Ποινές

4.(1) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους για αδίκημα που αναφέρεται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αυτός υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους για το αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αυτός υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης υπόκειται σε κατώτατο όριο ποινής χιλίων ευρώ (€1.000), εκτός αν το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικά ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις και/ή ότι η οικονομική δυνατότητα του κατηγορουμένου έχει μεταβληθεί, κρίνει σκόπιμο να μην επιβάλει ποινή και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης να επιβάλει μικρότερη ποινή:

Νοείται ότι σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης που το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή ή επιβάλλει χαμηλότερη του κατώτατου ορίου ποινή, αναφέρει ειδικά τους λόγους για την εν λόγω απόφασή του.

(3) Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.