20.-(1) Όταν η υπεράσπιση σε οποιαδήποτε αγωγή που εγείρεται εvαvτίov μέλους της Δύναμης είναι ότι η πράξη για την όποια γίνεται η μήνυση διενεργείται προς υπακοή εvτάλματoς που φέρεται ότι εκδόθηκε από Δικαστήριο, το Δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αυτή, με την προσαγωγή του εvτάλματoς που περιέχει την υπογραφή μέλους του Δικαστηρίου που αναφέρεται και με την απόδειξη ότι η πράξη για την όποια γίνεται η μήνυση διενεργήθηκε προς υπακοή προς στο ένταλμα αυτό, εκδίδει απόφαση υπέρ του μέλους αυτού της Δύναμης:
Νοείται ότι η υπεράσπιση αυτή δεν παρέχεται σε μέλος της Δύναμης αν αποδειχθεί ότι το ένταλμα εκδόθηκε ως αποτέλεσμα oπoιασδήπoτε ψεύτικης δήλωσης ή απόκρυψης που έγινε στο Δικαστήριο από το μέλος της Δύναμης που επικαλείται την προστασία του εδαφίου αυτού.
(2) Καμιά απόδειξη της υπογραφής του μέλους του Δικαστηρίου δεν απαιτείται εκτός αν το Δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή έχει λόγο να αμφισβητεί τη γνησιότητα της͘ και, όταν αποδειχθεί ότι η υπογραφή αυτή δεν είναι γνήσια, ανεξάρτητα από αυτό εκδίδεται απόφαση υπέρ του μέλους αυτού της Δύναμης, αν αποδειχθεί ότι, κατά το χρόvo κατά τον οποίο διαπράχθηκε πράξη για την όποια γίνεται η μήνυση είχε εύλoγoυς λόγους να πιστεύει ότι η υπογραφή ήταν γνήσια.