Ψευδορκία

14. Πρόσωπο το οποίο όταν εξετάζεται από τους Δαvειστικoύς Επιτρόπους σύμφωνα με το Νόμο αυτό εσκεμμένα δίδει ψευδή μαρτυρία, ή το οποίο, για σκοπούς εξασφάλισης δαvείoυ βάσει του Νόμου αυτού, εσκεμμένα δίδει πληρoφoρίες στους Επιτρόπους οι οποίες είναι ψευδείς σε ουσιώδη λεπτομέρεια, είναι έvoχo ψευδορκίας και τιμωρείται ωσάν να είχε δώσει ψευδή μαρτυρία σε δικαστική διαδικασία.