Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«αναβάθμιση» σημαίνει τις σοβαρές εργασίες μετατροπής ενός υποσυστήματος ή τμήματος ενός υποσυστήματος, οι οποίες βελτιώνουν τις συνολικές επιδόσεις του υποσυστήματος·

«ανακαίνιση» σημαίνει τις σοβαρές εργασίες υποκατάστασης ενός υποσυστήματος ή τμήματος ενός υποσυστήματος, οι οποίες δεν τροποποιούν τις συνολικές επιδόσεις του υποσυστήματος·

«αναθέτων φορέας» σημαίνει κάθε φορέα, δημόσιο ή ιδιωτικό, που παραγγέλλει τη μελέτη ή/και την κατασκευή ή την ανακαίνιση ή την αναβάθμιση υποσυστήματος και περιλαμβάνει επιχείρηση σιδηροδρόμων, διαχειριστή υποδομής ή κάτοχο, ή εργολάβο, που είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση του έργου·

«αντικατάσταση στο πλαίσιο συντήρησης» σημαίνει την αντικατάσταση στοιχείων από άλλα με την ίδια λειτουργία και τις ίδιες επιδόσεις, στο πλαίσιο προληπτικής ή διορθωτικής συντήρησης·

«Απόφαση 93/465/ΕΟΚ» σημαίνει την Απόφαση 93/645/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1993 για τις ενότητες που αφορούν τις διάφορες φάσεις των διαδικασιών αξιολόγησης της πιστότητας και τους κανόνες επίθεσης και χρήσης της σήμανσης πιστότητας «CE» που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στις οδηγίες τεχνικής εναρμόνισης˙

«Αρμόδια Αρχή» σημαίνει το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων˙

«βασικές απαιτήσεις» σημαίνει το σύνολο των προϋποθέσεων που περιγράφονται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται το σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματα και τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, συμπεριλαμβανομένων των διεπαφών·

«διαλειτουργικότητα» σημαίνει την δυνατότητα του σιδηροδρομικού συστήματος να επιτρέπει την ασφαλή και συνεχή κυκλοφορία αμαξοστοιχιών με την επίτευξη των απαιτούμενων επιδόσεων στις συγκεκριμένες γραμμές:

Νοείται ότι, η δυνατότητα αυτή εξαρτάται από το σύνολο των κανονιστικών, τεχνικών και επιχειρησιακών προϋποθέσεων που πρέπει να τηρούνται προκειμένου να πληρούνται οι βασικές απαιτήσεις·

«διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα» σημαίνει τα διευρωπαϊκά συστήματα, συμβατικά ή υψηλών ταχυτήτων, όπως αυτά ορίζονται στο Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, σημεία 1 και 2 αντιστοίχως·

«δίκτυο» σημαίνει τις γραμμές, τους σταθμούς, τα τερματικά και κάθε είδους σταθερό εξοπλισμό που απαιτείται για τη διασφάλιση της ασφαλούς και συνεχούς λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος·

«Διοικητική Αρχή» σημαίνει το Τμήμα Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων·

«εθνική αρχή για την ασφάλεια» σημαίνει την αρχή για την ασφάλεια του κοινοτικού σιδηροδρομικού συστήματος, η οποία καθορίζεται από την Αρμόδια Αρχή·

«ειδική περίπτωση» σημαίνει κάθε μέρος του σιδηροδρομικού συστήματος, για το οποίο στις ΤΠΔ χρειάζονται ειδικές, προσωρινές ή οριστικές, διατάξεις εξαιτίας περιορισμών γεωγραφικών, τοπογραφικών, αστικού περιβάλλοντος ή συνοχής με το υπάρχον σύστημα και σε αυτό μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι σιδηροδρομικές γραμμές και τα δίκτυα που είναι αποκομμένα από το δίκτυο της υπόλοιπης Ένωσης, το περιτύπωμα, το εύρος τροχιάς ή η απόσταση μεταξύ των αξόνων των τροχιών, τα οχήματα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για τοπική, περιφερειακή ή ιστορική χρήση, και τα οχήματα που προέρχονται από τρίτες χώρες·

«Ένωση» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση·

«έργο σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης» σημαίνει κάθε έργο, του οποίου η φάση προγραμματισμού/κατασκευής βρίσκεται σε τέτοιο στάδιο που θα ήταν απαράδεκτη η τροποποίηση της συγγραφής υποχρεώσεων στη Δημοκρατία, για λόγους νομικούς, συμβατικούς, οικονομικούς, χρηματοδοτικούς, κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς, και οι οποίοι θα πρέπει να αιτιολογούνται δεόντως·

«ευρωπαϊκή προδιαγραφή» σημαίνει κοινή τεχνική προδιαγραφή, ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση ή εθνικό πρότυπο, με το οποίο έχει μεταφερθεί κάποιο ευρωπαϊκό πρότυπο, όπως αυτό ορίζεται στον περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημόσιων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμο˙

«θεμελιώδης παράμετρος» σημαίνει κάθε κανονιστική, τεχνική ή επιχειρησιακή προϋπόθεση, κρίσιμη για τη διαλειτουργικότητα, που διευκρινίζεται στην αντίστοιχη ΤΠΔ·

«θέση σε λειτουργία» σημαίνει το σύνολο εργασιών, με τις οποίες ένα υποσύστημα ή ένα όχημα τίθεται στην επιχειρησιακή κατάσταση που προβλέπεται από κατασκευής·

«κάτοχος» σημαίνει το πρόσωπο ή την οντότητα που εκμεταλλεύεται όχημα ως μέσο μεταφοράς, είτε ως ιδιοκτήτης είτε ως νομέας οχήματος, και που είναι καταχωρημένο με την ιδιότητα αυτή στο εθνικό μητρώο οχημάτων που προβλέπεται στο άρθρο 24 του παρόντος Νόμου·

«κοινοτικό σιδηροδρομικό σύστημα» σημαίνει το σιδηροδρομικό σύστημα εντός της Ένωσης˙

«κράτος-μέλος» σημαίνει κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«όχημα» σημαίνει το σιδηροδρομικό όχημα που δύναται να κινείται με δικούς του τροχούς σε σιδηροδρομικές γραμμές, με ή χωρίς έλξη, και το οποίο αποτελείται από ένα ή περισσότερα δομικά και λειτουργικά υποσυστήματα ή μέρη τέτοιων υποσυστημάτων·

«σειρά» σημαίνει σύνολο πανομοιότυπων οχημάτων ενός τύπου σχεδίασης·

«στοιχεία διαλειτουργικότητας» σημαίνει κάθε απλό συστατικό στοιχείο, ομάδα συστατικών στοιχείων, υποσύνολο ή πλήρες σύνολο υλικών ενσωματωμένων ή προοριζόμενων να ενσωματωθούν σε υποσύστημα, από το οποίο εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος:

Νοείται ότι, στην έννοια του «στοιχείου» εμπίπτουν στοιχεία τόσο υλικά όσο και άυλα, όπως το λογισμικό·

«τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας» (στο εξής «ΤΠΔ») σημαίνει προδιαγραφή που έχει εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και ισχύει για κάθε υποσύστημα ή τμήμα υποσυστήματος, προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις και να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος·

«τύπος» σημαίνει τον τύπο οχήματος που ορίζει τα βασικά χαρακτηριστικά σχεδίασης του οχήματος, τα οποία καλύπτονται από ενιαίο πιστοποιητικό εξέτασης τύπου, που περιγράφεται στην ενότητα Β της Απόφασης 93/465/ΕΟΚ·

«υπάρχον σιδηροδρομικό σύστημα» σημαίνει το σύστημα, το οποίο απαρτίζεται από τη σιδηροδρομική υποδομή, συμπεριλαμβανομένων των γραμμών και των μόνιμων εγκαταστάσεων του υπάρχοντος σιδηροδρομικού δικτύου, και από τα οχήματα κάθε κατηγορίας και προέλευσης που κυκλοφορούν στην υποδομή αυτή·

«υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας» σημαίνει τον υπεύθυνο για τη συντήρηση του οχήματος φορέα που έχει καταχωρισθεί με την ιδιότητα αυτή στο εθνικό μητρώο οχημάτων·

«υποσυστήματα» σημαίνει το αποτέλεσμα της υποδιαίρεσης του σιδηροδρομικού συστήματος, σύμφωνα με το Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, τα υποσυστήματα, για τα οποία πρέπει να καθορίζονται βασικές απαιτήσεις, είναι δομικής ή λειτουργικής φύσεως·