ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


ECLI:CY:DD:2020:188

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υπόθεση Αρ. 301/2020)

 

16 Απριλίου 2020

[Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1(Α), 7, 9, 14, 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

           

ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ                                                                       Αιτήτρια

                                                  ΚΑΙ

 

           ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΥΓΕΙΑΣ

 

Καθ' ης  η Αίτηση

 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 30.3.2020

ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

Ρ. Μαππουρίδης, για Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., μαζί με Α. Πατσαλίδη, για Αιτήτρια

Ε. Νεοφύτου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α', μαζί με Χ. Αλεξάνδρου, Δικηγόρο, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ' ης η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.: Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της προσφυγής αρ. 301/2020, με την οποία ζητείται-

 

«Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει άκυρη την πρόνοια της Κ.Δ.Π. 101/2020 αναφορικά με τους περιορισμούς που τίθενται στην παράγραφο 2(α) αυτής με την οποία «Από τις 6.00 μ.μ. της 16ης Μαρτίου 2020 μέχρι την 30η Απριλίου 2020 και ώρα 12 τα μεσάνυκτα, θα επιτρέπεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία, μόνο σε όσα πρόσωπα εξ' εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία, τα οποία προσκομίζουν Ιατρικό Πιστοποιητικό εξέτασης του Κορωνοϊού όχι παλαιότερο των 4 ημερών από την ημερομηνία άφιξής τους, από εργαστήρια αναφοράς τα οποία είναι κρατικά ή έχουν συμφωνία με το Κράτος από το οποίο έχουν αναχωρήσει, για να διεξάγουν την εργαστηριακή ανάλυση για τον κορωνοϊό» την οποία εξέδωσε ο Υπουργός Υγείας και η οποία δημοσιεύτηκε στις 15 Μαρτίου 2020 με αριθμό 5216 δια της οποίας απαγορεύετο και συνεχίζει να απαγορεύεται η είσοδος της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή δια της οποίας παράνομα τίθεντο διάφορες προϋποθέσεις για να επιτραπεί η είσοδος της στη Δημοκρατία, καθ' ότι αυτή είναι άκυρη και/ή στερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».

 

Την ίδια μέρα, ήτοι στις 30.3.2020, καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος του Δικαστηρίου, με το οποίο «να αναστέλλεται η εκτέλεση της διοικητικής πράξης που δημοσιεύτηκε ως Κ.Δ.Π. 101/2020 ως προς την πρόνοια της που περιέχεται στην παράγραφο 2(α) του Κανονισμού αναφορικά με τους περιορισμούς που τίθενται, δυνάμει των οποίων από τις 6 μ.μ. της 16ης Μαρτίου 2020 μέχρι την 30η Απριλίου 2020 και ώρα 12 τα μεσάνυκτα, θα επιτρέπεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία, μόνο σε όσα πρόσωπα εξ' εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία, τα οποία προσκομίζουν Ιατρικό Πιστοποιητικό εξέτασης του Κορωνοϊού, μέχρι πλήρους εκδίκασης της προσφυγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή για όσο χρόνο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο και/ή μέχρι τις 30/4/2020».

 

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του πατέρα της αιτήτριας, κ. xxxxx Πατσαλίδη, ημερομηνίας 30.3.2020, ο οποίος, ως αναφέρει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την θυγατέρα του να προβεί σε αυτήν, τα όσα δε εκθέτει προέρχονται από προσωπική του γνώση ή από επικοινωνία που αυτός είχε με την αιτήτρια, ενώ ως προς τα εγειρόμενα νομικά ζητήματα, εκφράζει την άποψή του ως δικηγόρος, δεόντως εγγεγραμμένος.

 

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, η αιτήτρια είναι τριτοετής φοιτήτρια στο Leeds College of Music, στην πόλη Λιντς της Αγγλίας και διαμένει σε διαμέρισμα που ενοικιάζει με Αγγλίδα συγκάτοικο, η οποία ωστόσο, λόγω των συνθηκών που δημιουργήθηκαν στη χώρα συνεπεία των μέτρων πρόληψης κατά της μετάδοσης του κορωνοϊού (COVID-19), εγκατέλειψε το διαμέρισμα και η αιτήτρια παραμένει σε αυτό μόνη της.

 

Εν συνεχεία, ο κ. Πατσαλίδης αναφέρεται λεπτομερώς στις ενέργειες που προέβη η οικογένεια της αιτήτριας από τις 9.3.2020, οπότε και παρουσιάστηκε το πρώτο κρούσμα του κορωνοϊού («ο ιός») στην Κύπρο: αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η οικογένεια είχε συμβουλέψει την αιτήτρια όπως επιστρέψει στην Κύπρο, «όμως το Πανεπιστήμιο της μέχρι εκείνη τη στιγμή λειτουργούσε και η ίδια ετοιμαζόταν πυρετωδώς για την τελική συναυλία της που θα ελάμβανε μέρος την 25 Μαρτίου 2020 και η οποία αποτελούσε μέρος του πτυχίου της». Περαιτέρω, η οικογένεια προχώρησε σε συνεχόμενες κρατήσεις θέσεων με διάφορες αεροπορικές εταιρείες, προκειμένου να καταστεί εφικτή η επιστροφή της αιτήτριας στην Κύπρο, κάτι ωστόσο που τελικά δεν κατέστη εφικτό ενόψει και της συνεχούς μεταβολής των συνθηκών και της μη εξασφάλισης των απαιτούμενων προς τούτο εγγράφων εκ μέρους της αιτήτριας. Συναφώς, ως εξηγεί ο ενόρκως δηλών, η αιτήτρια είχε προγραμματίσει αεροπορικό ταξίδι για την Κύπρο τόσο στις 19.3.2020 όσο και στις 20.3.2020, ωστόσο, παρά τις προσπάθειες της ιδίας αλλά και του πατέρα της, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ιατρική βεβαίωση, γιατί «κανένα ιατρικό κέντρο στη Μεγάλη Βρετανία δεν παρείχε τέτοια βεβαίωση». Ως επίσης αναφέρει, οι προσπάθειες για έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού συνεχίστηκαν, ενώ μόλις τις 25.3.2020 η κυβέρνηση στη Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε την έναρξη διενέργειας σχετικών διαγνωστικών ελέγχων. Τελικά, για τους λόγους που εξηγούνται, δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση της απαιτούμενης ιατρικής βεβαίωσης.

 

Κατ' επίκληση του ’ρθρου 14 του Συντάγματος, ο ενόρκως δηλών προβάλλει ότι σε κανένα Κύπριο πολίτη δεν μπορεί να παρεμποδιστεί η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία για οποιοδήποτε λόγο. Κατά τον κ. Πατσαλίδη, το προαπαιτούμενο ιατρικό πιστοποιητικό «ήταν μια συγκεκαλυμένη και/ή παράνομη πρόφαση ολοκληρωτικής άρνησης εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία ενός πολίτη της». Ως αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης πράξης, η αιτήτρια εγκλωβίστηκε στη Μεγάλη Βρετανία, μόνη, αβοήθητη και μακριά από τους δικούς της, ενώ και τα μέτρα στη χώρα έχουν ενταθεί. Λόγω δε της έξαρσης και ανεξέλεγκτης μετάδοσης του ιού στη Βρετανία, η υγεία και σωματική ακεραιότητα της αιτήτριας τίθεται σε κίνδυνο.

 

Ως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ομνύων, η άρνηση της Δημοκρατίας να επιστρέψει την είσοδο της αιτήτριας στην Κύπρο θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια, τη ζωή και τη σωματική της άνεση, κατά παράβαση των ’ρθρων 7 και 9 του Συντάγματος. Επιπρόσθετα, η προσβαλλόμενη πράξη αντίκειται ευθέως στο ’ρθρο 14 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το εν λόγω ’ρθρο παρέχει απόλυτη προστασία και δεν προβλέπει την επιβολή οποιωνδήποτε περιορισμών για τους οποιουσδήποτε λόγους, όπως συμβαίνει με άλλα ατομικά δικαιώματα, η άσκηση των οποίων μπορεί να περιορίζεται κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας. Συνεπώς, κατά τη σχετική εισήγηση, η προσβαλλόμενη πράξη ως προς τους όρους που τίθενται με την παράγραφο 2(α) αυτής, πάσχει από έκδηλη παρανομία. Επιπρόσθετα, η πράξη αυτή είναι ultra vires και/ή εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6(α) έως (δ) του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου (Κεφ. 260), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), καθότι σε καμία από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου δεν προβλέπεται η δυνατότητα παρεμπόδισης εισόδου Κύπριου πολίτη στη Δημοκρατία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, με την υποχρέωση προσαγωγής οποιοδήποτε πιστοποιητικού ως προαπαιτούμενου εισόδου.

 

Τα πιο πάνω περιλαμβάνονται εν πολλοίς και στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας, ο οποίος, ενίοτε με αναφορά σε σχετική νομολογία, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι έκδηλα παράνομη, ενώ θέτει και ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, κατά τη σχετική εισήγηση, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να επιτύχει.

Επισημαίνεται, όπως εξάλλου φαίνεται τόσο από την αίτηση, αλλά και τη γραπτή αγόρευση, ότι η αιτήτρια προβάλλει ως μοναδικό λόγο για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, την ύπαρξη έκδηλης παρανομίας της επίδικης πράξης. Αυτό τονίστηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας, κατά την ακρόαση της αίτησης, όταν και προβλήθηκε το σύνολο των θέσεων της πλευράς της αιτήτριας, που αναπτύσσονται και στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της.

 

Η αίτηση συνάντησε την ένσταση της Δημοκρατίας, η οποία, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται, στηρίζεται στους Κανονισμούς 13, 18, 19 και 22 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στα ’ρθρα 1Α, 7, 9, 13, 14, 28, 35 και 146 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 3, 6 και 6Α του Νόμου και στους δυνάμει αυτού εκδοθέντες Κανονισμούς, στις Αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 28.2.2020 και 10.3.2020, στο Ενωσιακό και διεθνές δίκαιο, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Εν πρώτοις, η καθ' ης η αίτηση εγείρει σειρά προδικαστικών ενστάσεων, τις οποίες αναπτύσσει ακολούθως στη γραπτή της αγόρευση. Συγκεκριμένα, εγείρονται οι εξής προδικαστικές ενστάσεις:

 

-      Η προσβαλλόμενη δια της προσφυγής πράξη δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη εντός της έννοιας του ’ρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά στην ουσία προσβάλλεται το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 3) του 2020» (Κ.Δ.Π. 101/2020), το οποίο αποτελεί κανονιστική πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία δεν υπόκειται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου˙

 

-      Η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος προς έγερση της παρούσας προσφυγής, αφού δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη ιδίου, άμεσου, ενεστώτος, συγκεκριμένου και προσωπικού συμφέροντος, κατά τρόπο που να εξατομικεύει την προσβολή που αυτή υφίσταται στα δικαιώματα και στο έννομο συμφέρον της˙

 

-      Η προσβαλλόμενη διάταξη της Κ.Δ.Π. 101/2020 που περιέχεται στην παράγραφο 2(α) αυτής έχει απωλέσει την εκτελεστότητά της, εφόσον αυτή έχει τροποποιηθεί από μεταγενέστερα Διατάγματα, τα οποία δεν προσβάλλονται με την παρούσα προσφυγή, περιλαμβανομένου και του περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διατάγματος (Αρ. 5) του 2020» (Κ.Δ.Π. 103/2020) και/ή η προσφυγή έχει απωλέσει το αντικείμενό της. Η όποια προσωρινή εφαρμογή της προϋπόθεσης περί προσκόμισης ιατρικού πιστοποιητικού, η οποία προβλεπόταν στην Κ.Δ.Π. 101/2020, έληξε και/ή υπερκεράσθηκε από τη γενικότερη απαγόρευση πτήσεων που επιβλήθηκε με το περί Πολιτικής Αεροπορίας (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα του 2020 (Κ.Δ.Π. 115/2020)˙

 

-      Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται εσφαλμένη Κ.Δ.Π., καθότι οι όποιοι προσωρινοί περιορισμοί υφίσταντο στην επάνοδο της αιτήτριας στη Δημοκρατία, κατά την καταχώρηση της προσφυγής μέχρι και σήμερα, δεν είναι απόρροια της προσβαλλόμενης Κ.Δ.Π. 101/2020, αλλά οφείλονται στη γενικότερη απαγόρευση πτήσεων που επιβλήθηκε με την προαναφερθείσα Κ.Δ.Π. 115/2020˙

 

-      Με την παρούσα προσφυγή δεν προσβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη κυβερνήσεως˙

 

-      Η παρούσα προσφυγή είναι αλυσιτελής, εφόσον ακόμα και αν αυτή επιτύχει, η αιτήτρια δεν θα μπορέσει να επωφεληθεί από αυτήν, καθότι έχει εκδοθεί άλλο Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 115/2020), το οποίο δεν προσβάλλεται από την αιτήτρια, και με το οποίο απαγορεύονται, πλην μερικών, οι πτήσεις από και προς τη Δημοκρατία. Συναφώς, προβάλλεται ότι οι εξελίξεις λόγω της πανδημίας ήσαν τέτοιες, που οδήγησαν στη λήψη αριθμού μέτρων και νομικών διαβημάτων (περιλαμβανομένης της έκδοσης των υπό αναφορά Κ.Δ.Π.), καθιστώντας άνευ αντικειμένου την παρούσα διαδικασία. Ως εκ τούτου, πρόκειται για ένα ζήτημα που υπό τις περιστάσεις είναι καθαρά θεωρητικό και ακαδημαϊκό και, ως τέτοιο, δεν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, το οποίο δεν συζητεί θέματα in abstracto.

 

’νευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, τις οποίες η πλευρά της αιτήτριας αντικρούει δια της γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι νόμιμη και απολύτως απαραίτητη και ουδεμία έκδηλη παρανομία υπάρχει σε αυτήν. Αντιθέτως, εισηγείται η κα Νεοφύτου, η πράξη αυτή λήφθηκε ορθά, σύννομα και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενωσιακού δικαίου, του Συντάγματος, της οικείας νομοθεσίας και τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και οι διαθέσιμες δυνατότητες του συστήματος υγείας της Δημοκρατίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατ' ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στην καθ' ης η αίτηση, προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας υγείας, με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του κορωνοϊού και απώτερο σκοπό την προστασία της ζωής του εγχώριου πληθυσμού της Δημοκρατίας. Είναι δε η πράξη αυτή δεόντως αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζει, ακόμα και αν κριθεί από το Δικαστήριο ότι υφίσταται εν προκειμένω παρανομία, αυτή δεν είναι ούτε οφθαλμοφανής, ούτε έκδηλη, αλλ' ούτε αυταπόδεικτη. Τυχόν δε έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα αποτελούσε επέμβαση στην ομαλή πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα, τα οποία άπτονται της ουσίας της προσφυγής και δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης στο παρόν στάδιο. Περαιτέρω, τυχόν έκδοση του διατάγματος θα είναι ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιβάλλει την προστασία της δημόσιας υγείας και της ανθρώπινης ζωής.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κ. xxxxx Ανθούση, Λειτουργού του Υπουργείου Υγείας, η οποία υπηρετεί στο Γραφείο του Υπουργού Υγείας («ο Υπουργός») και εκτελεί χρέη Συντονιστή του εν λόγω Γραφείου από τον Αύγουστο του 2015 μέχρι σήμερα και η οποία, ως αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της άμεσης εμπλοκής της σε αυτήν, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη να  προβεί στην ένορκη της δήλωση, ενώ όσον αφορά στα νομικά σημεία που εγείρονται, έχει λάβει νομική συμβουλή από τη δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση. Τονίζει δε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της ένστασης και υιοθετεί τις προαναφερθείσες προβληθείσες προδικαστικές ενστάσεις.

 

Εν συνεχεία, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο ιστορικό εμφάνισης και εξάπλωσης του ιού και στα συνακόλουθα μέτρα που έλαβε το Υπουργείο Υγείας («το Υπουργείο»). Γίνεται συναφώς αναφορά στην υπό του Υπουργού έκδοση του περί Τροποποίησης Παραρτήματος των περί Λοιμοκαθάρσεως (Δημόσια Υγεία) Κανονισμών, Διατάγματος του 2020 (Κ.Δ.Π. 74/2020), δυνάμει του άρθρου 6Α του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο συμπεριλήφθηκε στο εν λόγω Παράρτημα ο κορωνοϊός COVID 19 ως λοιμώδες νόσημα κατόπιν σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Ταυτόχρονα, ως αναφέρει η ομνύουσα, στο πλαίσιο περιορισμού εξάπλωσης του ιού, εκδόθηκε σωρεία οδηγιών και ταξιδιωτικών συστάσεων αναφορικά με ταξίδια από και προς την Κύπρο. Στις 9.3.2020 διαγνώσθηκαν τα δυο πρώτα θετικά κρούσματα στη χώρα και στις 10.3.2020, το Υπουργείο προχώρησε σε αναθεώρηση των ταξιδιωτικών οδηγιών, κατατάσσοντας τις χώρες προέλευσης σε κατηγορίες ελέγχου. Συγκεκριμένα, το Ηνωμένο Βασίλειο χαρακτηρίσθηκε ως χώρα εμπίπτουσα στην Κατηγορία 3, δηλαδή, ως εξηγεί η κα Ανθούση, «όσοι ταξιδιώτες είχαν χώρα προέλευσης το Ηνωμένο Βασίλειο, ελέγχονταν στο αεροδρόμιο με κάμερες θερμομέτρησης και στην περίπτωση που ήταν απύρετοι, παρέμεναν σπίτι σε αυτοπεριορισμό 14 ημερών». Ακολούθως, στις 11.3.2020 η κατάσταση χαρακτηρίστηκε ως πανδημία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, με συστάσεις του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού για ενίσχυση των ελέγχων.

 

Ενόψει των πιο πάνω, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, στο πλαίσιο αντιμετώπισης και διαχείρισης της πανδημίας του ιού, το Υπουργικό Συμβούλιο, σε συνεδρία του ημερομηνίας 10.3.2020, έλαβε την απόφαση όπως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμου του 1962, εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό όπως ασκεί τις εξουσίες που παρέχονται στο Υπουργικό Συμβούλιο από το Νόμο, περιλαμβανομένης και της έκδοσης σχετικών διαταγμάτων, για περίοδο έξι μηνών. Πράγματι, στις 11.3.2020 εκδόθηκε το πρώτο Διάταγμα με ισχύ μέχρι τις 31.3.2020, το οποίο προέβλεπε την απαγόρευση συγκέντρωσης και παραμονής στον ίδιο, ενιαίο κλειστό χώρο ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης πέραν των 75 ατόμων συνολικά. Στις 13.3.2020, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, εκδόθηκε το δεύτερο Διάταγμα, με τίτλο «Το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 2) του 2020» (Κ.Δ.Π. 100/2020), με ισχύ από 15.3.2020 και ώρα 01.00 μέχρι τις 30.3.2020 και ώρα 0.59 και το οποίο προέβλεπε την απαγόρευση εισόδου στη Δημοκρατία οποιουδήποτε πολίτη, ανεξαρτήτως υπηκοότητας, που δεν εμπίπτει σε συγκεκριμένες κατηγορίες, μεταξύ δε των πολιτών, στους οποίους επιτρεπόταν η είσοδος, ήταν οι Κύπριοι πολίτες.

 

Ακολούθησε, στις 15.3.2020, μετά από σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η έκδοση του επίδικου, τρίτου Διατάγματος, με τίτλο «Το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 3) του 2020» (Κ.Δ.Π. 101/2020), αφού, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, «λήφθηκε υπόψη η ευθύνη της Δημοκρατίας για προστασία της δημόσιας υγείας και του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του κορωνοϊού». Σύμφωνα με το εν λόγω Διάταγμα, αποφασίστηκε όπως από τις 6 μ.μ. τις 16.3.2020, μέχρι και τις 30.4.2020 και ώρα 12 τα μεσάνυκτα, θα επιτρέπεται η είσοδος στη Δημοκρατία μόνο σε άτομα εξ' εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία, τα οποία προσκομίζουν ιατρικό πιστοποιητικό εξέτασης του κορωνοϊού, όχι παλαιότερο των 4 ημερών από την ημερομηνία άφιξής τους, από εργαστήρια αναφοράς τα οποία είναι κρατικά ή έχουν συμφωνία με το κράτος από το οποίο αναχωρούν, για να διεξάγουν την εργαστηριακή ανάλυση για τον ιό. Ως εξηγεί η κα Ανθούση, σκοπός της εν λόγω ρύθμισης ήταν η διασφάλιση της εγκυρότητας των πιστοποιητικών καθώς και της μεθόδου που διενεργήθηκε. Επιπρόσθετα, αποφασίστηκε η καταβολή επιδόματος ύψους €750 σε κάθε φοιτητή του εξωτερικού και η διάθεση ποσού €100.000.000 για σκοπούς ενίσχυσης της δημόσιας υγείας, αναστολή εργασιών επιχειρήσεων του ιδιωτικού  τομέα και υιοθέτηση συνολικού έκτακτου προγράμματος στήριξης δημοσιονομικού περιεχομένου για τους εργαζόμενους στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

 

Εν συνεχεία, στις 17.3.2020, εκδόθηκε επεξηγηματικό Διάταγμα, με τίτλο «Το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 5) του 2020» (Κ.Δ.Π. 103/2020), σύμφωνα με το οποίο, η προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού εξέτασης του κορωνοϊού θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι και τις 3 π.μ. της 21.3.2020, με εξαίρεση συγκεκριμένες κατηγορίες για τις οποίες η είσοδος τους στην Δημοκρατία προϋποθέτει βεβαίωση από τις κατά τόπους διπλωματικές αποστολές της Δημοκρατίας. Ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, η αιτήτρια δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις που προβλέπει το εν λόγω Διάταγμα και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να εξασφαλίσει ιατρικό πιστοποιητικό εξέτασης κορωνοϊού από ένα από τα εργαστήρια που είχαν δημοσιευθεί στις 17.3.2020 και στα οποία, όσον αφορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τον σχετικό κατάλογο, περιλαμβάνονταν ενδεικτικά έξι εργαστήρια που εξέδιδαν το σχετικό πιστοποιητικό.

 

Τέλος, η κα Ανθούση αναφέρεται στην υπό του Υπουργού Μεταφορών, Συγκοινωνιών και Έργων έκδοση  της Κ.Δ.Π. 115/2020, στις 20.3.2020, σύμφωνα με την οποία απαγορεύτηκαν οι πτήσεις από και προς τη Δημοκρατία, με ορισμένες εξαιρέσεις.

 

Η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται δια της συνηγόρου της ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος, αλλ' ούτε και συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τη νομολογία, για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Η σχετική δε με τούτο επιχειρηματολογία αναπτύσσεται με περισσότερη λεπτομέρεια στη γραπτή αγόρευση της κας Νεοφύτου, ενώ τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατά την ακρόαση της αίτησης.

Το υπό εξέταση ένδικο μέσο που επέλεξε η αιτήτρια προς προώθηση των αιτημάτων της, ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται στην παρούσα δυνάμει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015.

 

Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση μιας προσφυγής ασκείται με φειδώ και μόνο όταν στοιχειοθετηθεί ότι υπάρχει είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή, από τη μη έκδοση του διατάγματος (βλ. MOHAMMED NAZRUZ ISLAM v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5917/2013, ημερ. 31.10.2013 και Singh v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 875/2012, ημερ. 12.7.2012). Οι αρχές που διέπουν την εξέταση προσωρινού διατάγματος στον τομέα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας έχουν κατ' επανάληψη εξηγηθεί σε αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ενδεικτικά την απόφαση στην Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203, όπου λέχθηκαν τ' ακόλουθα:

 

«Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές η έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πεδίο δικαιοδοσίας που πραγματευόμεθα αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δεν προβλέπεται άμεσα από το ’ρθρο 146 του Συντάγματος.  Εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας που παρέχεται ως εξουσία συμφυής προς το αντικείμενο της διαδικασίας προς διασφάλιση κατά πρώτο λόγο της νομιμότητας, που αποτελεί το κριτήριο που θέτει το ίδιο το ’ρθρο 146 για τη θεώρηση του επίδικου θέματος της προσφυγής. Παρέχεται εξουσία αναστολής εφόσον η πράξη ή απόφαση καταφαίνεται ως έκδηλα παράνομη.  Κατά δεύτερο λόγο μπορεί να ανασταλεί η απόφαση προς διαφύλαξη της δραστικότητας της δικαιοδοσίας οποτεδήποτε καταφαίνεται ότι η εφαρμογή της απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτητή δηλαδή ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί σε περίπτωση που η πράξη κριθεί ακυρωτέα.

 

Η άσκηση δικαιοδοσίας για την παροχή προσωρινής θεραπείας στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας θεσμοποιείται από τον Καν. 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962.».

 

Προτού όμως υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσον υφίσταται εν προκειμένω ζήτημα έκδηλης παρανομίας, υπέρ της οποίας, και μόνον, επιχειρηματολογεί η πλευρά της αιτήτριας (εφόσον δεν τίθεται προς εξέταση ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημίας), προέχει, λόγω της φύσης τους αλλά και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση των υπό της καθ' ης η αίτηση προβαλλόμενων προδικαστικών ενστάσεων.

 

Ως έχει ήδη λεχθεί, με την πρώτη εγειρόμενη προδικαστική ένσταση, η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη, ήτοι η Κ.Δ.Π. 101/2020, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη εν τη εννοία του ’ρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά κανονιστική πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία, ως τέτοια, δεν υπόκειται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι επ' αυτού η θέση του συνηγόρου της αιτήτριας, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η σχετική αναφορά στην παράγραφο 2(α) της Κ.Δ.Π. 101/2020[1] αφορά σε ένα καθορισμένο κύκλο προσώπων, δηλαδή σε εκείνους τους πολίτες της Δημοκρατίας που κατά την είσοδό τους στη χώρα δεν προσκομίζουν το απαιτούμενο πιστοποιητικό, με συνέπεια την απαγόρευση εισόδου τους. Ως εκ τούτου, συνεχίζει ο κ. Μαππουρίδης, η γενικότητα της πράξης «είναι εξειδικευμένη, καθορίζοντας και τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, αλλά παράλληλα και το αντικείμενο του επιβληθέντος περιορισμού καθώς και τους άμεσα επηρεαζόμενους πολίτες, παράγοντες που τεκμαίρουν την εκτελεστότητα και συνάμα τον εξατομικευμένο χαρακτήρα της πράξεως, προϋποθέσεις της γενικής ατομικής πράξης». Προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του, ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρεται σε αποφάσεις της ημεδαπής νομολογίας και σε βιβλιογραφία.

Στην παράγραφο 2 του επίδικου Διατάγματος (Κ.Δ.Π. 101/2020) περιέχονται τα μέτρα, των οποίων η λήψη κρίθηκε επιβεβλημένη και/ή αναγκαία με σκοπό, ως αναφέρεται και στον σχετικό πλαγιότιτλο, την παρεμπόδιση της εξάπλωσης της ασθένειας του ιού. Ενδιαφέρει εν προκειμένω η διάταξη της παραγράφου 2(α), κατά της οποίας στρέφεται η αιτήτρια και στην οποία προβλέπονται αυτολεξεί τα ακόλουθα:

 

«α) Από τις 6.00 μ.μ. της 16ης Μαρτίου 2020 μέχρι την 30ή Απριλίου 2020 και ώρα 12 τα μεσάνυκτα, θα επιτρέπεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία, μόνο σε όσα πρόσωπα εξ' εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία, τα οποία προσκομίζουν Ιατρικό Πιστοποιητικό εξέτασης του κορωνοϊού όχι παλαιότερο των 4 ημερών από την ημερομηνία άφιξής τους, από εργαστήρια αναφοράς τα οποία είναι κρατικά ή έχουν συμφωνία με το Κράτος από το οποίο έχουν αναχωρήσει, για να διεξάγουν την εργαστηριακή ανάλυση για τον κορωνοϊό και θα μεταφέρονται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους υποχρεωτικής καραντίνας για 14 ημέρες, καθαρά για προληπτικούς λόγους.

 

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση ισχύει και δι' όσους διέρχονται από τα σημεία διέλευσης μεταξύ των περιοχών που η Κυπριακή Δημοκρατία ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο και των κατεχομένων περιοχών, εκτός από καθαρά ανθρωπιστικές περιπτώσεις και μετά από σχετική έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών.».

 

Εξετάζοντας προσεκτικά το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, αλλά και γενικότερα όλης της επίδικης Κ.Δ.Π., δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω την κανονιστική της φυσιογνωμία και/ή τη φύση της ως πράξης κανονιστικού χαρακτήρα: ειδικότερα ως προς την διάταξη της παραγράφου 2(α) που εδώ ενδιαφέρει, είναι σαφές ότι τίθεται δι' αυτής, κατά τρόπο αντικειμενικό, γενικό και απρόσωπο, κανόνας δεσμευτικός για το παρόν και το μέλλον, ήτοι κανόνας δικαίου. Από την ίδια τη φύση και το εννοιολογικό περιεχόμενο της ρύθμισης που περιέχεται στη συγκεκριμένη διάταξη, και ανεξάρτητα από το εάν αυτή έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης, προκύπτει ξεκάθαρα η γενικότητά της και, συνακόλουθα, η δυνατότητα εφαρμογής της σε περιπτώσεις γενικές, αόριστες και/ή απρόσωπες που είτε ήδη υπάρχουν είτε θα υπάρξουν στο μέλλον. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το νομικό περιεχόμενο της επίδικης διάταξης και, κατ' επέκταση όλης της Κ.Δ.Π., δεν εξαντλείται σε μία εφαρμογή, αλλά δύναται να προκαλεί νέες εφαρμογές σε αόριστες και μέλλουσες περιπτώσεις που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η πράξη. Σαφώς και η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφορά μόνο σε φοιτητές, ως είναι η αιτήτρια, εφόσον στο πεδίο εφαρμογής της δύναται να εμπίπτει οποιοδήποτε πρόσωπο «εξ' εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία», ήτοι επί της ουσίας οποιοσδήποτε πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ και ως προς το στοιχείο του χρόνου, η επίδικη ρύθμιση επεκτείνεται και/ή δύναται να αφορά όχι μόνο σε ήδη υπάρχουσες περιπτώσεις, αλλά και σε περιπτώσεις που θα υπάρξουν στο, έστω εγγύς, μέλλον, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές συγκεντρώνουν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, πέραν της προϋπόθεσης όπως το πρόσωπο που επιθυμεί να εισέλθει στη Δημοκρατία, ανήκει σε εκείνα που δικαιούνται να εισέλθουν στη χώρα, θα πρέπει αυτό να προσκομίσει το απαιτούμενο ιατρικό πιστοποιητικό εξέτασης του κορωνοϊού, που να μην είναι παλαιότερο των 4 ημερών από την ημερομηνία άφιξης του προσώπου, από εργαστήρια αναφοράς, τα οποία είναι κρατικά ή έχουν συμφωνία με το κράτος από το οποίο έχουν αναχωρήσει, για να διεξάγει την εργαστηριακή ανάλυση για τον κορωνοϊό. Είναι πρόδηλο ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση, όπως και το επίδικο Διάταγμα στο σύνολό του, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός κανόνα δικαίου, η εφαρμογή του οποίου είναι γενική, δεν εξαντλείται σε συγκεκριμένες και υφιστάμενες περιπτώσεις, αλλά επεκτείνεται και σε μέλλουσες περιπτώσεις. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση, ήτοι ότι το επίδικο Διάταγμα και δη η διάταξη της παραγράφου 2(α) συνιστούν ατομική διοικητική πράξη, θα αναιρούσε και θα εξουδετέρωνε την ίδια την έννοια, αλλά και τη φύση, τόσο της κανονιστικής διοικητικής πράξης ως κανόνα δικαίου, όσο και, κατ' αντιδιαστολή, της ατομικής διοικητικής πράξης, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι η δημιουργία μιας υποκειμενικής κατάστασης και η εξατομίκευση ενός κανόνα δικαίου, κατά την εφαρμογή του σε συγκεκριμένη περίπτωση.

 

Σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα πιο πάνω και η ημεδαπή νομολογία, η οποία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική επί του υπό συζήτηση θέματος. Αρχικά στην Lanitis Farm and another v. The Republic of Cyprus (1982) 3 Α.Α.Δ. 124, έγινε επί του υπό συζήτηση θέματος σχετική παραπομπή από το Ανώτατο Δικαστήριο σε Ελληνική βιβλιογραφία και αναφέρθηκαν τα εξής (η υπογράμμιση προστέθηκε):

 

«The very nature of the Order in question does not come within the ambit of Article 146 of the Constitution, as in substance it was a regulatory act of a legislative nature of a general application. The test of the distinction between regulatory and individual acts is not an easy one. As stated by Stassinopoulos in his Law on Administrative Acts (1951) at p. 105:

 

"Όθεν το κριτήριον είναι ουσιαστικόν, διά τούτο δε και περισσότερον δυσκαθόριστον. Προσπάθεια καθορισμού των θεμάτων, άτινα, ως εκ της φύσεως αυτών, ανήκουν εις την κανονιστικήν εξουσίαν και οριοθεσίας μεταξύ των θεμάτων τούτων και των θεμάτων της νομοθετικής λειτουργίας, αποτελεί ματαιοπονίαν, ως άλλωστε και η απόπειρα όπως καθορίση τις μετ' απολύτου ακριβείας, που άρχεται και που τελευτά εκάστη των λειτουργιών της Πολιτείας.

 

Περιεχόμενον της κανονιστικής πράξεως ως και του νόμου είναι η θέσις κανόνος δικαίου, θέσιν δε κανόνος δικαίου, αποτελεί ο καθορισμός εκείνου, όπερ δέον να ισχύη ως δίκαιον διά πάντα, παρά τω οποίω υφίσταται πραγματική κατάστασις συγκεντρούσα χαρακτηριστικά γνωρίσματα γενικώς προσδιοριζόμενα. Ούτως αναμφισβήτητον εσωτερικόν γνώρισμα της κανονιστικής πράξεως είναι η γενικότης. Εν τη γενικότητι έγκειται κυρίως τούτο, ότι το νομικόν περιεχόμενον της πράξεως δεν εξαντλείται διά μιας και μόνης εφαρμογής, διά μιας και μόνης παροχής, αλλά διατηρεί την δύναμιν ίνα προκαλή νέας εφαρμογάς, επί των αορίστων και μελλουσών περιπτώσεων, αίτινες συγκεντρούσι τας υπό της πράξεως τεθείσας γενικώς προϋποθέσεις. Ούτως ο ιδεώδης τύπος της κανονιστικής πράξεως είναι η πράξις, ή απευθυνομένη προς πάντας, ισχύουσα άνευ τοπικού ή χρονικού περιορισμού και δυναμένη να εφαρμοσθή επί πληθύος σχέσεων και αντικειμένων."».

 

Στην απόφασή της στην Δημοκρατία ν. Cyprus General Bonded & Transit Stores Association κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 57, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση στην Kanika Hotels Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας (1996) 3 A.A.Δ. 169, επεσήμανε τα εξής (προστέθηκε η υπογράμμιση):

«Η εν προκειμένω απόφαση του Υπουργού για καθορισμό των τελών προσλαμβάνει, καθώς μας φαίνεται, κανονιστική φυσιογνωμία εφόσον θέτει με τρόπο γενικό και αφηρημένο, ήτοι απρόσωπα, κανόνα δεσμευτικό για το παρόν και το μέλλον. Που σημαίνει κανόνα δικαίου. Κι αυτό ανεξάρτητα από το κατά πόσο συγκεντρώνει ή όχι το σύνολο των γνωρισμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της δημοσίευσης, που θα της προσέδιδαν εγκυρότητα.  Δεν είναι όμως του παρόντος τέτοιος έλεγχος. Ο οποίος βέβαια δεν προσφέρεται απ' ευθείας δυνάμει του ’ρθρου 146 του Συντάγματος: βλ. Papaphilippou v. Republic, 1 R.S.C.C. 62 και Police v. Hondrou, 3 R.S.C.C. 82. Καθώς λέχθηκε στην Kanika Hotels Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας (1996) 3 A.A.Δ. 169:

 

"Η κανονιστική πράξη είναι πράξη που θέτει κανόνες που ως επί το πλείστον είναι κανόνες δικαίου και δημιουργεί, λόγω της φύσης της, καταστάσεις γενικές, απρόσωπες και αντικειμενικές. Σε αντίθεση, η ατομική διοικητική πράξη δημιουργεί υποκειμενικές καταστάσεις εξατομικεύοντας ένα κανόνα δικαίου και εφαρμόζοντας τον στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της κανονιστικής πράξης που τη διακρίνει από την ατομική είναι η γενικότητα, εννοιολογική γενικότητα και όχι αριθμητική, που παρέχει στην πράξη τη δυνατότητα εφαρμογής της σε περιπτώσεις αόριστες που είτε ήδη υπάρχουν είτε θα υπάρξουν στο μέλλον. Το δε νομικό περιεχόμενο της κανονιστικής πράξης δεν εξαντλείται με μία εφαρμογή αλλά διατηρεί τη δυνατότητα να προκαλεί νέες εφαρμογές σε αόριστες και μέλλουσες περιπτώσεις που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η πράξη. (Lanitis Farm Ltd v. Republic (1982) 3 C.L.R. 124).

 

Για τη διάκριση μεταξύ κανονιστικής πράξης και ατομικής διοικητικής πράξης δέστε και την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στις υποθέσεις Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικό Συμβούλιο κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 85."».

Ας σημειωθεί ότι με την εν λόγω απόφαση, ανετράπη η πρωτόδικη απόφαση, την οποία επικαλείται ο συνήγορος της αιτήτριας στη γραπτή του αγόρευση, προκειμένου να επιχειρηματολογήσει υπέρ της ατομικής διοικητικής πράξης στην παρούσα περίπτωση, και η οποία πρωτόδικη απόφαση είχε κρίνει την προσβαλλόμενη πράξη ως ατομική διοικητική πράξη, υποκείμενη σε προσφυγή. Μάλιστα, σε εκείνη την περίπτωση, η προσβαλλόμενη πράξη καθορισμού των τελών της λειτουργίας αποθηκών αποταμίευσης γνωστοποιήθηκε σε συγκεκριμένο κύκλο προσώπων, ήτοι προς όλους τους μέχρι τότε ιδιοκτήτες αποθηκών αποταμίευσης. Ωστόσο, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, έκρινε ότι η συγκεκριμένη πράξη είχε όλα τα χαρακτηριστικά κανονιστικής διοικητικής πράξης νομοθετικού περιεχομένου, μη δυνάμενης ωσαύτως να προσβληθεί δια του ’ρθρου 146 του Συντάγματος. Η ίδια δε προσέγγιση ακολουθήθηκε και αργότερα στην Ανδρέας Χαμάλης ν. Δημοκρατίας (1998) 4 Α.Α.Δ. 612.

 

Η πιο πάνω νομολογία επιβεβαιώθηκε και πιο πρόσφατα: στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αλέκτωρ Φαρμακευτική Λτδ κ.α. ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 250, κρίθηκε ότι το εκεί προσβαλλόμενο Διάταγμα του Υπουργού Υγείας, με το οποίο καθορίστηκε το ανώτατο ποσοστό κέρδους από χονδρική πώληση φαρμακευτικών προϊόντων, είχε γενικό χαρακτήρα και ρυθμιστικό περιεχόμενο και δεν υπόκειτο στον αναθεωρητικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Με αναφορά και στην Kanika Hotels Ltd, ανωτέρω, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι-

 

«Οι Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, νομοθετικού περιεχομένου, διαφεύγουν αυτού του ελέγχου [ενν. του αναθεωρητικού]. Οι πράξεις αυτές εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση νόμου και συνήθως θέτουν κανόνα ή κανόνες δικαίου. Ως εκ της φύσεως τους, δημιουργούν καταστάσεις γενικές, αφηρημένες, απρόσωπες και αντικειμενικές και έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα όχι την αριθμητική γενικότητα αλλά την εννοιολογική, η οποία παρέχει δυνατότητα εφαρμογής της συγκεκριμένης πράξης σε περιπτώσεις αόριστες οι οποίες είτε υπάρχουν είτε θα εμφανιστούν στο μέλλον. Το νομικό περιεχόμενο των Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων δεν εξαντλείται στη μια εφαρμογή τους αλλά η ισχύς του, διατηρείται ώστε να παρέχεται η δυνατότητα νέων εφαρμογών σε αόριστες και μέλλουσες περιπτώσεις οι οποίες συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η πράξη.» (βλ. και ALMAS SERVICE SECURITY LTD κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου, Υποθ. Αρ. 529/2010, ημερ. 5.10.2012).

 

Θα μπορούσε βεβαίως η πλευρά της αιτήτριας, και είχε τη δυνατότητα,  εφόσον επιθυμούσε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης Κ.Δ.Π. 101/2020, να το πράξει στο πλαίσιο προσφυγής στρεφόμενης όχι ευθέως κατά κανονιστικής διοικητικής πράξης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, αλλά κατά ατομικής διοικητικής πράξης, που να έχει όλα τα χαρακτηριστικά εκτελεστής διοικητικής πράξης, όπως π.χ., κατά της αρνητικής απάντησης της Διοίκησης σε αίτημα της αιτήτριας να της επιτραπεί η είσοδος στη Δημοκρατία επειδή, ενδεχομένως, δεν είχε τις απαιτούμενες διατυπώσεις. Κάτι βεβαίως που η αιτήτρια δεν έπραξε, αλλά αποφάσισε να στραφεί κατ' ευθείαν, απαραδέκτως, κατά της Κ.Δ.Π. 101/2020, ήτοι κατά κανονιστικής διοικητικής πράξης νομοθετικού περιεχομένου.

 

Συνακόλουθα, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη νομοθετικού περιεχομένου που, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, δεν μπορεί να προσβληθεί δια προσφυγής δυνάμει του ’ρθρου 146 και εκφεύγει του ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Με αυτή δε τη διαπίστωση, είναι αυτονόητο ότι σφραγίζεται από το στάδιο αυτό η τύχη τόσο της παρούσας αίτησης, όσο και της ίδιας της προσφυγής, η οποία υπόκειται σε απόρριψη ως απαράδεκτη, χωρίς να διεξαχθεί ακρόαση αυτής (βλ. Hellenic Petroleum Cyprus Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. (2007) 3 ΑΑΔ 602).

 

Επιπρόσθετα, όμως, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση, αλλά και η προσφυγή, υπόκεινται σε απόρριψη και για έναν ακόμα λόγο που επίσης αφορά στην ίδια τη φύση της προσβαλλόμενης πράξης: συγκεκριμένα, έχω την άποψη ότι η επίδικη Κ.Δ.Π. 101/2020 έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πράξης κυβερνήσεως, η οποία, κατά πάγια νομολογία, εκφεύγει του αναθεωρητικού ελέγχου και δεν δύναται να προσβληθεί δια προσφυγής δυνάμει του ’ρθρου 146 του Συντάγματος (βλ. ενδεικτικά Χατζηανδρέου ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 352). Στην ίδια υπόθεση, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεσήμανε ότι, κατά τη νομολογία, «δεν υπάρχει σταθερό και γενικά αποδεκτό κριτήριο στη βάση του οποίου να μπορεί να διαπιστωθεί ο κυβερνητικός χαρακτήρας συγκεκριμένης πράξης. Όπως και το Γαλλικό και Ελληνικό Συμβούλιο Επικράτειας, έτσι και το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις όπου εξετάστηκε το ζήτημα, ακολουθεί την πρακτική μέθοδο της απαρίθμησης σύμφωνα με την οποία κυβερνητικές πράξεις είναι μόνο εκείνες οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο, όπως διαμορφώνεται σταδιακά με τη Νομολογία» (βλ. και Κυριάκου ν. Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 692/2012 ημερ. 26.11.2012, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2003) 4 Α.Α.Δ. 618, αλλά και την πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Ποταμίτου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 541/2016 κ.α., ημερ. 16.3.2020). Συναφώς, στο σύγγραμμα «Δίκαιο Διοικητικών Πράξεων» του Μιχ. Δ. Στασινόπουλου, 1982, σελ. 34, με αναφορά ακριβώς στην υπό αναφορά μέθοδο της απαρίθμησης, γίνεται ταξινόμηση των σχετικών κατηγοριών πράξεων εκ του σχετικού καταλόγου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αποτελούν πράξεις κυβερνήσεως, και σε μια από τις εν λόγω κατηγορίες ρητά περιλαμβάνεται η λήψη εκτάκτων υγειονομικών μέτρων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα (η υπογράμμιση προστέθηκε):

 

«Επειδή δε η κυρία, αν μη μοναδική, πρακτική συνέπεια της διακρίσεως είναι το ανεξέλεγκτον των κυβερνητικών πράξεων υπό των δικαστηρίων, η κρίσις των δικαστηρίων και δη του Συμβουλίου της Επικράτειας είναι η πρακτικώς καθορίζουσα την περιοχήν των κυβερνητικών πράξεων.

 

Εις τον κατάλογον των υπό της νομολογίας χαρακτηριζομένων ως κυβερνητικών πράξεων περιλαμβάνονται αι εξής κατηγορίαι:

 

α) Αι αναγόμενοι εις τας σχέσεις της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας, ως π.χ. το διάταγμα περί διαλύσεως της Βουλής, περί διενεργείας βουλευτικών εκλογών, η παράλειψις καταθέσεως νομοσχεδίου προς ψήφισιν εις την Βουλήν, κλπ.

 

β) Αι πράξεις δι' ων ασκείται η συνταγματική προνομία της χάριτος, καίτοι, υφίσταται και αντίθετος γνώμη, αρνουμένη τον κυβερνητικόν χαρακτήρα εις τας πράξεις ταύτας.

 

γ) Αι πράξεις, δι' ων λαμβάνονται μέτρα αποβλέποντα εις την γενικωτέραν εσωτερικήν και εξωτερικήν ασφάλειαν της επικράτειας, ως είναι η κήρυξις πολέμου, η κήρυξις επιστρατεύσεως, η κήρυξις στρατιωτικού νόμου, η λήψις εκτάκτων υγειονομικών μέτρων κλπ. Παρά τινων θεωρούνται ως κυβερνητικάι πράξεις και τα πολεμικά γεγονότα, αι παρά στρατευμάτων προξενούμεναι ζημίαι κλπ. Τούτο είνε ορθόν, εφ' όσον πρόκειται περί αλλοδαπών στρατευμάτων, διότι τότε η ενέργεια ανάγεται εις τάς διενθείς σχέσεις, περί ών αμέσως κατωτέρω. Αι ενέργειαι των ημεδαπών στρατευμάτων εν τω ημεδαπώ εδάφει, δεν φέρουν, κατ' αρχήν, κυβερνητικόν χαρακτήρα.

 

δ) Αι πράξεις αι συνδεόμενοι προς τας μετ' άλλων κρατών, σχέσεις. Ενταύθα υπάγονται ειδικώτερον, αι πράξεις αι σχετικαί προς την εν τω εξωτερικώ προστασίαν των ημεδαπών, αι προς τας διπλωματικός υπηρεσίας διδόμεναι οδηγίαι, η απέλασις αλλοδαπού.».

 

Το ότι οι κυβερνητικές πράξεις δεν υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο αποτελεί έκφανση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, εφόσον, αν τα Δικαστήρια ήλεγχαν τις κυβερνητικές πράξεις, τότε αυτό θα σήμαινε ότι θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την υποκειμενική κρίση των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας με μια δική τους, όχι λιγότερο υποκειμενική, αξιολόγηση. Αντίθετα, θα μπορούσε εύλογα να λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, ως και η υπό κρίση, είναι προτιμότερη η κρίση των φορέων της εκτελεστικής εξουσίας, δεδομένου ότι αυτοί, λόγω της συνεχούς ενασχόλησής τους με τα συγκεκριμένα ζητήματα, εν προκειμένω ζητήματα υγείας, κατά τεκμήριο υπερτερούν σε γνώσεις και εμπειρίες. Τυχόν διαφορετική αντιμετώπιση στην υπό εξέταση περίπτωση, θα αναδείκνυε το Δικαστήριο σε ουσιαστικό ρυθμιστή της υγειονομικής πολιτικής του κράτους, αφού το Δικαστήριο θα υπεισερχόταν ανεπίτρεπτα σε πεδίο αμιγώς πολιτικών εκτιμήσεων και σε αυτό θα εναπόκειτο η τελική απόφαση αναφορικά με τα υπό συζήτηση υγειονομικά μέτρα (βλ. Λουκά ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 124/2013, ημερ. 8.1.2014, όπου ακολουθήθηκε παρόμοια προσέγγιση και γίνεται αναφορά και στην απόφαση πλειοψηφίας της Ολομέλειας  του Ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας στην Υπόθεση 22/2007). ’μεσα σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και τα λεχθέντα υπό του Δικαστή Ερωτοκρίτου, ως ήταν τότε, στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 427 (απόφαση μειοψηφίας). Κρίνω χρήσιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα, στο οποίο γίνεται παραπομπή και στην Χατζηανδρέου, ανωτέρω (η υπογράμμιση προστέθηκε):

 

«Οι δύο μεγαλύτερες ομάδες πράξεων της κυβέρνησης, οι οποίες κρίθηκαν «πολιτικές» και ως τέτοιες νομολογιακά εξαιρέθηκαν του δικαστικού ελέγχου, αφορούν στον τομέα των διεθνών σχέσεων ενός κράτους και της πολιτικής που ασκείται από την εκτελεστική εξουσία. Νομολογιακά έχει κριθεί ότι οι πράξεις αυτής της φύσης, είναι τόσο σημαντικές για τη διατήρηση της πολιτείας, της ασφάλειας του κράτους και του κοινωνικού ιστού, ώστε κατ' εξαίρεση να μην υπόκεινται σε νομικούς περιορισμούς και στον αυστηρό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων. Η εξαίρεση σε αυτούς τους δύο τομείς δεν είναι άσχετη με την έλλειψη μεθόδων ελέγχου από πλευράς δικαστηρίων, είτε της εκτελεστικής εξουσίας είτε ξένων κυβερνήσεων που ενδεχομένως να εμπλέκονται ή να επικαλούνται και οι ίδιες ότι μια δική τους πράξη είναι πράξη κυβερνήσεως και δεν θα πρέπει να ελεγχθεί από τη δικαιοσύνη.

 

Η νομολογία μας, ελλείψει σταθερών συνταγματικών ή γενικά αποδεκτών κριτηρίων, φαίνεται να αποδέχεται ως κυβερνητικές πράξεις εκείνες που περιέχονται στον Κατάλογο, όπως αυτός διαμορφώθηκε σταδιακά από την ευρωπαϊκή νομολογία και ιδιαίτερα το Γαλλικό και Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. Χατζηανδρέου ν. Δημοκρατίας (2001) 3(Α) Α.Α.Δ. 352, 355).».

 

Κρίνω λοιπόν, υπό το φως και των πιο πάνω, ότι και το επίδικο Διάταγμα, σκοπός του οποίου είναι η προστασία της δημόσιας υγείας εντός της Δημοκρατίας, δια του καθορισμού μέτρων με σκοπό την παρεμπόδιση εξάπλωσης του κορωνοϊού (βλ. παράγραφο 2 της Κ.Δ.Π. 101/2020), και κατά του οποίου ευθέως στρέφεται η παρούσα προσφυγή, συνιστά, ως εκ της φύσης του, πράξη κυβερνήσεως, η οποία, ως μη εκτελεστή διοικητική πράξη, δεν εμπίπτει στον αναθεωρητικό έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου. Όπως ορθώς επισημαίνεται και από τη συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, το εν λόγω Διάταγμα συνιστά μια άκρως σημαντική πράξη αφορώσα ευθέως στην προστασία της δημόσιας υγείας, στον περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού, στην αποτροπή πιθανής κατάρρευσης του συστήματος υγείας από τυχόν διασπορά του υιού και τελικά στην την προστασία της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Η δε περίπτωση στην οποία αναφέρεται ο συνήγορος της αιτήτριας με παραπομπή στην Karaliota v. Republic (1985) 3 C.L.R. 2053, σαφώς και διαφέρει από την παρούσα περίπτωση. Εκεί, υπήρξε συγκεκριμένη εκτελεστή διοικητική πράξη, ήτοι η άρνηση της Διοίκησης να χορηγήσει άδεια εισόδου αλλοδαπού, ενώ στην υπό εξέταση περίπτωση, ως ήδη ελέχθη, αντικείμενο της παρούσας προσφυγής δεν αποτελεί οποιαδήποτε εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά το ίδιο το επίδικο Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 101/2020), δια του οποίου λήφθηκαν συγκεκριμένα υγειονομικά μέτρα.

 

Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η προσφυγή, ως στρεφόμενη κατά μη εκτελεστής διοικητικής πράξης, για όλους τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, δεν μπορεί να προχωρήσει και, συνεπώς, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Συνακόλουθα, και η παρούσα αίτηση, καταχωρηθείσα στο πλαίσιο της υπό αναφορά προσφυγής, δεν μπορεί να προχωρήσει και υπόκειται σε απόρριψη.

 

Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, οι οποίες και σφραγίζουν άνευ ετέρου την τύχη τόσο της παρούσας αίτησης όσο και της προσφυγής, λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης και του αναντίλεκτου γεγονότος ότι πρόκειται περί ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου θέματος, κρίνω χρήσιμο να επισημάνω και τα εξής, ως προς την ουσία της αίτησης:

 

Ως έχει λεχθεί, η πλευρά της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι υπήρξε εν προκειμένω έκδηλη παρανομία και, ως εκ τούτου, εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας, όπως τίθεται στην αίτηση και αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της, είναι δισκελής: αφορά τόσο στην παραβίαση του ’ρθρου 14 του Συντάγματος, όσο και στο ότι η επίδικη Κ.Δ.Π. 101/2020 είναι ultra vires του άρθρου 6(α), (β), (γ) και (δ) του Νόμου.

 

Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση αντικρούει και τους δυο προαναφερόμενους ισχυρισμούς. Αναφορικά με το ’ρθρο 14, ισχυρίζεται, με αναφορά σε νομολογία, ότι αυτό αφορά αποκλειστικά σε θέματα εξορίας και απέλασης και συγκεκριμένα περιπτώσεις κατά τις οποίες απαγορεύεται σε πολίτη της Δημοκρατίας η είσοδος στη Δημοκρατία λόγω προηγούμενης απόφασης κήρυξής του ως εξόριστου. Κατά τη σχετική εισήγηση, οι δυο έννοιες (απέλαση και απαγόρευση εισόδου) αφορούν στο ίδιο νομικό ζήτημα, ήτοι την εξορία ή απέλαση και στο δικαίωμα εισόδου ή επανεισόδου λόγω εξορίας ή απέλασης, όχι όμως σε άλλα θέματα. Το ’ρθρο 14, συνεχίζει η κα Νεοφύτου, σκοπό είχε να θέσει απαγόρευση εφαρμογής της απέλασης/εξορίας πολίτη της Δημοκρατίας και εισόδου του στη Δημοκρατία για το λόγο αυτό, «κατά τρόπο που να καταστήσει σαφές ότι δεν επιτρέπεται για τους πολίτες της Δημοκρατίας η μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε αλλοδαπούς» και δεν είναι νοητή η επέκταση του εν λόγω ’ρθρου σε άλλα θέματα πέραν των θεμάτων που συνδέονται με εξορία ή απέλαση. Ωστόσο, συνεχίζει, αναφορικά με το γενικό δικαίωμα μετακίνησης (εξόδου, διακίνησης) στη Δημοκρατία, είναι το ’ρθρο 13 του Συντάγματος που εφαρμόζεται και όχι το ’ρθρο 14. Το ’ρθρο 13 ρητά προβλέπει ότι το δικαίωμα ελευθέρας μετακινήσεως εντός της Δημοκρατίας και διαμονής σε οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ως και το δικαίωμα μόνιμης ή προσωρινής εγκατάλειψης του εδάφους της Δημοκρατίας υπόκειται σε περιορισμούς που επιβάλλονται, μεταξύ άλλων, «διότι κρίθηκαν αναγκαίοι για τη δημόσια υγεία». Σε κάθε δε περίπτωση, καταλήγει η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το ’ρθρο 14 του Συντάγματος, οι προϋποθέσεις που τέθηκαν εν προκειμένω για την είσοδο των πολιτών της Δημοκρατίας στη χώρα ήταν απολύτως αναγκαίες για την προστασία της δημόσιας υγείας και της ανθρώπινης ζωής, αναλογικές και δεν αποτελούν απόλυτο περιορισμό του υπό του εν λόγω ’ρθρου προστατευόμενου δικαιώματος, αλλά αφορούν σε μέτρα προσωρινού χαρακτήρα.

Έχοντας εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επί του θέματος και το σύνολο  των ενώπιον μου στοιχείων, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι κάθε άλλο παρά έκδηλη παρανομία προκύπτει στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι μια τέτοια παρανομία δεν αναδύεται αυτόματα, αλλ' ούτε και αναντίλεκτη είναι, ως η πάγια νομολογία απαιτεί, τα δε εγειρόμενα ζητήματα δεν μπορούν να αποφασισθούν χωρίς στάθμιση και κρίση εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, όπως και οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στις προεκτεθείσες ένορκες δηλώσεις και στις γραπτές αγορεύσεις των δυο πλευρών και αφορούν ευθέως στο επίδικο ζήτημα, ήτοι αυτό της νομιμότητας και εγκυρότητας της ίδιας της Κ.Δ.Π. 101/2020, ζήτημα που, ως αναφέρω και πιο κάτω, συνιστά και την ουσία της υπόθεσης (βλ. Hewlett Packard Hellas Ε.Ρ.Ε. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Υποθ. Αρ. 1056/2004, ημερ. 4.4.2005 και Netvision Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Υποθ. Αρ. 992/2004, ημερ. 26.10.2004).

 

Στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, ότι δηλαδή στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει έκδηλη παρανομία, και λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο που εγείρεται το υπό συζήτηση θέμα, ήτοι αυτό της ενδιάμεσης αίτησης, χωρίς να εκφέρω τελική κρίση επί του ζητήματος, εφόσον ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων περί μη εκτελεστότητας της επίδικης πράξης αυτό δεν κρίνεται σκόπιμο, έχω την άποψη ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να αποκλειστεί, άνευ ετέρου και χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση αυτό που υπήρξε ήταν ένας θεμιτός, προσωρινός, περιορισμός ενός δικαιώματος, ο οποίος έγκειται σε μέτρα απολύτως αναγκαία για την προστασία της υγείας του εγχώριου πληθυσμού και της ανθρώπινης ζωής. Το κατά πόσον επιτρέπεται η ρύθμιση της άσκησης του προβλεπόμενου στο ’ρθρο 14 δικαιώματος είναι συζητήσιμο. Ούτε και μπορεί να απορριφθεί άνευ ετέρου η θέση ότι στην παρούσα περίπτωση, δεν απαγορεύτηκε (εν προκειμένω στην αιτήτρια) η είσοδος στη Δημοκρατία, αλλά ρυθμίστηκε η ενάσκηση αυτού του δικαιώματος για προσωρινό χρονικό διάστημα, κατ' επίκληση της προστασίας της δημόσιας υγείας: υπενθυμίζεται ότι στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα και με την παράγραφο 2(α) του επίδικου Διατάγματος, προκειμένου η αιτήτρια (αλλά και οποιοσδήποτε από τα πρόσωπα που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία) να μπορεί να εισέλθει στη Δημοκρατία, θα πρέπει να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό ως προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη. Θα μπορούσε ενδεχομένως να υποστηριχθεί η θέση ότι δι' αυτής της πρόνοιας δεν επέρχεται η απαγόρευση εισόδου στη Δημοκρατία, αλλά ρυθμίζεται η άσκηση αυτού του δικαιώματος πολίτη της Δημοκρατίας, εν προκειμένω της αιτήτριας, και ότι η ρύθμιση έγινε για προσωρινό χρονικό διάστημα, κατ' εξαίρεση και κατ' επίκληση της προστασίας της δημόσιας υγείας. Ούτε, γενικότερα, μπορεί να λεχθεί ότι η κάθε ρύθμιση της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος εμπίπτει, άνευ ετέρου, εντός της έννοιας της απαγόρευσης εισόδου. Επ' αυτού, θα μπορούσε επίσης κάποιος να θέσει το επιχείρημα ότι λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης και της επιτακτικής ανάγκης για προστασία της δημόσιας υγείας, οι δια του επίδικου Διατάγματος εξαιρετικοί και προσωρινοί περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου στη χώρα, δεν συνιστούν, το δίχως άλλο, και απαγόρευση εισόδου και ότι διαφορετική ερμηνεία θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράλογα αποτελέσματα, εφόσον θα στερείτο αυτομάτως και a priori η Δημοκρατία κάθε δυνατότητας να θέτει περιορισμούς στο δικαίωμα εισόδου ακόμα και πολίτη της.

 

Επισημαίνω, πάντως, ότι περιορισμοί στην άσκηση ενός συνταγματικού δικαιώματος μπορούν να επέλθουν δια της καθιέρωσης διατυπώσεων, όπως είναι για παράδειγμα η τήρηση τύπων και δικονομικών κανόνων[2]. Εν προκειμένω, ο περιορισμός στο υπό του ’ρθρου 14 του Συντάγματος προβλεπόμενο δικαίωμα επήλθε δια της απαίτησης προσκόμισης ιατρικού πιστοποιητικού εξέτασης του κορωνοϊού, όχι παλαιότερου των 4 ημερών από την ημερομηνία άφιξης του προσώπου στη Δημοκρατία, από καθορισμένα εργαστήρια. Και βεβαίως, τέτοιου είδους περιορισμοί δεν αναμένεται να αναγράφονται στο ίδιο το Σύνταγμα, οι διατάξεις του οποίου, ως γνωστό, εξειδικεύονται και αναπτύσσονται περαιτέρω στην εθνική πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία. Ωστόσο, το κατά πόσον ένας τέτοιος περιορισμός είναι θεμιτός στην παρούσα περίπτωση, συνιστά την ίδια την ουσία της υπόθεσης και, ως εξηγείται και πιο κάτω, το θέμα αυτό δεν θα μπορούσε να εξαντληθεί και επιλυθεί οριστικά στο παρόν στάδιο, όπου εξετάζεται ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας. Εντούτοις, κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθούν οι πιο πάνω προβληματισμοί του Δικαστηρίου τούτου, αρκετοί από τους οποίους έχουν τεθεί και από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, προκειμένου να καταδειχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση, κάθε άλλο παρά έκδηλη παρανομία στοιχειοθετείται.

 

Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω, ακόμα και αν η κατάληξή μου ως προς την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης ήταν διαφορετική, είναι ξεκάθαρο ότι δεν εντοπίζεται έκδηλη παρανομία ως προς την έκδοση και το περιεχόμενο της επίδικης Κ.Δ.Π., ήτοι τέτοια παρανομία που να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη και αντικειμενικά αναντίλεκτη, προκειμένου να συντρέχει λόγος έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Υπενθυμίζεται ότι κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να μπορεί η παρανομία να χαρακτηριστεί ως «έκδηλη», θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη, αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (βλ. Πολύβιος Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992) 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 1857, Economides v. Republic (1982) 3 CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982) 3 Α.Α.Δ. 53). Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Marfin Popular Bank Public Ltd. (2007) 3 ΑΑΔ 32, 36) και να συνεπάγεται καθαρή παραβίαση της υπό του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας ή αδιαμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του Διοικητικού Δικαίου (βλ. Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 71).

 

Επιπρόσθετα, για τους ίδιους λόγους, δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με τον ισχυρισμό ότι η επίδικη Κ.Δ.Π. 101/2020 είναι έκδηλα παράνομη ως ultra vires του άρθρου 6(α), (β), (γ) και (δ) του Νόμου. Και ως προς αυτό το σημείο η επιχειρηματολογία των δυο πλευρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετη.

 

Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 6 του Νόμου που εδώ ενδιαφέρουν (η υπογράμμιση προστέθηκε)-

 

«6. Το Υπουργικό Συ΅βούλιο δύναται ΅ε Διάταγ΅α να εκδίδει Κανονισ΅ούς που δη΅οσιεύονται στην Επίση΅η Εφη΅ερίδα της Δη΅οκρατίας για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς:-

 

(α) τον καθορισ΅ό των ΅έτρων που λα΅βάνονται εντός της Δη΅οκρατίας σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή, είτε εντός είτε εκτός της Δη΅οκρατίας, που κηρύχτηκε ως ΅ολυσ΅ένη τοπική περιοχή·

 

(β) την παρε΅πόδιση της εισαγωγής οποιασδήποτε επικίνδυνης ΅ολυσ΅ατικής ασθένειας εντός της Δη΅οκρατίας ή οποιουδήποτε ΅έρους αυτής από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δη΅οκρατίας, είτε η τοπική αυτή περιοχή είναι ΅ολυσ΅ένη τοπική περιοχή είτε όχι·

 

(γ) την παρε΅πόδιση της εξάπλωσης οποιασδήποτε επικίνδυνης ΅ολυσ΅ατικής ασθένειας από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δη΅οκρατίας, είτε είναι ΅ολυσ΅ένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε άλλη τοπική περιοχή εντός της Δη΅οκρατίας·

 

(δ) την παρε΅πόδιση της ΅ετάδοσης οποιασδήποτε επικίνδυνης ΅ολυσ΅ατικής ασθένειας από τη Δη΅οκρατία ή από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, είτε είναι ΅ολυσ΅ένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δη΅οκρατίας».

 

Η πλευρά της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι σε καμία από τις πιο πάνω διατάξεις δεν μπορεί να έχει έρεισμα η επίδικη Κ.Δ.Π. 101/2020. Ειδικότερα δε ως προς την παράγραφο 6(β) ανωτέρω, ο συνήγορος της αιτήτριας, με αναφορά στον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο (Ν.94(Ι)/2004), εισηγείται ότι η ερμηνεία της λέξης «εισαγωγή», σύμφωνα με τον εν λόγω Νόμο, περιλαμβάνει και την ερμηνεία του όρου «είσοδος εμπορευμάτων» και ισχυρίζεται πως ο όρος «είσοδος» στο Νόμο 94(Ι)/2004 αναφέρεται σε εμπορεύματα και όχι σε πρόσωπα. Ωστόσο, συνεχίζει, ακόμα και αν, κατά διασταλτική ερμηνεία, ήθελε κριθεί ότι ο εν λόγω όρος περιλαμβάνει και παρεμπόδιση εισαγωγής ασθενειών μέσω φυσικών προσώπων που είναι πολίτες της Δημοκρατίας, το γράμμα της παραγράφου αυτής θα έπρεπε να διαβάζεται τηρουμένων των προνοιών του ’ρθρου 188 του Συντάγματος και δεν μπορεί να προσκρούει σε οποιαδήποτε από τις διατάξεις του Συντάγματος και δη σε συνταγματικές πρόνοιες που κατοχυρώνουν ανθρώπινα δικαιώματα.

 

Από την πλευρά της, η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση υπενθυμίζει ότι το Υπουργικό Συμβούλιο, στη συνεδρία του ημερομηνίας 10.3.2020, έλαβε την απόφαση όπως, κατ' εφαρμογή του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμου του 1962, εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό όπως ασκεί τις εξουσίες που παρέχονται στο Υπουργικό Συμβούλιο από το Νόμο, περιλαμβανομένης και της έκδοσης σχετικών διαταγμάτων, για περίοδο έξι μηνών. Το δε επίδικο Διάταγμα περιλαμβάνεται σε αυτά για τα οποία ο Υπουργός είχε εξουσία έκδοσης και, συνακόλουθα, αυτό εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου, το οποίο προβλέπει για τη δυνατότητα έκδοσης κανονισμών δια διατάγματος υπό του Υπουργικού Συμβουλίου. Αυτή δε η εξουσία εκχωρήθηκε στον Υπουργό. Περαιτέρω, ως εξηγεί η κα Νεοφύτου, ο Υπουργός, δυνάμει του άρθρου 6Α του Νόμου, προέβη στην έκδοση της Κ.Δ.Π. 74/2020, σύμφωνα με την οποία συμπεριλήφθηκε στο σχετικό Παράρτημα των Κανονισμών ο κορωνοϊός COVID 19 ως λοιμώδες νόσημα κατόπιν σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Επομένως, κατά τη σχετική εισήγηση, εφόσον ο κορωνοϊός θεωρήθηκε ως λοιμώδες νόσημα και περιλήφθηκε στο σχετικό Παράρτημα, ήταν δυνατή η έκδοση των σχετικών Διαταγμάτων εφόσον υπήρχε η σχετική εξουσιοδοτική διάταξη και το επίδικο Διάταγμα λήφθηκε δυνάμει των παραγράφων (α) έως και (δ) του άρθρου 6 του Νόμου.

 

Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω και την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία ότι ούτε και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να γίνεται λόγος για  έκδηλη παρανομία, εφόσον, ως έχει εξηγηθεί και πιο πάνω, μια τέτοια παρανομία ούτε αναδύεται αυτόματα, αλλ' ούτε και αναντίλεκτη είναι.

 

Ειδικότερα, ως προς τα όσα εκτίθενται αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του κ. Μαππουρίδη, θα μπορούσε να προβληθεί ο προβληματισμός που έχει προεκτεθεί περί διάκρισης μεταξύ απαγόρευσης άσκησης δικαιώματος, αφενός, και ρύθμισης άσκησης και εύλογου περιορισμού ενός τέτοιου δικαιώματος, αφετέρου. Όσο δε αφορά στο πρώτο σκέλος του ισχυρισμού, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί θα πρέπει κάποιος να ανατρέξει σε μια άσχετη με το παρόν ζήτημα νομοθεσία και ειδικά στον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο (Ν.94(Ι)/2004), για να μπορέσει να ερμηνεύσει τον όρο «εισαγωγή» που περιέχεται στο άρθρο 6(β) του Νόμου. Είναι ξεκάθαρο από το πνεύμα της όλης διάταξης του άρθρου 6 και δη της παραγράφου (β) και ελλείψει οποιαδήποτε ειδικότερης αναφοράς, ότι αυτό που επιδιώκει ο νομοθέτης είναι την παρεμπόδιση εισαγωγής οποιασδήποτε επικίνδυνης ΅ολυσ΅ατικής ασθένειας εντός της Δη΅οκρατίας, ανεξαρτήτως του εάν αυτή μπορεί να προέρχεται από ανθρώπους, ζώα ή/και πράγματα.

 

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ήθελε κάποιος κρίνει ως εσφαλμένη την πιο πάνω προσέγγιση, επαναλαμβάνω ότι είναι πρόδηλο από τα αμέσως πιο πάνω και υπό το φως των προαναφερθεισών νομολογιακών κατευθυντήριων επί του θέματος, ότι δεν μπορεί επ' ουδενί να γίνεται λόγος για έκδηλη παρανομία στην συγκεκριμένη περίπτωση.

 

Θα πρέπει, τέλος, να παρατηρήσω ότι πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, υφίσταται και έτερο ζήτημα που έγκειται στο ότι αυτό που ζητείται με την παρούσα αίτηση, συνιστά ουσιαστικά και το αντικείμενο της κυρίως αίτησης, δεδομένου ότι αντικείμενο τόσο της αίτησης όσο και της προσφυγής αποτελεί η νομιμότητα της Κ.Δ.Π. 101/2020 και δη της παραγράφου 2(α) αυτής. Κατά πάγια νομολογία, ωστόσο, δεν είναι ορθό το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση για προσωρινό διάταγμα, να διαγιγνώσκει, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, και την ουσία της προσφυγής (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3056 και Πρόδρομος Α. Σέργη ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 98/14, ημερ. 5.3.2014). Αποτελεί διαχρονική γραμμή της ημεδαπής νομολογίας ότι τα νομικά ζητήματα, που συνιστούν την ουσία μιας υπόθεσης, πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη αυτής. Επίλυσή τους στο στάδιο της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή και ανεπίτρεπτη επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα, που θα εξεταστούν από τον δικάζοντα Δικαστή (βλ. ενδεικτικά Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1982) 3 Α.Α.Δ. 837).

 

Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κώστας Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 387, «ακόμα όμως και όταν η έκδηλη παρανομία αποτελεί λόγο άμεσης αναστολής της εκτέλεσης διοικητικής απόφασης, η προσέγγιση θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη, γιατί διαφορετικά η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα καταντούσε μάταιη προσπάθεια. [Βλέπε Sofocleous v. Republic (1971) 3 C.L.R. 345, Karram v. Republic (1983) 3 C.L.R. 199]. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Miltiadous v. Republic (1972) 3 C.L.R. 341, ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επίδικων θεμάτων εκκρεμούσας της διαδικασίας» (βλ. και Hellenic Petroleum Cyprus Ltd ν. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, Υποθ. Αρ. 518/2006, ημερ. 20.3.2006).

 

Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, ακόμη και αν δεν προέβαινα στις προηγηθείσες διαπιστώσεις ως προς τη φύση της προσβαλλόμενης πράξης, που οδηγούν άνευ ετέρου στην απόρριψη της αίτησης αλλά και της προσφυγής, δεδομένου του αιτητικού της αίτησης ακυρώσεως,  με το οποίο ζητείται ουσιαστικά ό,τι και με την υπό κρίση αίτηση, τυχόν εξέταση της ουσίας της αίτησης, θα ισοδυναμούσε με εξέταση της ουσίας της διαφοράς και διαμόρφωση, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, τελικής κρίσης επί του θέματος και, κατ' επέκταση, επί της προσφυγής. Πράγμα βεβαίως ανεπίτρεπτο. Ας σημειωθεί ότι παρόμοιο ζήτημα είχα την ευκαιρία να εξετάσω τόσο στην Ματθαίος Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1349/2016, ημερ. 25.1.2017, όσο και πιο πρόσφατα, στην Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 401/2019, ημερ. 25.4.2019, όπου και ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση, η δε εκδοθείσα ενδιάμεση απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε.

 

Ενόψει λοιπόν όλων των λόγων που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση δεν έχει έρεισμα, αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

 

 

                                                                                                    Φ.ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.



[1] Σύμφωνα με την οποία «Από τις 6.00 μ.μ. της 16ης Μαρτίου 2020 μέχρι την 30ή Απριλίου 2020 και ώρα 12 τα μεσάνυκτα, θα επιτρέπεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία, μόνο σε όσα πρόσωπα εξ' εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία, τα οποία προσκομίζουν Ιατρικό Πιστοποιητικό εξέτασης του κορωνοϊού».

[2] Βλ. π.χ. τη διάταξη του ’ρθρου 30 του Συντάγματος που προβλέπει ότι 'Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος' και η οποία παρόλο που θέτει με τρόπο απόλυτο την εν λόγω απαγόρευση, έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο και από το Ε.Δ.Δ.Α. ότι δεν είναι απόλυτη διότι επιτρέπει την ρύθμιση της άσκησης του δικαιώματος και την καθιέρωση διατυπώσεων, όπως για παράδειγμα την τήρηση προθεσμιών και δικονομικών κανόνων.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο