2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν προκύπτει από το κείμενο διαφορετική έννοια—
«Αρχή» σημαίνει την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου που αναφέρεται στο άρθρο 3·
«αυτοτελώς εργαζόμενος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτόν από το άρθρο 2 του περί Κοινωνικών Αφαλίσεων Νόμου·
«Γενικός Διευθυντής» σημαίνει το Γενικό Διευθυντή της Αρχής που διορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 13·
«Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών» σημαίνει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών που καθιδρύθηκε δυνάμει του Άρθρου 12 των περί Ετησίων Αδειών με Απολαβές Νόμων του 1967 έως 1999 και περιλαμβάνει και κάθε Τμήμα του·
«Διοικητικό Συμβούλιο» σημαίνει το Διοικητικό Συμβούλιο που συνιστάται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 10·
«επιθεωρητής» σημαίνει πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε να ενεργεί ως επιθεωρητής σύμφωνα με το άρθρο 15·
«εργατική διαφορά» σημαίνει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, σχετικά με την απασχόληση ή μη απασχόληση ή με τις συνθήκες και τους όρους απασχόλησης οποιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων από τον εργοδότη με τον οποίο εγείρεται η διαφορά είτε όχι·
«εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο είτε με σύμβαση εργασίας ή μαθητείας είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτουμένου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύεται ανάλογα αλλά δε θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας:
«καθορίζεται» μαζί με τις γραμματικές παραλλαγές του όρου και συγγενείς εκφράσεις, σημαίνει καθορίζεται με Κανονισμούς που εκδίδονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου αυτού·
«καθορισμένη θέση» σημαίνει θέση που καθορίζεται ως τέτοια από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 14Α·
«καταβλητέες απολαβές» περιλαμβάνει κάθε χρηματική αντιμισθία από απασχόληση του εργοδοτουμένου ή κάθε κέρδος από την απασχόληση αυτή δεκτικό χρηματικής αποτίμησης καθώς και την εισφορά που καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών που ιδρύθηκε με τους περί Ετησίων Αδειών με Απολαβές Νόμους του 1967 έως 1999, εξαιρούνται όμως έκτακτες προμήθειες και κατά χάρη (ex-gratia) πληρωμές·
«κατάρτιση» σημαίνει την προγραμματισμένη και συστηματική διαδικασία εξ υπαρχής μάθησης, επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ατόμων, που οδηγεί στην αποτελεσματική εκτέλεση της εργασίας μέσα από την απόκτηση, ανάπτυξη και βελτίωση των γνώσεων και των δεξιοτήτων ή τη διαφοροποίηση του τρόπου σκέψης και αντίληψης και στοχεύει στη βελτίωση της αποδοτικότητας της οικονομίας. Τα άτομα δυνατό να απασχολούνται ή να προτίθενται να απασχοληθούν σε οποιοδήποτε επάγγελμα και οποιαδήποτε βαθμίδα του προς ικανοποίηση αναγκών της οικονομίας σε ανθρώπινο δυναμικό. Ο όρος «πρόγραμμα κατάρτισης» θα ερμηνεύεται ανάλογα:
«κατηγορία εργοδοτουμένων» σημαίνει όλους τους εργοδοτουμένους που απασχολούνται στο ίδιο επάγγελμα, έχοντας αυτό ως κύριο επάγγελμα·
«Οδηγός» σημαίνει Οδηγό που εκδίδεται από την Αρχή δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 21·
«οικονομικό έτος» σημαίνει χρονική περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους·
«Ταμείο» σημαίνει το Ταμείο Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού που αναφέρεται στο άρθρο 18·
«τέλος» σημαίνει τέλος που καταβάλλεται από τους εργοδότες στο Ταμείο·
«υπάλληλος της Αρχής» σημαίνει οποιοδήποτε υπάλληλο της Αρχής που κατέχει θέση σ' αυτή είτε μόνιμα είτε προσωρινά είτε αναπληρωτικά, περιλαμβάνει δε και το Γενικό Διευθυντή της Αρχής·
«υποστατικό» σημαίνει οποιοδήποτε τόπο ή οίκημα όπου απασχολούνται εργοδοτούμενοι, καθώς και οποιοδήποτε άλλο τόπο όπου στεγάζονται Ιδρύματα ή Κέντρα ή Οργανισμοί Κατάρτισης ή όπου αλλού εφαρμόζονται προγράμματα κατάρτισης που έχουν τύχει της έγκρισης της Αρχής ή διεξάγονται άλλες δραστηριότητες που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Αρχής·
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.