«δημόσιο βοήθημα» σημαίνει το βοήθημα που παρέχεται με βάση τον περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«δικαιούχος» σημαίνει οποιοδήποτε αιτητή για τον οποίο έχει ληφθεί απόφαση ότι καθίσταται δικαιούχος για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας, και περιλαμβάνει και αιτητή για τον οποίο έχει δοθεί προέγκριση·

«εισόδημα» σε σχέση με οποιοδήποτε αιτητή ή /και δικαιούχο, έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 12·

«εισόδημα από εργασία αυτοτελώς εργαζομένου» σημαίνει οποιαδήποτε διαφορά του κύκλου εργασιών που ο αυτοτελώς εργαζόμενος πραγματοποιεί σε μια περίοδο δώδεκα (12) μηνών και των εξόδων που πραγματοποιούνται κατά την ίδια περίοδο για τους σκοπούς του επαγγέλματός του·

«εισόδημα από εργασία μισθωτού» σημαίνει το υπόλοιπο του ακαθάριστου εισοδήματος μισθωτού που απομένει μετά την αφαίρεση οποιωνδήποτε ποσών τα οποία υποχρεούται ο ίδιος να καταβάλει ως εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την ιδιότητά του ως μισθωτός με βάση τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, περιλαμβανομένου του 13ου και 14ου μισθού εφόσον καταβλήθηκε, φιλοδωρημάτων και άλλων προμηθειών·

«εκούσια άνεργος» έχει την έννοια που προβλέπεται στο άρθρο 22·

«έκτακτες ανάγκες» σημαίνει έκτακτες επιδιορθώσεις ή ζημιές που επήλθαν λόγω απρόβλεπτων συμβάντων στην κατοικία του δικαιούχου, έκτακτες κοινωνικές ανάγκες και απρόβλεπτα και επείγοντα έξοδα·

«ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» σημαίνει μηνιαίο επίδομα που καταβάλλεται σε χρήμα ή με άλλο τρόπο, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών και έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 7·

«ελάχιστο καλάθι διαβίωσης» σημαίνει τις κατηγορίες αναγκών και τα μηνιαία ποσά για κάλυψη των αναγκών αυτών είτε για ένα πρόσωπο είτε και για τα μέλη της οικογενειακής μονάδας, όπως καθορίζονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει της παραγράφου (α) του άρθρου 38·

«εξουσιοδότηση» σημαίνει οποιαδήποτε δήλωση υπογραμμένη από τον Υπουργό ή το Γενικό Διευθυντή ή τον Προϊστάμενο Υπηρεσίας που πιστοποιεί ότι πρόσωπο ή/και Υπηρεσία ή/και Αρχή ή/και Ομάδα προσώπων ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησής τους ή οποιαδήποτε εντολή ή συναίνεση του Υπουργού ή του Γενικού Διευθυντή ή του Προϊστάμενου Υπηρεσίας με την οποία πρόσωπο ή/και Υπηρεσία ή/και Αρχή ή/και Ομάδα προσώπων μετέχει σε οποιαδήποτε πράξη ή καθήκον που αφορά αρμοδιότητα η οποία κατά το Νόμο απαιτείται να εκτελεστεί·

«εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης του Υπουργού ή του Προϊστάμενου Υπηρεσίας για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας·

«ίδρυμα» σημαίνει τις φυλακές και τα ιατρικά ιδρύματα όπως ορίζονται στον περί Φυλακών Νόμο και  στον  περί Ιατρικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσιών (Ρύθμισις και Τέλη) Νόμο, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, αντίστοιχα·

«κατοικία» σημαίνει χώρο διαμονής ο οποίος χρησιμοποιείται ως κύριος χώρος διαμονής από τον αιτητή ή/και δικαιούχο και βρίσκεται στη Δημοκρατία·

«κινητή ιδιοκτησία», σημαίνει οποιαδήποτε ιδιοκτησία οποιουδήποτε είδους η οποία δεν είναι ακίνητη ιδιοκτησία, είτε η ιδιοκτησία βρίσκεται εντός ή εκτός της Δημοκρατίας και δεν περιλαμβάνει χρηματοοικονομικά στοιχεία·

«κοινωνική παρέμβαση» περιλαμβάνει την παρέμβαση που αναφέρεται στο άρθρο 20 και παρέχεται από πρόσωπα ή/και Υπηρεσίες ή/και Αρχές ή/και Ομάδες προσώπων που ορίζονται ή συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού καθορίζοντας και τη διαδικασία που θα ακολουθείται και περιλαμβάνει τη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο (η) του άρθρου 18·

«λήπτης δημοσίου βοηθήματος» σημαίνει πρόσωπο το οποίο λαμβάνει δημόσιο βοήθημα ή υπηρεσία ή για το οποίο παρέχεται τέτοιο βοήθημα ή υπηρεσία με βάση τον περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο·

«μερική απασχόληση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στον περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή οποιαδήποτε άλλη έννοια οριστεί για τους σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας·

«Μητρώο» σημαίνει το Μητρώο που τηρείται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3·

«μόνος γονέας» σημαίνει ένα γονέα χωρίς σύζυγο που ζει με ένα τουλάχιστον ανήλικο τέκνο που αποκτήθηκε είτε από γάμο είτε εκτός γάμου και περιλαμβάνει γονέα του οποίου ο/η σύζυγος έχει κηρυχθεί σε αφάνεια·

«νομοθεσία» σημαίνει τον παρόντα Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, τους Κανονισμούς και τα Διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει αυτού·

«οικογενειακή μονάδα» έχει την έννοια που καθορίζεται στο άρθρο 15·

«ορφανό πρόσωπο» σημαίνει πρόσωπο του οποίου και οι δύο γονείς έχουν αποβιώσει ή/και πρόσωπο του οποίου έχει αποβιώσει ο ένας εκ των γονέων και ο επιζών γονέας δε συζούσε με το γονέα που έχει αποβιώσει·

«παροχή στέγασης» σημαίνει τα μηνιαία ποσά που καταβάλλονται για τόκους δανείου που συνάφθηκε για σκοπούς απόκτησης κατοικίας ή τα μηνιαία ποσά που καταβάλλονται ως ενοίκιο για σκοπούς στέγασης στη Δημοκρατία, ανάλογα με τη σύνθεση της οικογενειακής μονάδας και το αντίστοιχο εμβαδόν της κατοικίας, σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει της παραγράφου (β) του άρθρου 38 και σύμφωνα με τη νομοθεσία·

«πολίτης της Ένωσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«προέγκριση» σημαίνει την προκαταρκτική απόφαση που λαμβάνει ο Προϊστάμενος Υπηρεσίας για προσωρινή παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ή άλλης παροχής ή άλλων κοινωνικών παροχών, καθορίζοντας την ημερομηνία που θα αρχίσει η καταβολή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ή της άλλης παροχής ή των άλλων παροχών και η προκαταρκτική απόφαση παύει να υφίσταται την ημερομηνία λήψης της απόφασης·

«Προϊστάμενος Υπηρεσίας» σημαίνει λειτουργό της δημόσιας υπηρεσίας που ορίζεται ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας·

«πρόσωπο» σημαίνει φυσικό πρόσωπο·

«στέγη» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτόν στον περί Στεγών για Ηλικιωμένους και Αναπήρους Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«συγγενής» σημαίνει συγγενή μέχρι του τέταρτου βαθμού συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας·

«συγκατοίκηση» σημαίνει την από κοινού χρήση κατοικίας για σκοπούς διαμονής·

«σύζυγος» σημαίνει τη σχέση που δημιουργείται μεταξύ άνδρα και γυναίκας ως αποτέλεσμα γάμου αναγνωρισμένου από την πολιτεία και περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία δεν έχουν τελέσει γάμο αλλά συζούν ως σύζυγοι·

«Συμβουλευτικό Σώμα» σημαίνει το Σώμα που διορίζεται από τον Υπουργό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37·

«σύνταξη Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων» σημαίνει τη σύνταξη γήρατος, χηρείας και ανικανότητας που προβλέπονται στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Σύστημα Αξιολόγησης της Αναπηρίας» σημαίνει το σύστημα που εφαρμόζει το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες·

«Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων» σημαίνει το Ταμείο που ιδρύεται με βάση τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«τέκνο» σημαίνει άγαμο νόμιμο τέκνο των συζύγων ή ενός εξ’ αυτών, το οποίο έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18) έτος ηλικίας του, αλλά δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό όγδοο (28) έτος της ηλικίας του, και περιλαμβάνει πρόγονο, εκτός γάμου αναγνωρισμένο τέκνο και νόμιμα υιοθετημένο τέκνο·

«Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες» σημαίνει το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«υπήκοος τρίτης χώρας» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι πολίτης της Ένωσης·

«Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας» σημαίνει τη Διεύθυνση Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας» σημαίνει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων» σημαίνει τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«φοιτητής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο παρακολουθεί σε πλήρη φοίτηση επίπεδο εκπαίδευσης μετά την απόκτηση του προσόντος του απολυτηρίου λυκείου ή ισοδύναμου προσόντος, όπως αυτό καθορίζεται από τους νόμους της Δημοκρατίας·

«φροντίδα» σημαίνει την παροχή υπηρεσιών ή την καταβολή ποσών για σκοπούς περιποίησης, πρακτικής βοήθειας και εξυπηρέτησης σε άτομο το οποίο, λόγω της σωματικής, πνευματικής ή ψυχολογικής του κατάστασης, αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί σε τομείς, οι οποίοι είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή του και για την ομαλή προσωπική και κοινωνική του λειτουργικότητα με αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία·

«χαμηλοσυνταξιούχος» σημαίνει το δικαιούχο του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου με βάση το Σχέδιο Ενίσχυσης των Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα·

«χρηματοοικονομικά στοιχεία» σημαίνει οποιαδήποτε άυλη περιουσία που περιλαμβάνει χρήματα (καταθέσεις, γραμμάτια, επιταγές), εισπρακτέους λογαριασμούς, εμπορεύσιμους τίτλους (ομολογίες, μετοχές, χρεόγραφα), ασφαλιστικά συμβόλαια και άλλα παρόμοια στοιχεία.