14ΙΖ.-(1) Σε περίπτωση που χρηματοοικονομική επιχείρηση παραλείπει, αρνείται ή αμελεί να συμμορφωθεί με δεσμευτική απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου η οποία εκδίδεται κατόπιν εξουσιοδότησης του Επιτρόπου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14, εντός του χρονικού πλαισίου που καθορίζεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τη χρηματική αξία της απόφασης του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου η οποία εκδίδεται κατόπιν εξουσιοδότησης του Επιτρόπου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14:
(2) Κατά τον υπολογισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου ο Επίτροπος ή ο Βοηθός Επίτροπος λαμβάνει υπόψη:
(α) Τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της μη συμμόρφωσης,
(β) την οικονομική επάρκεια της χρηματοοικονομικής επιχείρησης, και
(γ) τυχόν προηγούμενες παραλείψεις συμμόρφωσης με αποφάσεις του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου.
(3) Η απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου για επιβολή διοικητικού προστίμου συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος.
(4) Η καταχώρηση προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο κατά της απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου, ουδόλως αναστέλλει ή επηρεάζει την υποχρέωση της χρηματοοικονομικής επιχείρησης να συμμορφωθεί με τη δεσμευτική απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου.
(5) Διοικητικό πρόστιμο, το οποίο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και δεν καταβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της επιβολής του στην χρηματοοικονομική επιχείρηση, συνιστά αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία και εισπράττεται ως τέτοιο.