Ερμηνεία.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:

«άλλοι επαγγελματίες υγείας» σημαίνει εγγεγραμμένους φυσιοθεραπευτές κατά την έννοια του περί Εγγραφής Φυσιοθεραπευτών Νόμου, εγγεγραμμένους επαγγελματίες εργοθεραπευτές κατά την έννοια του περί Εγγραφής Επαγγελματιών Εργοθεραπευτών Νόμου, εγγεγραμμένους λογοπαθολόγους κατά την έννοια του περί Εγγραφής Λογοπαθολόγων Νόμου, εγγεγραμμένους ψυχολόγους με ειδικότητα στην κλινική ψυχολογία κατά την έννοια του περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμου, κλινικούς διαιτολόγους κατά την έννοια του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ασκεί επάγγελμα στον τομέα της υγείας, σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Οργανισμός με Κανονισμούς∙

«ανακουφιστική φροντίδα υγείας» σημαίνει την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας σε δικαιούχους με χρόνιες εξελικτικές ασθένειες, τον έλεγχο του πόνου και άλλων συμπτωμάτων με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των δικαιούχων, διά της παροχής σφαιρικής φροντίδας υγείας στο δικαιούχο μέχρι το θάνατο από παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας, η οποία δύναται να παραχωρείται σε συνδυασμό με τη θεραπευτική αγωγή∙

«αποδοχές»-

(α) σε σχέση με μισθωτό, έχει την έννοια που δίδει στον όρο αυτό ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος∙

(β) σε σχέση με αυτοτελώς εργαζόμενο σημαίνει-

(i) τις ασφαλιστέες αποδοχές κατά την έννοια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού∙

(ii) το ποσό που προέρχεται κάθε έτος από τις πηγές που καθορίζονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και είναι πέραν του ποσού που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) ανωτέρω∙

(γ) σε σχέση με πρόσωπο που κατέχει ή ασκεί οποιοδήποτε αξίωμα, σημαίνει το ποσό που προέρχεται κάθε έτος από τις πηγές που καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.

«αποζημίωση προέδρου και μελών» σημαίνει την αποζημίωση που καταβάλλεται στον πρόεδρο και στα μέλη δυνάμει του άρθρου 6∙

«Απόφαση» σημαίνει απόφαση του Οργανισμού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙

«ασθενής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο πάσχει από οποιαδήποτε ασθένεια ή πάθηση ή κάθε πρόσωπο το οποίο ζητά ή στο οποίο παρέχονται υπηρεσίες φροντίδας υγείας∙

«ατύχημα» σημαίνει απρόβλεπτο περιστατικό το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο ή τραυματισμό προσώπου, ανεξάρτητα από το εάν το πρόσωπο αυτό εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα στα αίτια του ατυχήματος·

«αυτοτελώς εργαζόμενος» έχει την έννοια που δίνει στον όρο ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος·

«Γενικός Διευθυντής» σημαίνει το Γενικό Διευθυντή του Οργανισμού·

«γενικός ιατρός» [Καταργήθηκε]·

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

«δημόσιο νοσηλευτήριο» σημαίνει νοσηλευτήριο, το οποίο ανήκει ή ελέγχεται από τη Δημοκρατία ή από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης∙

«δικαιούχος» σημαίνει πρόσωπο που δικαιούται υπηρεσίες φροντίδας υγείας δυνάμει του άρθρου 16∙

«δυσμενής διάκριση» σημαίνει άμεση ή έμμεση διάκριση στη βάση, μεταξύ άλλων, του φύλου, της θρησκείας, της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, του χρώματος, των φιλοσοφικών, πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, του γενετήσιου προσανατολισμού, της ηλικίας, της κατάστασης της υγείας, της αναπηρίας και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης∙

«ειδικός ιατρός» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 23∙

«εισόδημα» σημαίνει το εισόδημα κάθε φυσικού προσώπου προερχόμενο από τις πηγές που καθορίζονται στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, εκτός από αποδοχές ή σύνταξη και περιλαμβάνει μερίσματα, όπως αυτά καθορίζονται στον περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμο∙

«εισοδηματίας» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο έχει εισόδημα∙

«εισφορά» σημαίνει εισφορά που καταβάλλεται δυνάμει του παρόντος Νόμου·

«εισφορέας» σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο έχει υποχρέωση καταβολής εισφορών δυνάμει του άρθρου 19∙

«ενδονοσοκομειακή φροντίδα υγείας» σημαίνει την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας σε δικαιούχο o οποίος εισάγεται σε νοσηλευτήριο διότι απαιτείται-

(α) τουλάχιστον μία διανυκτέρευση του δικαιούχου, ή/και

(β) η χρήση εξειδικευμένης ιατρικής υποδομής ή/και ιατρικού εξοπλισμού που βρίσκεται σε νοσηλευτήριο∙

«επείγον περιστατικό» σημαίνει περιστατικό το οποίο απειλεί πρόσωπο με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή ή/και την υγεία του ή με σοβαρή, μη αναστρέψιμη ανικανότητα, σε περίπτωση που οι υπηρεσίες φροντίδας υγείας δεν παρασχεθούν εγκαίρως∙

«Επίτροπος» σημαίνει τον Επίτροπο Εποπτείας ο οποίος διορίζεται δυνάμει του άρθρου 42·

«εργαστήριο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο “κλινικό εργαστήριο” από το άρθρο 2 του περί Εγγραφής και Λειτουργίας Κλινικών Εργαστηρίων Νόμου∙

«εργοδότης» περιλαμβάνει και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας·

«εσωτερικοί κανονισμοί» σημαίνει κανονισμούς που εκδίδονται από τον Οργανισμό, εγκρίνονται από τον Υπουργό και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙

«εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο∙

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή  της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου» σημαίνει το Συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 3 του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου∙

«Ιατροσυμβούλιο» σημαίνει το συμβούλιο το οποίο ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 59·

«ιατροτεχνολογικό προϊόν» έχει την έννοια που αποδίδεται στους όρους «ιατροτεχνολογικό προϊόν ή προϊόν» ή «ιατροτεχνολογικό προϊόν ή προϊόν  που χρησιμοποιείται στη διάγνωση in vitro» από τους περί των Βασικών Απαιτήσεων (Ιατροτεχνολογικά Προϊόντα) Κανονισμούς∙

«ιδιωτικό νοσηλευτήριο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων (Έλεγχος Ίδρυσης και Λειτουργίας) Νόμο, το οποίο χρησιμοποιείται για την εισδοχή και παραμονή δικαιούχων για σκοπούς παροχής σε αυτούς υπηρεσιών φροντίδας υγείας ή ενδονοσοκομειακής φροντίδας υγείας∙

«Κανονισμοί» σημαίνει Κανονισμούς, οι οποίοι κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση δυνάμει των διατάξεων του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμο∙

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης  Απριλίου 2004  για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας∙

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (EK) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004∙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1231/2010» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1231/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010  για την επέκταση της εφαρμογής του Κανονισμού ΕΚ αριθ. 883/2004 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν διέπονται ήδη από τους κανονισμούς αυτούς μόνο λόγω της ιθαγένειάς τους∙

«κατάλογος ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών» σημαίνει τον κατάλογο ιατροτεχνολογικών προϊόντων, υγειονομικών ειδών, ή/και κατηγοριών των πιο πάνω, των οποίων τη δαπάνη ή μέρος της δαπάνης καλύπτει ο Οργανισμός στα πλαίσια του Συστήματος∙

«κατάλογος φαρμακευτικών προϊόντων» σημαίνει τον κατάλογο των φαρμακευτικών προϊόντων ή /και κατηγοριών φαρμακευτικών προϊόντων, των οποίων τη δαπάνη ή μέρος της δαπάνης καλύπτει ο Οργανισμός στα  πλαίσια του Συστήματος∙

«κοινωνική σύνταξη» έχει την έννοια που δίνει στον όρο αυτό ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος·

«κρατικές υπηρεσίες υγείας» σημαίνει  υπηρεσίες φροντίδας υγείας, οι οποίες παρέχονται από φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν ως εργοδότη τη Δημοκρατία και/ή νομικά πρόσωπα τα οποία ανήκουν ή ελέγχονται από τη Δημοκρατία∙

«κρατικό νοσηλευτήριο» [Καταργήθηκε]·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο Συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ελβετία∙

«μαία» σημαίνει εγγεγραμμένη μαία κατά την έννοια του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου∙

«μεγάλος ημικρατικός οργανισμός» [Καταργήθηκε]

«μέγιστη συμπληρωμή» σημαίνει το μέγιστο συνολικό ποσό συμπληρωμών που δύναται να καταβάλει κάθε δικαιούχος σε παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας κατά τη διάρκεια ενός έτους ∙

«μισθωτός» έχει την έννοια που δίνει στον όρο ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος·

«νοσηλευτήριο» σημαίνει οποιαδήποτε υγειονομική μονάδα, η οποία χρησιμοποιείται ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την εισδοχή και παραμονή δικαιούχων για σκοπούς παροχής σε αυτούς υπηρεσιών φροντίδας υγείας∙

«νοσηλευτής» σημαίνει εγγεγραμμένο νοσηλευτή κατά την έννοια του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου∙

«οδοντίατρος» σημαίνει εγγεγραμμένο οδοντίατρο, δυνάμει των διατάξεων του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου∙

«Οργανισμός» σημαίνει τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας που ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 3·

«παροχέας υπηρεσιών φροντίδας υγείας» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου ή τις ενώσεις αυτών ή τις κρατικές υπηρεσίες υγείας που συμβάλλονται με τον Οργανισμό για την παροχή προς τους δικαιούχους των υπηρεσιών φροντίδας υγείας που παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, εσωτερικών κανονισμών και Αποφάσεων∙

«πρόεδρος» σημαίνει τον πρόεδρο του Συμβουλίου∙

«προμηθευτής» [Καταργήθηκε]·

«προσωπικός ιατρός» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 23∙

«πρωτόκολλο» σημαίνει οδηγίες του Συστήματος για την παροχή αποτελεσματικών και αποδοτικών υπηρεσιών φροντίδας υγείας, οι οποίες διατυπώθηκαν στη βάση υψηλού βαθμού τεκμηριωμένης επιστημονικής βιβλιογραφίας.

«Συμβουλευτική Επιτροπή» [Καταργήθηκε]·

«Συμβούλιο» σημαίνει το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού·

«Συμβούλιο Φαρμάκων» σημαίνει το συμβούλιο που εγκαθιδρύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου∙

«συμπληρωμή» σημαίνει το ποσό που ο δικαιούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει στους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας για τις υπηρεσίες φροντίδας υγείας που λαμβάνει∙

«Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο» σημαίνει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο που υπογράφτηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαϊου 1992, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται·

«συνεισφορά» σημαίνει είτε τη συνεισφορά Ι είτε τη συνεισφορά ΙΙ∙

«συνεισφορά Ι» σημαίνει το ποσό που ο δικαιούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει στους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας για τις υπηρεσίες φροντίδας υγείας που λαμβάνει στις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 20Α∙

«συνεισφορά II» σημαίνει το ποσό, επιπλέον της συμπληρωμής ή συνεισφοράς Ι, το οποίο ο δικαιούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει στο φαρμακοποιό για τη λήψη φαρμακευτικών προϊόντων ή /και ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών πέραν της δαπάνης την οποία καλύπτει ο Οργανισμός∙

«συνταγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμο∙

«σύνταξη» σημαίνει τη σύνταξη κάθε φυσικού προσώπου προερχόμενη από τις πηγές που καθορίζονται στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και ο όρος «συνταξιούχος» ερμηνεύεται ανάλογα∙

«Σύστημα» σημαίνει το Γενικό Σύστημα Υγείας που εγκαθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙

«σύστημα πληροφορικής» σημαίνει το σύστημα πληροφορικής, το οποίο ο Οργανισμός αναπτύσσει και λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου.

«τέκνο» σημαίνει γόνο και περιλαμβάνει προγονό, εξώγαμο αναγνωρισμένο τέκνο και τέκνο που υιοθετήθηκε κατά τρόπο που αναγνωρίζεται από το δίκαιο και οι ορισμοί “γονείς”, “μητέρα” και “πατέρας” ερμηνεύονται ανάλογα∙

«Ταμείο» σημαίνει το Ταμείο Ασφάλισης Υγείας το οποίο ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 18·

«υγειονομικά είδη» σημαίνει αναλώσιμα υλικά, ορθοπεδικά και ορθωτικά είδη, τεχνητά μέλη και εμφυτεύματα∙

«υπηρεσίες» [Καταργήθηκε]·

«υπηρεσίες φροντίδας υγείας» σημαίνει τις υπηρεσίες που καθορίζονται στο Μέρος VII του παρόντος Νόμου∙

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Υγείας∙

«φαρμακείο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου∙

«φαρμακευτικό προϊόν» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμο∙

«φαρμακοποιός» σημαίνει εγγεγραμμένο φαρμακοποιό δυνάμει των διατάξεων του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου.