Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«αρμόδια εποπτική αρχή» σημαίνει –

(α) σε σχέση με τις τράπεζες και τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης, την Κεντρική Τράπεζα,

(β) σε σχέση με τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, την Υπηρεσία Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών∙

«Αρχή Εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου∙

«εισφορά» σημαίνει οτιδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει από τακτική ή έκτακτη εισφορά το οποίο το καλυπτόμενο ίδρυμα υποχρεούται να καταβάλει στο Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (β) του άρθρου 7 και των Κανονισμών,

(β) το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει από έκτακτη εισφορά το οποίο το επηρεαζόμενο ίδρυμα υποχρεούται να καταβάλει στο Ταμείο Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (γ) του άρθρου 8 και των Κανονισμών∙

«επηρεαζόμενο ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου∙

«Επιτροπή» σημαίνει τη διαχειριστική επιτροπή, η οποία συστήνεται δυνάμει του εδαφίου (3) του άρθρου 3˙

«καλυπτόμενο ίδρυμα» σημαίνει οτιδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) τράπεζα με την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων που λειτουργούν εκτός της Δημοκρατίας τράπεζας που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία,

(β) τράπεζα η οποία έχει συσταθεί σε κράτος μέλος και λειτουργεί μέσω υποκαταστήματος στη Δημοκρατία βάσει του άρθρου 10Α του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου,

(γ) τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης που έχει συσταθεί δυνάμει του περί Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμου∙

«Κανονισμοί» σημαίνει τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 31∙

“κατάθεση” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου∙

«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου∙

«κράτος-μέλος» σημαίνει κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαΐου 1992, και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«μέτρα εξυγίανσης» σημαίνει τα μέτρα εξυγίανσης που λαμβάνονται δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου∙

«Σχέδιο» σημαίνει το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων˙

«Ταμεία» σημαίνει το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων και το Ταμείο Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων∙

«Υπηρεσία Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών» ή «ΥΕΣΕ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο.