Ερμηνεία

2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:

«γενικό κατάστημα» σημαίνει κατάστημα, το οποίο λειτουργεί με γενικό ωράριο με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και στο οποίο επιτρέπεται να διαθέτει προς πώληση οποιαδήποτε προϊόντα ή/και υπηρεσίες∙

«εβδομάδα» σημαίνει τη χρονική περίοδο επτά (7) ημερών που ξεκινά από την ώρα 00:01 κάθε Δευτέρας και τελειώνει την ώρα 24:00 της αμέσως επόμενης Κυριακής∙

«ειδικό κατάστημα» σημαίνει κατάστημα, το οποίο λειτουργεί με ειδικό ωράριο με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και στο οποίο επιτρέπεται να διαθέτει προς πώληση ορισμένα προϊόντα ή/και να προσφέρει τις υπηρεσίες που καθορίζονται με διάταγμα που εκδίδει ο Υπουργός και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙

«θερινή περίοδος» σημαίνει την περίοδο από την 1η Απριλίου μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ημερομηνιών∙

«ημερήσιο ωράριο εργασίας» σημαίνει την ώρα έναρξης και λήξης κάθε ημερήσιας χρονικής περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας υπάλληλος καταστήματος βρίσκεται στο χώρο εργασίας του και είναι στη διάθεση του καταστηματάρχη, για να ασκήσει τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, και περιλαμβάνει τις συνήθεις ημερήσιες ώρες εργασίας και το χρόνο της υπερωριακής απασχόλησης, αλλά δεν περιλαμβάνει το χρόνο του διαλείμματος∙

«κατάστημα» σημαίνει οποιοδήποτε υποστατικό, στο οποίο διεξάγεται λιανικό εμπόριο ή επιχείρηση, και περιλαμβάνει τα γενικά καταστήματα και όλες τις κατηγορίες των ειδικών καταστημάτων, όπως αυτά καθορίζονται στον παρόντα Νόμο·

«καταστηματάρχης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένης της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας, που έχει την ευθύνη ή στον οποίο ανήκει κατάστημα ή απασχολεί πρόσωπο σε ή σε σχέση με αυτό και περιλαμβάνει τον ιδιοκτήτη ή τον κύριο μέτοχο, διευθύνοντα σύμβουλο, γενικό διευθυντή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο ή την ευθύνη της διαχείρισης καταστήματος ή/και την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν τους όρους απασχόλησης υπαλλήλων καταστημάτων και τα της λειτουργίας του καταστήματος·

«λιανικό εμπόριο ή επιχείρηση» σημαίνει τη λιανική πώληση προϊόντων ή την προσφορά υπηρεσιών από καταστήματα καθώς και τις λιανικές πωλήσεις με πλειστηριασμό, αλλά δεν περιλαμβάνει την πώληση προγραμμάτων και καταλόγων και άλλες παρόμοιες πωλήσεις σε θέατρα και χώρους αναψυχής∙

«συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας» σημαίνει το μέγιστο αριθμό των συνολικών ωρών εργασίας ανά εβδομάδα, κατά τις οποίες ο υπάλληλος καταστήματος βρίσκεται στο χώρο εργασίας του και είναι στη διάθεση του καταστηματάρχη για να ασκήσει τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, αλλά δεν περιλαμβάνουν το χρόνο της υπερωριακής απασχόλησης και το χρόνο του διαλείμματος∙

«συνήθεις ημερήσιες ώρες εργασίας» σημαίνει το μέγιστο αριθμό των συνολικών ωρών εργασίας ανά ημέρα, κατά τις οποίες ο υπάλληλος καταστήματος βρίσκεται στο χώρο εργασίας του και είναι στη διάθεση του καταστηματάρχη για να ασκήσει τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, αλλά δεν περιλαμβάνουν το χρόνο της υπερωριακής απασχόλησης και το χρόνο του διαλείμματος∙

«τουριστικό κατάστημα» σημαίνει οποιοδήποτε γενικό ή ειδικό κατάστημα που καθορίζεται με διάταγμα που εκδίδεται με βάση το άρθρο 27 και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙

«τουριστική περιοχή/ζώνη» σημαίνει περιοχή, η οποία καθορίζεται με διάταγμα που εκδίδει ο Υπουργός και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, και στην οποία υπάρχει απαραιτήτως σταθερή και πυκνή διακίνηση τουριστών μετά το κανονικό ωράριο λειτουργίας των γενικών καταστημάτων, καθώς και -

(α) συγκεντρωμένα ξενοδοχεία και τουριστικά καταλύματα∙ ή/και

(β) συγκεντρωμένα εγκεκριμένα από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού κέντρα αναψυχής∙ ή/και

(γ) συγκεντρωμένες τουριστικές εγκαταστάσεις, άλλες από εκείνες που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β)∙ ή/και

(δ) αρχαιολογικοί χώροι∙

«υπάλληλος καταστήματος» σημαίνει κάθε πρόσωπο που εργάζεται έναντι μισθού ή μαθητεύει, με πλήρη ή μερική απασχόληση, με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, σε κατάστημα ή σε σχέση με αυτό∙

«χειμερινή περίοδος» σημαίνει την περίοδο από την 1η Νοεμβρίου κάθε έτους μέχρι την 31η Μαρτίου του αμέσως επόμενου έτους, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ημερομηνιών∙

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.