ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Σύνθεση: Γ.Ν.Γιασεμής, Π.Ε.Δ., Λ.Δημητριάδου Ανδρέου, Α.Ε.Δ., Έ.Εφραίμ, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 17179/06
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ν.
1. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
2. ΧΑΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΙΤΟΥ
3. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ
4. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΑΥΛΟΥ
5. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΙΛΙΛΗ
6. ΚΩΣΤΑ ΔΗΜΟΥ ΤΟΥΜΠΑ
7. ΙΟΡΔΑΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ
8. ΑΝΔΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
9. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
10. ΤΕΥΚΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
11. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΑΝΕΖΗ
Κατηγορουμένων
----------
Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2009.
Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ :
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Σ.Μάτσας με τον κ.Ν.Κέκκο.
Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ.Μ.Γεωργίου.
Για τους Κατηγορούμενους 2, 3, 4, 9: Ο κ.Γ.Γεωργίου με την κα.Έλ.Γεωργίου.
Για τον Κατηγορούμενο 5: Ο κ.Γ.Παπαϊωάννου.
Για τον Κατηγορούμενο 6: Ο κ.Μ.Κυπριανού με την κα.Ελ.Νικολάου.
Για τον Κατηγορούμενο 7: Ο κ.Δ.Θεοδώρου.
Για τους Κατηγορούμενους 8, 10: Ο κ.Σ.Χαραλάμπους.
Κατηγορούμενοι 1 έως 10: Παρόντες.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στην απόφαση αυτή θα προχωρήσουμε από το σημείο στο οποίο έχουμε καταλήξει με την απόφαση μας η οποία αφορούσε το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Οι κατηγορίες στις οποίες κάθε κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του αναφέρονται εκεί. Ό,τι ακολουθεί είναι η συζήτηση της μαρτυρίας και η τελική κρίση αναφορικά με την ενοχή ή μη του κάθε κατηγορούμενου στις εν λόγω κατηγορίες. Το βάρος απόδειξης των κατηγοριών αυτών το φέρει η κατηγορούσα αρχή. Για να επιτύχει καταδίκη σε οποιαδήποτε κατηγορία, θα πρέπει να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων, στους οποίους αφορά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Προς τούτο θα πρέπει να έχει προσκομίσει ικανή αποδεκτή μαρτυρία.
Κατά τη δίκη η οποία διεξήχθη κατάθεσε μεγάλος αριθμός μαρτύρων και ηγέρθησαν πολλά θέματα σε σχέση τόσο με την πραγματική όσο και με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Κάποια είναι πρωτόγνωρα για τα κυπριακά νομικά δεδομένα. Στο επίκεντρο βρίσκεται το θέμα της αναγνώρισης καθενός των κατηγορουμένων ως του προσώπου που διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Οι δύο παραπονούμενοι, Μάρκος και Γιάννος, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας ενέπλεξαν μερικούς μόνο από τους κατηγορούμενους στη διενέργεια πράξεων βίας εναντίον τους, όμως, με μαρτυρία της οποίας η εγκυρότητα και η αξιοπιστία αμφισβητούνται έντονα από την υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, καλούμεθα τόσο γι’αυτούς όσο και για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους να διαπιστώσουμε αν όντως ενέχονται στη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία ο καθένας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, μετά το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Δηλαδή, σε σχέση και με τα αδικήματα για τα οποία δεν προκύπτει οτιδήποτε από τη μαρτυρία των δύο παραπονουμένων, αφού γι’αυτή τη πτυχή έχει προσκομιστεί η μαρτυρία άλλων μαρτύρων, ήτοι αξιωματικών της αστυνομίας, οι οποίοι φέρεται να έχουν αναγνωρίσει τους κατηγορούμενους ως εμπλεκόμενους στα εν λόγω αδικήματα. Σε σχέση με το θέμα της αναγνώρισης των κατηγορουμένων, ζωτικής σημασίας για την κατηγορούσα αρχή είναι μία βιντεοταινία η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο ως μαρτυρία και φέρεται να έχει καταγραφεί σ’αυτή το μεγαλύτερο μέρος του επεισοδίου κατά το οποίο φέρεται να κακοποιήθηκαν οι δύο παραπονούμενοι.
Τα διάφορα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι δέκα κατηγορούμενοι φέρεται να διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του προαναφερθέντος επεισοδίου. Ότι δε κατά τις μεταμεσονύχτιες πρωινές ώρες της 20.12.2005 συνέβηκε κάποιο επεισόδιο σε δρόμο της Ακροπόλεως στη Λευκωσία, με εμπλεκόμενους αστυνομικούς και τους δύο προαναφερθέντες πολίτες, δεν είναι υπό αμφισβήτηση και αντίθετα αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Υπάρχει, άλλωστε, αρκετή αδιαμφισβήτητη μαρτυρία την οποία αποδεχόμαστε ως αντιπροσωπευτική της αλήθειας και με βάση αυτή οδηγούμαστε στο ίδιο συμπέρασμα. Θα αναφερθούμε σ’αυτή αργότερα.
Κάποιοι από τους κατηγορούμενους με δηλώσεις μέσω των συνηγόρων τους αλλά και δικές τους, ανώμοτες δηλώσεις, στις οποίες προέβηκαν όταν κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, δέχονται ότι ήσαν παρόντες στη σκηνή και ότι είχαν κάποια συμμετοχή στο επεισόδιο. Ενώ κάποιοι άλλοι δέχονται μόνο ότι ήσαν παρόντες στη σκηνή. Για κάποιους από αυτούς η κατηγορούσα αρχή θεωρεί ότι η παρουσία τους στη σκηνή κατά την εξέλιξη του επεισοδίου είναι αρκετή για τη στοιχειοθέτηση των συγκεκριμένων κατηγοριών που τους αφορούν. Όμως, είναι και κάποιοι από τους κατηγορούμενους οι οποίοι αμφισβητούν εντελώς την παρουσία τους εκεί. Ενόψει της θέσης αυτής από μερίδα των κατηγορουμένων καθώς επίσης της αμφισβήτησης από τους υπόλοιπους ότι η συμμετοχή τους στο επεισόδιο ή η απλή παρουσία τους στη σκηνή αποκαλύπτει οτιδήποτε το οποίο να τους ενοχοποιεί για οποιαδήποτε αδικήματα, η ακρόαση διεξήχθη εφ’όλης της ύλης. Στο πλαίσιο αυτό και προς απόσειση του βάρους το οποίο φέρει για απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή επικέντρωσε την προσπάθεια της στο να αποδείξει την παρουσία όλων και καθενός ξεχωριστά των κατηγορουμένων στη σκηνή του επεισοδίου καθώς επίσης τι ακριβώς έκαναν ευρισκόμενοι εκεί. Η προσπάθεια αυτή έγινε, βασικά, μέσα από τη βιντεοταινία στην οποία, όπως έχει προαναφερθεί, φέρεται να έχει καταγράφει το μεγαλύτερο μέρος του υπό αναφορά επεισοδίου.
Η εν λόγω βιντεοταινία ή απλά η ταινία κατατέθηκε, μετά από ένσταση, ως μαρτυρία και σημειώθηκε τεκμήριο 43, αφού προηγουμένως κρίθηκε ότι μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθεί ως αυθεντική. Προς τούτο αντλήθηκε καθοδήγηση από σχετική νομολογία καθώς επίσης από κάποια μαρτυρία η οποία ήταν ήδη ενώπιον μας στο στάδιο εκείνο. Λόγω της κρισιμότητας της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να προέκυπτε από την ταινία αλλά και για διαπίστωση της φύσης της ως μαρτυρίας, δώσαμε πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, αποδεχόμενοι τελικώς την κατάθεση της. Να προσθέσουμε μόνο ότι το θέμα της γνησιότητας της ταινίας αρχικά ετέθη σε σχέση με την κατάθεση ενός αντιγράφου της φερόμενης ως πρωτότυπης, και ήταν σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δε θα κατατίθετο από τον παραγωγό της. Πράγματι το πρόσωπο αυτό δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στη δίκη, η δε ταυτότητα του παρέμεινε άγνωστη μέχρι τέλους. Το εν λόγω αντίγραφο της ταινίας κατατέθηκε από τον κ.Πέτρο Κληρίδη, Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Μ.Κ.34, και σημειώθηκε τεκμήριο 41. Στην ίδια βάση κρίθηκε ως αποδεκτή μαρτυρία, όταν προτάθηκε η κατάθεση της από τον ίδιο μάρτυρα, και η φερόμενη ως πρωτότυπη ταινία, τεκμήριο 43. Ενώ συγχρόνως κατατέθηκαν και σημειώθηκαν τεκμήριο 42 η κάμερα που φέρεται να χρησιμοποιήθηκε από τον άγνωστο για τη βιντεοσκόπηση του επεισοδίου, μαζί με τα διάφορα εξαρτήματα της. Οι δυο ταινίες κατατέθηκαν ως πραγματική μαρτυρία (real evidence). Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να τις παρακολουθήσει και το ίδιο το δικαστήριο για να συναγάγει τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα σε σχέση με τα όσα διαδραματίζονται και ως προς το ποιοι εμφανίζονται σ’αυτές εφόσον, βέβαια, κριθεί ότι είναι αυθεντικές και στο βαθμό που η καθαρότητα της εικόνας και του ήχου τους το καθιστά αυτό εφικτό.
Αυθεντικότητα της ταινίας
Στη συνέχεια, η μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε για απόδειξη των κατηγοριών προήλθε κατά το μέγιστο βαθμό από τη φερόμενη ως πρωτότυπη ταινία, τεκμήριο 43, κλώνος της οποίας, τεκμήριο 84, προβλήθηκε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της δίκης. Παρακολουθώντας την οι διάφοροι μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι κλήθηκαν για το σκοπό αυτό, αναγνώρισαν, όπως ισχυρίστηκαν, τους κατηγορούμενους να βρίσκονται στη σκηνή του επεισοδίου. Η αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων έγινε με δεδομένη πάντοτε τη θέση της υπεράσπισης για το μη γνήσιο της ταινίας. Εν πάση περιπτώσει, η κατηγορούσα αρχή έφερε πάντοτε το βάρος για απόδειξη του γεγονότος αυτού με θετική μαρτυρία. Η εκ πρώτης όψεως θεώρηση της ταινίας ως γνήσιας αφορούσε μόνο το στάδιο της αποδοχής της ως μαρτυρίας. Στο τελικό αυτό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί για την αυθεντικότητα της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η εξέταση του θέματος αυτού θα γίνει υπό το φως του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση κατάθεσης κατηγορούμενου η οποία έγινε αρχικά αποδεκτή ως θεληματική μετά από δίκη εντός δίκης.
Ο ισχυρισμός σχετικά του άγνωστου παραγωγού
Σε σχέση με τη πτυχή αυτή υπάρχει, κατ’αρχάς, η μαρτυρία του κ.Κληρίδη και του εκ των ανακριτών της υπόθεσης κ.Σάββα Νικολαΐδη, Μ.Κ.38. Θα την εξετάσουμε αφού έχει τεθεί ενώπιον μας κατά τη διάρκεια της δίκης, αν και δεν έχουμε αντιληφθεί να στηρίζεται, σε οποιονδήποτε βαθμό, σ’αυτή η κατηγορούσα αρχή. Η εξέταση η οποία θα διενεργηθεί, περιορίζεται στην κατάθεση από τους εν λόγω δύο μάρτυρες του προφορικού ισχυρισμού του φερόμενου ως παραγωγού της ταινίας, τεκμήριο 43, ότι αυτή είναι η πρωτότυπη, δηλαδή ότι είναι η ταινία την οποία ο ίδιος κατέγραψε με την κάμερα του, τεκμήριο 42, υπό τις περιστάσεις που επίσης ανάφερε. Καθώς επίσης ότι η ταινία, τεκμήριο 41, είναι πιστό αντίγραφο της. Προχωρώντας έχουμε κατά νουν αυτό που επισημάναμε και προηγουμένως, ότι ο κ.Μάτσας ουδέποτε μας παρέπεμψε στη μαρτυρία αυτή κατά την αγόρευση του. Όμως, την εξετάζουμε καθηκόντως αφού θεωρούμε ότι αποτελεί σημαντικό στοιχείο μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον μας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον κ.Κληρίδη στις 22 ή 23.12.2005 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ένα άγνωστο του πρόσωπο, συνοδευόμενο από κάποιο δικηγόρο, και τον πληροφόρησε ότι είχε καταγράψει σε βιντεοταινία το προαναφερθέν επεισόδιο και πως ήταν πρόθυμος να του δώσει αντίγραφο εφόσον του υποσχόταν ότι δε θα αποκάλυπτε σε οποιονδήποτε το περιεχόμενο της και την ταυτότητα του. Στις 27.12.2005 το εν λόγω πρόσωπο τον επισκέφθηκε ξανά και του παρέδωσε τη βιντεοταινία η οποία κατατέθηκε, όπως εξηγήθηκε προηγουμένως και σημειώθηκε τεκμήριο 41. Ο κ.Κληρίδης του έδωσε ξανά τις ίδιες διαβεβαιώσεις, όπως και προηγουμένως, λέγοντας του πως θα την έβλεπε μόνο με τον κ.Νικολαΐδη ο οποίος είχε διοριστεί από τις 21.12.2005 ως ο μοναδικός τότε ποινικός ανακριτής της υπόθεσης. Πράγματι, την επόμενη ημέρα, 28.12.2005, την παρακολούθησε στα γραφεία της Νομικής Υπηρεσίας μαζί με τον κ.Νικολαΐδη και στις 18.1.2006 του την παρέδωσε για ασφαλή φύλαξη καθώς και για οποιανδήποτε χρήση θα μπορούσε να γίνει σ’αυτή υπό την αίρεση των προαναφερθέντων περιορισμών που είχε θέσει ο φερόμενος παραγωγός της.
Περί τις 30.3.2006 μέρος του περιεχομένου της εν λόγω ταινίας, άγνωστο πώς έτυχε αυτό για τον ίδιο, άρχισε να προβάλλεται από τηλεοπτικά και έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης οπότε θεώρησε ότι δε δεσμευόταν πλέον από την υπόσχεση που είχε δώσει στο φερόμενο ως παραγωγό της ταινίας, για μη αποκάλυψη του περιεχομένου της. Πρόθεση του ήταν να χρησιμοποιηθεί η ταινία, τεκμήριο 41, προς διευκόλυνση των ανακρίσεων, για την επιτάχυνση των οποίων διόρισε στις 4.4.2006 άλλους οχτώ ποινικούς ανακριτές. Πρόσθετα, διευθέτησε μαζί με τον κ.Νικολαΐδη όπως εξασφαλιστεί το πρωτότυπο της ταινίας καθώς επίσης η κάμερα με την οποία αυτή είχε παραχθεί.
Προς το σκοπό αυτό διευθετήθηκε συνάντηση τους με το πρόσωπο που είχε παραδώσει προηγουμένως στον κ.Κληρίδη το αντίγραφο, τεκμήριο 41, σε συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 13.4.2006 παρουσία του συνηγόρου του πρώτου. Κατ’εκείνη τη συνάντηση το πρόσωπο αυτό, στην παρουσία και του κ.Κληρίδη, παρέδωσε στον κ.Νικολαΐδη μια βιντεοταινία διαβεβαιώνοντας τους ότι ήταν η πρωτότυπη ταινία, στην οποία είχε καταγράψει με την κάμερα του, την οποία επίσης τους παρέδωσε, το επεισόδιο το οποίο είχε συμβεί κατά τις μεταμεσονύχτιες ώρες της 20.12.2005 στην περιοχή που διέμενε, με εμπλεκόμενους αστυνομικούς. Η ταινία και η κάμερα είναι τα τεκμήρια 43 και 42, αντίστοιχα, και κατατέθηκαν ενώπιον μας όπως εξηγήθηκε προηγουμένως. Κατά την ίδια συνάντηση το πρόσωπο εκείνο τους είχε πει ότι δεν επιθυμούσε να προβληθεί το αρχικό μέρος της ταινίας στο οποίο καταγράφοντο προσωπικές στιγμές της οικογένειας του, καθώς επίσης ότι σε καμιά περίπτωση ήθελε να δώσει κατάθεση ή να γίνει γνωστό το όνομα του. Περαιτέρω, όταν τον ρώτησαν πώς έτυχε και διέρρευσε το περιεχόμενο της ταινίας που τους είχε δώσει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πιθανολόγησε ότι μπορεί να ευθύνεται γι’αυτό ο κ.Ιωάννης Παπαγεωργίου (πατέρας του Μάρκου), στον οποίο είχε επίσης δώσει αντίγραφο της ταινίας.
Τις πιο πάνω αναφορές στις οποίες φέρεται να προέβη το εν λόγω πρόσωπο στις 13.4.2006, τις επιβεβαίωσε με τη δική του μαρτυρία ο κ.Νικολαΐδης. Μάλιστα, σε ερώτηση του προς αυτόν πώς έτυχε και βιντεογράφησε το επεισόδιο, ο τελευταίος του ανάφερε ότι είχε ξυπνήσει από φωνές και νόμισε ότι καυγάδιζαν κάποιοι. Μετά από πέντε λεπτά σηκώθηκε και πήγε σε σημείο από όπου μπορούσε να δει και έμεινε εκεί για ενάμισι λεπτό οπότε πήρε την κάμερα και άρχισε να βιντεογραφεί. Σε άλλη ερώτηση που του έθεσε για να πει πόσα αντίγραφα της ταινίας εκείνης έκανε, απάντησε ότι έκανε δύο, ένα σε VHS το οποίο έδωσε στο Γενικό Εισαγγελέα και ένα σε DVD το οποίο έδωσε στον ιατρό Ι.Παπαγεωργίου.
Κάτι άλλο που ανάφερε ο κ.Κληρίδης είναι ότι προσπάθησε πολύ να μεταπείσει το εν λόγω πρόσωπο να δώσει κατάθεση και επίσης να προσέλθει ως μάρτυρας στο δικαστήριο. Η τελευταία φορά, όπως είπε, που κατέβαλε τέτοια προσπάθεια ήταν κατά το Σεπτέμβριο του 2007. Μάλιστα του υποσχέθηκε ότι θα τύγχανε κάθε δυνατής προστασίας σύμφωνα με το σχετικό νόμο. Όμως, αυτός παρέμεινε αμετάπειστος μέχρι τέλους. Όπως του ανάφερε, φοβόταν ότι αν μαρτυρούσε εναντίον των αστυνομικών θα υφίστατο την κακοποίηση που είχε δει το βράδυ της 20.12.2005 να υφίστανται οι δύο παραπονούμενοι πολίτες. Κατά την αντίληψη του κ.Κληρίδη, το εν λόγω πρόσωπο κυριολεκτικά πανικοβάλλετο στην ιδέα ενός τέτοιου ενδεχομένου. Μάλιστα σε μια περίπτωση δυσανασχέτησε έντονα λόγω των πιέσεων που του ασκούσε και απέστειλε, σχετικά, μια προσβλητική επιστολή στο δικηγόρο του. Ενόψει της στάσης του αυτής, τελικά το εν λόγω πρόσωπο δεν κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση. Ο κ.Κληρίδης ανάφερε ότι θεωρούσε πως έπρεπε να τηρήσει την υπόσχεση που του είχε δώσει για διαφύλαξη της ανωνυμίας του και αυτό έπραξε.
Η κατάθεση της ταινίας, τεκμήριο 43, ως πραγματικής μαρτυρίας (real evidence), γεγονός που επιτρέπει στο δικαστήριο να παρακολουθήσει το περιεχόμενο της και να προβεί στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα, όπως εξηγήσαμε ήδη στην προηγηθείσα ενδιάμεση απόφαση μας, θα μπορούσε να γίνει από οποιοδήποτε πρόσωπο την είχε στη νόμιμη κατοχή του. Στην προκειμένη περίπτωση η κατάθεση της από το Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος ήταν παρών στην παραλαβή της από τον κ.Νικολαΐδη και η αναγνώριση της και από τους δύο, ικανοποιεί αυτή την προϋπόθεση. Υποστήριξη για την πιο πάνω θέση παρέχει η υπόθεση Kajala v. Noble (1982) 75 Cr.App.R.149, την οποία αναφέραμε και προηγουμένως στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση μας. Η κατάθεση της με αυτή την ιδιότητα, δηλαδή της πρωτογενούς μαρτυρίας, στην οποία κατηγορία εμπίπτει και η πραγματική μαρτυρία (real evidence), δεν θα μπορούσε να την έφερνε ποτέ σε αντίθεση με τον εξ ακοής κανόνα (βλ. The Statule of Liberty (1968) 2 All E.R.195). Ακόμα και όταν αυτός ήταν σε ισχύ πριν από την κατάργηση του με τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο 32(Ι)/2004, ο οποίος εισήξε για το σκοπό αυτό στο βασικό Νόμο, Κεφ.9, το άρθρο 24. Αλλά ούτε και οποιαδήποτε ένσταση θα μπορούσε να προβληθεί όσον αφορά τη δεχτότητα της, δεδομένης της πιο πάνω ιδιότητας που της έχει αποδοθεί, στη βάση της επιφύλαξης την οποία θέτει το εν λόγω άρθρο, για μη αποδοχή κατά την κρίση του δικαστηρίου, μαρτυρίας η οποία είναι εξ ακοής. Απλούστατα γιατί η ταινία, τεκμήριο 43, και συγκεκριμένα το περιεχόμενο της, δεν αποτελούν τέτοια μαρτυρία, αλλά πραγματική μαρτυρία. Και αυτό παρά την περί αντιθέτου θέση που υποστήριξε ο εκ των συνηγόρων υπεράσπισης, κ.Μάριος Γεωργίου.
Βέβαια, μετά και από την πιο πάνω διαπίστωση, εξακολουθεί να παραμένει ως επίδικο το θέμα της αυθεντικότητας της εν λόγω ταινίας, προκειμένου να εξεταστεί πλέον με βάση το βάρος απόδειξης που εφαρμόζεται στο παρόν στάδιο της υπόθεσης. Οι αναφορές των κκ.Κληρίδη και Νικολαΐδη που μεταφέρουν τον ισχυρισμό του φερόμενου ως παραγωγού της, ότι αυτή είναι η πρωτότυπη ταινία την οποία παρήξε με την κάμερα, τεκμήριο 42, αυτό ακριβώς επιδιώκει. Δηλαδή, να αποδείξει ότι αυτά που είναι καταγραμμένα στην ταινία είναι στην πραγματικότητα αυτά που ο παραγωγός της είδε μέσα από το φακό της κάμερας, τεκμήριο 42, να συμβαίνουν κατά την εξέλιξη του υπό αναφορά επεισοδίου. Ο εν λόγω ισχυρισμός αν και εξ ακοής θα μπορούσε θεωρητικά να γίνει αποδεχτός προς απόδειξη αυτού που αναφέρει, δυνάμει του άρθρου 24(1) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Και, ακριβώς, είναι τότε που τίθεται θέμα κατά πόσο τυγχάνει ή όχι εφαρμογής η επιφύλαξη του προαναφερθέντος άρθρου. Προβλέπει τα εξής:
«24(1). Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής:
Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.»
Η τελευταία φράση από την πιο πάνω επιφύλαξη αναφέρεται σε μια γενική αλλά και συνάμα βασικότατη αρχή η οποία εφαρμόζεται σε κάθε πτυχή της δικαστικής λειτουργίας. Όμως, πάντοτε η διαπίστωση κατά πόσο εξυπηρετείται σε μια υπόθεση η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, γίνεται υπό το φως των περιστάσεων που υπάρχουν σ’αυτή και είναι συνυφασμένη με την άσκηση από το δικαστήριο της διακριτικής του εξουσίας. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, και στο πλαίσιο της πιο πάνω επιφύλαξης να εξεταστεί η εισηγηθείσα παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων να τύχουν δίκαιης δίκης, ως σχετικός παράγοντας για την άσκηση της εν λόγω διακριτικής εξουσίας. Την εισήγηση αυτή υποστήριξε η υπεράσπιση των κατηγορουμένων και την ανέπτυξε ειδικά στην αγόρευση του ο κ.Κυπριανού.
Η θέση, ανωτέρω, υποστηρίχθηκε με αφορμή το γεγονός ότι ο φερόμενος ως παραγωγός της ταινίας, τεκμήριο 43, δεν κλήθηκε να καταθέσει στο δικαστήριο και ειδικά για το θέμα της αυθεντικότητας της εν λόγω ταινίας. Ενώ, συγχρόνως, παρέμεινε άγνωστη η ταυτότητα του και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγνώριση του. Από την πιο πάνω τελευταία παρατήρηση προκύπτει, επίσης, ότι δεν ήταν εφικτή ούτε και η κλήτευση του εν λόγω προσώπου, προκειμένου να αντεξεταστεί σε σχέση με τις δηλώσεις του προς τους κκ.Κληρίδη και Νικολαΐδη αναφορικά με την αυθεντικότητα της προαναφερθείσας ταινίας και γενικά τις συνθήκες παραγωγής της από αυτόν. Τη συσκότιση η οποία υπάρχει όσον αφορά τις συνθήκες αυτές, έθιξε εκτεταμένα στην αγόρευση του ο κ.Κυπριανού προκειμένου να επισημάνει τα κενά που υπάρχουν στον απλουστευμένο ισχυρισμό του φερόμενου ως παραγωγού της ταινίας, ότι αυτή είναι η αυθεντική.
Η δυνατότητα για αντεξέταση προσώπου που δεν κλητεύεται στη δίκη ενώ οι δηλώσεις του για κάποιο επίδικο γεγονός έχουν προσφερθεί ως μαρτυρία από πρόσωπο που κατάθεσε ως μάρτυρας, προβλέπεται στο άρθρο 26 του Νόμου, Κεφ.9. Διασφαλίζεται έτσι το αναφαίρετο δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να αντεξετάσει κάποιο πρόσωπο του οποίου ο ισχυρισμός προσφέρεται ως μαρτυρία από άλλο πρόσωπο το οποίο έχει καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη, το οποίο προβλέπεται στο Άρθρο 12.5(δ) του Συντάγματος καθώς επίσης στην αντίστοιχη πρόνοια του Άρθρου 6.3(δ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (η Σύμβαση) η οποία έχει ενσωματωθεί στο Κυπριακό Δίκαιο με το Νόμο 39/62. Η τελευταία έχει ως εξής:
«6.3. Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα:
………………………………………………………………………………..
(δ) να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας.»
Η δικαιολογία την οποία ο φερόμενος ως παραγωγός της ταινίας, τεκμήριο 43, πρόβαλε για την επιθυμία και εμμονή του να μην προσέλθει ως μάρτυρας στη δίκη και συγχρόνως να διαφυλαχθεί η ανωνυμία του, είναι ο ανυπέρβλητος φόβος που τον διακατείχε ότι αν κατέθετε εναντίον αυτών τους οποίους βιντεογράφησε να κακοποιούν τους δύο πολίτες και οι οποίοι όπως αντιλήφθηκε ήσαν αστυνομικοί, πιθανόν να υφίστατο και αυτός τα ίδια, ως αντίποινα. Ασφαλώς, ο πιο πάνω ισχυρισμός μεταφέρει μια εντελώς υποκειμενική άποψη του εν λόγω προσώπου η οποία, όπως και άλλοι ισχυρισμοί που του αποδίδονται, ετέθη ενώπιον του δικαστηρίου μέσω της μαρτυρίας των κκ.Κληρίδη και Νικολαΐδη. Περαιτέρω, ο κ.Κληρίδης, κατά τα λεγόμενα του, υπήρξε κατ’επανάληψη μάρτυρας της άρνησης και της αδιάλλακτης στάσης του προσώπου αυτού, όταν προσπάθησε επανειλημμένα να το μεταπείσει. Μάλιστα, διαβεβαιώνοντας τον πάντοτε πως αν προσέρχετο ως μάρτυρας στην υπόθεση, θα τύγχανε της απαραίτητης προστασίας που προβλέπει ο σχετικός νόμος.
Όμως, το θέμα των φόβων του εν λόγω αγνώστου προσώπου δεν μπορεί να τεθεί τόσο απλά, δηλαδή στην πλέον υποκειμενική του μορφή, και να γίνει αποδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός του από το δικαστήριο. Ούτε ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι το πρόσωπο αυτό διακατέχετο πράγματι από τους φόβους που ισχυρίστηκε. Το δικαστήριο για να κάνει αποδεκτό ένα τέτοιο ισχυρισμό θα πρέπει αυτός να διερευνηθεί ενώπιον του, στο πλαίσιο συγκεκριμένης μαρτυρίας η οποία προσάγεται από την κατηγορούσα αρχή για το σκοπό αυτό και αποκαλύπτει ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι όντως πιθανόν. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του πιο πάνω ισχυρισμού δεν έχει προταθεί οποιαδήποτε άλλη σχετική μαρτυρία η οποία αντικειμενικά κρινόμενη να δικαιολογεί την παραμονή του εν λόγω προσώπου στην ανωνυμία και συγχρόνως ο ισχυρισμός του αναφορικά με την αυθεντικότητα της ταινίας, τεκμήριο 43, να μπορεί να γίνει αποδεχτός ως μαρτυρία στην υπόθεση αυτή.
Όμως, και πάλιν το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Το πλέον σημαντικό για το οποίο το δικαστήριο θα πρέπει απαρέγκλιτα να ικανοποιηθεί είναι αν με τη μη προσέλευση του αγνώστου να δώσει μαρτυρία επηρεάζεται ή όχι η δίκαιη δίκη στο πλαίσιο, βέβαια, που συζητείται εδώ, δηλαδή της πρόνοιας του Άρθρου 6.3(δ) της Σύμβασης. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση R. v. Davies (2008) U.K.H.L.36, ημερομηνίας 18.6.2008. Στην υπόθεση εκείνη εξετάστηκε κατά πόσο τα προστατευτικά μέτρα (protective measures) τα οποία είχαν τεθεί κατά τη δίκη σοβαρής ποινικής υπόθεσης για τη διαφύλαξη της ανωνυμίας μαρτύρων κατηγορίας που κατέθεσαν εναντίον του κατηγορούμενου, παραβίαζαν ή όχι το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Όπως διαπιστώθηκε το δικαίωμα αυτό υπάρχει ως βασική αρχή του κοινοδικαίου αλλά και ως εκ της πρόνοιας, ανωτέρω, στο Άρθρο 6.3(δ) της Σύμβασης. Αναφορικά με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, να σημειωθεί ότι η μαρτυρία των ανωνύμων μαρτύρων ήταν πολύ ουσιαστική καθότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το δράστη του εγκλήματος (διπλός φόνος εκ προμελέτης), και χωρίς αυτή δε θα επιτυγχάνετο η καταδίκη του. Ενώ το νομικό ερώτημα το οποίο είχε τεθεί προς εξέταση κατ’έφεση ήταν το εξής (παράγραφος 4):
«Is it permissible for a defendant to be convicted where a conviction is based solely or to a decisive extent upon the testimony of one or more anonymous witnesses?»
Στην R. v. Davies, το Ποινικό Εφετείο διαπίστωσε ότι από τα προστατευτικά μέτρα που είχαν εφαρμοστεί πρωτόδικα δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης και επικύρωσε την καταδίκη του. Η πρόσφατη απόφαση στην ίδια υπόθεση που αναφέραμε προηγουμένως, είναι της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων. Και στο επίπεδο αυτό, το προαναφερθέν νομικό ερώτημα αναφορικά με το ίδιο εν λόγω θέμα, εξετάστηκε ενδελεχώς τόσο από την άποψη του κοινοδικαίου όσο και από την άποψη της Σύμβασης, όπως η υπό αναφορά πρόνοια της ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.). Την απόφαση αυτή η υπεράσπιση μας κάλεσε να τη μελετήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή καθότι, όπως είναι η σχετική εισήγηση, υποστηρίζει τη θέση της ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση να τύχουν δίκαιης δίκης.
Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο εκπηγάζει από την αρχή του κοινοδικαίου, ότι κάθε κατηγορούμενος δικαιούται στο πλαίσιο δημόσιας δίκης να αντιμετωπίσει τους μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι καταθέτουν εναντίον του, αντεξετάζοντας τους ή και άλλως πως αντικρούοντας τη μαρτυρία τους. Ή, όπως συγκεκριμένα τίθεται η αρχή αυτή στο Άρθρο 6.3(δ) της Σύμβασης, ανωτέρω, και αποτελεί και στα δύο συστήματα δικαίου προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι η δίκη είναι δίκαιη. Στο πλαίσιο της ενδελεχούς εξέτασης την οποία το εν λόγω Δικαστήριο διενήργησε, αναφέρθηκε σε αποφάσεις διαφόρων δικαιοδοσιών όπου εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο, περιλαμβανομένων και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, καθώς επίσης στη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ., σε σχέση με την εφαρμογή του Άρθρου 6.3(δ). Η κατάληξη του δε ως προς το εφαρμοζόμενο δίκαιο έχει ως εξής, παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Bingham, στην παράγραφο 25, με το οποίο συμφώνησαν και οι υπόλοιποι δικαστές:
«It is that no conviction should be based solely by or to a decisive extent upon the statements or testimony of anonymous witnesses. The reason is that such a conviction results from a trial which cannot be regarded as fair. This is the view traditionally taken by the common law of England.»
Να αναφέρουμε εδώ ότι το μέρος του πιο πάνω αποσπάσματος που δεν αναφέρεται στο κοινοδίκαιο ουσιαστικά συμπυκνώνει την αρχή την οποία καθιέρωσε η νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. όσον αφορά την εφαρμογή της προαναφερθείσας πρόνοιας της Σύμβασης. Η νομολογία αυτή αναλύεται εκτενώς στην απόφαση άλλου δικαστή στην ίδια υπόθεση και επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 25 αμέσως πριν το εν λόγω απόσπασμα. Πρόκειται για τις υποθέσεις Kostovski v. Netherlands (1989) 12 E.H.R.R.434, para.44, Doorson v. Netherlands (1996) 22 E.H.R.R.330, para.76, Van Mechelen v. Netherlands (1997) 25 E.H.R.R.647, paras.55,63, PS v. Germany (2001) 36 E.H.R.R.1139, para.24 και Krasniki v. Czech Republic, App.No.51277/99, 28.2.2006, paras.76,79,84. Τις έχουμε μελετήσει με προσοχή και με σεβασμό διαπιστώνουμε ότι και η δική μας άποψη δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική ως προς το ότι ο λόγος (ratio) της πιο πάνω νομολογίας του Ε.Δ.Α.Δ. συνοψίζεται στο απόσπασμα, ανωτέρω από την R. v. Davies, στην παράγραφο 25.
Κατά την αγόρευση του ο κ.Κυπριανού μας παρέπεμψε και σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες, όπως εισηγήθηκε, υποστηρίζουν τη θέση της υπεράσπισης για όλους τους κατηγορούμενους, ότι δεν τηρήθηκαν τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης στον τομέα που αναφέρεται προηγουμένως. Είναι οι υποθέσεις Πέγκερος ν. Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ.143 και η μεταγενέστερη της Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ.186. Τα γεγονότα και των δύο υποθέσεων είναι εντελώς διαφορετικά και συνεπώς δεν συγκρίνονται με αυτά της παρούσας υπόθεσης. Στην πρώτη υπόθεση δεν κατατέθηκε στη δίκη, με οποιοδήποτε αποδεκτό τρόπο, η μαρτυρία προσώπου του οποίου η ταυτότητα ήταν γνωστή στην υπεράσπιση. Κρίθηκε ότι η παράλειψη αυτή, ουσιαστικά, συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, προφανώς στη βάση του κοινοδικαίου, κρίνοντας από τις αναφορές στη σχετική νομολογία και την απουσία αναφοράς στις σχετικές πρόνοιες της Σύμβασης ή του Συντάγματος. Ενώ στη δεύτερη υπόθεση κατατέθηκε από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία η οποία είχε ληφθεί κατά παράβαση νόμου. Κρίθηκε ότι ήταν επιτρεπτή η αποδοχή της. Στο πλαίσιο της ανάλυσης που διενεργήθηκε αναφορικά με το θέμα της δίκαιης δίκης, αναφέρθηκαν από τον Καλλή, Δ., στη σελίδα 223, και τα εξής:
«Γενικά η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτεί σεβασμό της αρχής της ισότητας των όπλων, δηλαδή της διαδικαστικής ισότητας μεταξύ των μερών (Eur. Court H.R. Delcourt Judgment of 17 January 1970, Series A, No.11, p.15, para.28). Μια μικρή ανισότητα η οποία δεν επηρεάζει τη χρηστότητα της διαδικασίας στο σύνολο της δεν επηρεάζει το άρθρο 6 (App.No.10142/82, U. v. Luxembourg, Dec.8.7.85, D.R.42, p.86). Αυτό που ακριβώς χρειάζεται θα εξαρτηθεί σε κάποιο βαθμό από τη φύση της υπόθεσης, περιλαμβανομένης και της φύσης και της σπουδαιότητας των επίδικων θεμάτων. Πρέπει να υπάρχουν επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις ανάλογες με τη φύση της υπόθεσης. Αυτές περιλαμβάνουν, όπου αυτό είναι αρμόζον, επαρκείς ευκαιρίες για παρουσίαση μαρτυρίας, αμφισβήτησης εχθρικής μαρτυρίας και παρουσίαση επιχειρηματολογίας επί των επίδικων θεμάτων (Eur. Court H.R., H. v. Belgium, Judgment of 30 November 1987, Series A, No.127, p.35, para.53).»
Κατά την ταπεινή μας άποψη το πιο πάνω απόσπασμα αποτελεί ένα άλλο τρόπο διατύπωσης, με γενικότερη εφαρμογή, η οποία ωστόσο σαφέστατα εμπεριέχει και την αρχή που επιβάλλει το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για αντεξέταση μαρτύρων και γενικά προσβολή της μαρτυρίας τους, δεδομένης της φύσης και της σοβαρότητας που αυτή ενέχει για την υπόθεση, προς διασφάλιση της δίκαιης δίκης. Όμως, εν πάση περιπτώσει, το απόσπασμα, ανωτέρω, από την R. v. Davies, καλύπτει πλήρως την παρούσα περίπτωση, και συγκεκριμένα την υπό αναφορά μαρτυρία των κκ.Κληρίδη και Νικολαΐδη αναφορικά με την αυθεντικότητα της ταινίας, τεκμήριο 43. Θα λέγαμε δε ότι αντανακλά την αρχή στην οποία αναφέρεται το απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Λιασίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ.434 όπου ο Πικής, Π., μετά από αναφορά στη σχετική νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ., είπε, στη σελίδα 446, τα εξής:
«Η συνάρτηση του δικαιώματος της δικαίας δίκης με το δικαίωμα του κάθε διάδικου να αντεξετάζει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον του είναι συνυφασμένη με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης για την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του Άρθρου 30.3(γ) του Συντάγματος.»
Εκεί εξετάζετο η συνταγματικότητα της πρόνοιας του άρθρου 4(2) του Νόμου, Κεφ.9, το οποίο προέβλεπε για τη δυνατότητα κατάθεσης ως μαρτυρίας δηλώσεων προσώπου που δεν καλείτο ως μάρτυρας στη δίκη χωρίς να παρέχετο, συνεπώς, δυνατότητα για αντεξέταση του. Κρίθηκε ότι ήταν αντισυνταγματική.
Όπως αναφέρθηκε ήδη η εν λόγω μαρτυρία των κκ.Κληρίδη και Νικολαΐδη είναι πολύ σημαντική, ειδικά αναλογιζόμενοι ότι η κατηγορούσα αρχή βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο περιεχόμενο της προαναφερθείσας ταινίας για να αποδείξει τις κατηγορίες. Μεταφέρει η μαρτυρία αυτή τους ισχυρισμούς κάποιου τρίτου προσώπου το οποίο δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στη δίκη και ούτε αποκαλύφθηκε η ταυτότητα του, αποστερώντας έτσι από την υπεράσπιση κάθε ευκαιρία να τον αντεξετάσει ως προς την αυθεντικότητα της αλλά και γενικά ως προς τις συνθήκες παραγωγής της. Ενώ πρόσθετα, δε διαπιστώνουμε πώς θα μπορούσε να δικαιολογείται ο φόβος του εν λόγω προσώπου, που τον απέτρεψε να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη. Μάλιστα, μετά και τις διαβεβαιώσεις που του είχε δώσει ο κ.Κληρίδης ότι η πολιτεία θα του παρείχε κάθε αναγκαία προστασία στο πλαίσιο, αντιλαμβανόμαστε, του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου, 95(Ι)/2001. Επομένως, για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι η αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας, προκειμένου να κρίναμε με βάση αυτή την αυθεντικότητα ή μη της ταινίας, τεκμήριο 43, δε θα διασφάλιζε τη διεξαγωγή δικαίας δίκης και ως εκ τούτου δε θα εξυπηρετείτο η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων
Βέβαια, είναι ορθό να αναφέρουμε ότι η μαρτυρία στην οποία ουσιαστικά έχει βασίσει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή σε σχέση με την υπό εξέταση πτυχή είναι αυτή των δύο εμπειρογνωμόνων, Catalin Grigoras, Μ.Κ.45 και Βart Hoogeboom, Μ.Κ.50. Είναι και οι δύο αυτοί εμπειρογνώμονες σε σχέση με οπτικοακουστικά συστήματα όπως είναι για παράδειγμα μια ταινία η οποία έχει παραχθεί με βιντεοκάμερα και υπάρχουν αποτυπωμένα σ’αυτή εικόνα και ήχος. Συγκεκριμένα, ο κ.Hoogeboom ειδικεύεται γενικά όσον αφορά το οπτικοακουστικό μέρος ενώ η ειδικότητα του κ.Grigoras εστιάζεται, κυρίως, στο ακουστικό (audio) μέρος. Στα βιογραφικά τους σημειώματα, μέρος των εγγράφων 50 και 45, αντίστοιχα, γίνεται αναφορά στα ακαδημαϊκά τους προσόντα καθώς επίσης σε μελέτες τις οποίες δημοσίευσαν σε επιστημονικά έντυπα τα οποία κυκλοφορούν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Όπως προκύπτει από αυτά αλλά και από τα λεγόμενα των ιδίων, η εμπειρογνωμοσύνη τους έχει επιστρατευθεί, προφανώς με δική τους επιλογή, στον τομέα της δικανικής επιστήμης, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα για χρήση της συγκεκριμένης επιστημονικής γνώσης στη διερεύνηση και διαλεύκανση δικαστικών υποθέσεων. Προς το σκοπό αυτό απασχολούνται και οι δύο σε δικανικά εργαστήρια των χωρών τους, ήτοι της Ολλανδίας ο κ.Hoogeboom και της Ρουμανίας ο κ.Grigoras.
Tα αναφέρουμε αυτά για εισαγωγή των δύο μαρτύρων, προσθέτοντας περαιτέρω ότι η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν έχει αμφισβητηθεί ώστε να πρέπει να εξετάσουμε το θέμα αυτό ειδικά και να αποφασίσουμε αν αυτοί είναι πράγματι εμπειρογνώμονες στον τομέα που πρεσβεύει ο καθένας. Οι μελέτες τις οποίες παρουσίασαν ενώπιον μας κατά τη δίκη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση δεν έδωσαν λαβή στην υπεράσπιση για άσκηση οποιασδήποτε κριτικής όσον αφορά τη πτυχή αυτή. Ενώ στην ίδια βάση κρίνουμε και εμείς ανεξάρτητα, ότι όντως έχουν την ιδιότητα αυτή. Θα φανεί άλλωστε αυτό και στην πορεία κατά την ενασχόληση μας με τη μαρτυρία τους.
Ό,τι αμφισβήτησε η υπεράσπιση είναι, κατ’αρχάς, την εγκυρότητα και την αποτελεσματικότητα των μεθόδων τις οποίες χρησιμοποίησε ο κάθε ένας από τους δύο εμπειρογνώμονες στο δικό του τομέα. Το γεγονός ότι οι μέθοδοι αυτές είναι σχετικά νέες, αποτελεί μέρος της πιο πάνω αμφισβήτησης. Πρόσθετα, αμφισβήτησαν την ορθότητα ή και την ικανότητα των αποτελεσμάτων τους να ικανοποιήσουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης σε ποινική υπόθεση. Θα ασχοληθούμε με την πτυχή αυτή της υπόθεσης αρχίζοντας από τη μαρτυρία του κ.Hoogeboom ο οποίος εργάζεται ως δικανικός μηχανικός (forensic engineer) με εξειδίκευση στην ανάλυση εικόνας (image analysis) στο Ινστιτούτο Δικανικής της Ολλανδίας (N.F.I.) Den Hoog. Ήταν ο πρώτος ο οποίος προσεγγίστηκε από εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση αυτή και τούτο συνέβηκε στις 9.10.2007.
H επαφή με τον κ.Hoogeboom έγινε μέσω του υπαστυνόμου και τότε λοχία Σωτήρη Παυλίδη, Μ.Κ.47. Ο κ.Παυλίδης είναι εμπειρογνώμονας στον ίδιο τομέα και υπεύθυνος του εργαστηρίου φωτογραφίας, εικόνας και γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠ.ΕΓ.Ε.) της Αστυνομίας. Όπως αναφέρει στην έκθεση του, έγγραφο 47Γ, το εν λόγω εργαστήριο κατέστη από το 2002 μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικανικών Εργαστηρίων στην Ψηφιακή Εικόνα, τα μέλη του οποίου έχουν συχνές επαφές μεταξύ τους, προφανώς προς το σκοπό προαγωγής του συγκεκριμένου κλάδου της επιστήμης που υπηρετούν αλλά και για αλληλοεξυπηρέτηση τους. Στο πλαίσιο αυτό και αφού συμπλήρωσε πρώτα τις προκαταρκτικές του εξετάσεις, όπως τις χαρακτήρισε, σε σχέση με την υπό αναφορά βιντεοταινία, τεκμήριο 43, αποτάθηκε στο Ν.F.I.. Η επιδίωξη του ήταν να διενεργηθεί στο εν λόγω Ινστιτούτο μια πιο ολοκληρωμένη έρευνα, όπως το έθεσε, με δεδομένο ότι στην προαναφερθείσα βιντεοταινία υπήρχε ψηφιακή εγγραφή βίντεο. Μεταβαίνοντας ο κ.Παυλίδης στη Χάγη της Ολλανδίας συνάντησε τον κ.Hoogeboom στον οποίο παρέδωσε τη βιντεοταινία, τεκμήριο 43, καθώς επίσης τη βιντεοκάμερα, τεκμήριο 42, με την οποία αυτή φέρεται να έχει παραχθεί.
Τα ερωτήματα τα οποία ετέθησαν στον κ.Hoogeboom για να δώσει απαντήσεις ήσαν τα εξής δύο: (1) αν η καταγραφή στη βιντεοταινία, τεκμήριο 43, είχε μονταριστεί (edited) και (2) αν η καταγραφή στη βιντεοταινία, τεκμήριο 43, είχε γίνει με τη βιντεοκάμερα, τεκμήριο 42. Έχοντας υπόψη τα ερωτήματα αυτά ο κ.Hoogeboom διενέργησε στη συνέχεια κάποιες εξετάσεις και κατέληξε σε κάποια συμπεράσματα. Τα κατέγραψε όλα σε έκθεση την οποία ετοίμασε και, αφού κατατέθηκε και έγινε έγγραφο 50, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Αναφέρει στην έκθεση αυτή ότι για να καταστεί δυνατή η εξέταση των πληροφοριών οι οποίες περιέχονται στην επίδικη βιντεοταινία, τις μετέφερε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μετατρέποντας τις σε ψηφιακή μορφή και συγχρόνως τις αποθήκευσε σε ψηφιακό φάκελο της υπηρεσίας του. Αποκάλεσε τη μεταφορά αυτή digital capture ή αλλιώς DV-stream. Όπως εξήγησε, αυτό έγινε κατορθωτό με την προβολή της βιντεοταινίας μέσω της βιντεοκάμερας τεκμήριο 42, οπότε είχε και την ευκαιρία να την παρακολουθήσει ενώ, όπως αναφέρει, την παρακολούθησε και αργότερα με τη χρήση συγκεκριμένου λογισμικού.
Όπως ο κ.Hoogeboom εξηγεί περαιτέρω στην έκθεση του, στο πλαίσιο αυτών των παρακολουθήσεων υπέβαλε το περιεχόμενο της επίδικης ταινίας σε οπτικό έλεγχο (visual inspection) καθώς επίσης σε ψηφιακό έλεγχο (digital inspection). Όσον αφορά τον πρώτο έλεγχο, όπως αναφέρει, δε διαπίστωσε την ύπαρξη ενδείξεων (indications) που να καταδεικνύουν ότι η βιντεοσκόπηση του επεισοδίου δεν ήταν συνεχής. Ενώ όπως εξήγησε περαιτέρω στην προφορική του μαρτυρία δε διαπίστωσε, για παράδειγμα, μια αφύσικη κίνηση ή οτιδήποτε το ασυνήθιστο στην κανονική ροή της εικόνας και του ήχου της εν λόγω ταινίας. Στη βάση της εξέτασης αυτής και επειδή, όπως διαπίστωσε, η εγγραφή είναι συνεχής, το κουμπί της κάμερας, τεκμήριο 42, θα πιέστηκε μια φορά κατά την έναρξη της βιντεοσκόπησης και μια φορά στο τέλος για τον τερματισμό της.
Όσον αφορά τον ψηφιακό έλεγχο τον οποίο διενήργησε, αυτός συνίστατο σε εξέταση των επιπλέον πληροφοριών (extra information) που εμφανίζονται σε κάθε εικόνα (frame) της ταινίας και συναποτελούν το λεγόμενο sub code ή μετακώδικα, όπως μεταφράστηκε ο όρος αυτός στα ελληνικά. Εξήγησε και εδώ ότι πρόκειται για κωδικούς που αφορούν επιμέρους πληροφορίες, όπως είναι το time code, το source control, το recording date και το recording time. Οι πληροφορίες αυτές αναφέρονται ξεχωριστά για το οπτικό μέρος και ξεχωριστά για το ακουστικό μέρος. Για τη διενέργεια του ψηφιακού ελέγχου ο κ.Hoogeboom χρησιμοποίησε ειδικό λογισμικό το οποίο, όπως αναφέρει, έχει τη δυνατότητα να εντοπίζει και να αναλύει το sub code σε ένα DV-stream, δηλαδή μια βιντεοταινία. Συναφώς, ανάφερε ότι το λογισμικό αυτό το ανέπτυξε ένας Γάλλος επιστήμονας και, όπως διευκρίνισε στην προφορική του μαρτυρία, του το παραχώρησε για να το χρησιμοποιήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση και παράλληλα να ελέγξει την αποτελεσματικότητα του.
Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού ο κ.Hoogeboom ετοίμασε με την κάμερα, τεκμήριο 42, δύο δοκιμαστικές ταινίες (test tapes) τις οποίες ακολούθως έλεγξε με το ίδιο προαναφερόμενο λογισμικό. Όπως αναφέρει, εντοπίστηκαν όλες οι επεμβάσεις (editing actions) που είχαν σκόπιμα γίνει σ’αυτές. Ενώ όσον αφορά την επίδικη ταινία, τεκμήριο 43, παρατήρησε από τις πληροφορίες στο sub code απουσία οποιωνδήποτε ενδείξεων ότι η ταινία είχε μονταριστεί (edited). Σχετικά με τον έλεγχο αυτό ο κ.Hoogeboom αναφέρει στην έκθεση του ότι η συγκεκριμένη κάμερα, τεκμήριο 42, δεν έχει τη δυνατότητα επανεγγραφής ήχου σε αντικατάσταση αυτού που λήφθηκε συγχρόνως με την εικόνα και ούτε εγγραφής στην ταινία δεδομένων από άλλη ψηφιακή ή αναλογική πηγή. Όμως, μετά τις διαπιστώσεις που έκανε σε σχέση με τις δοκιμαστικές ταινίες, ο κ.Hoogeboom παρατηρεί επίσης, παραθέτουμε αυτούσια την παρατήρηση του και στη γλώσσα που την έχει διατυπώσει, ότι: «It can not be ruled out that there are methods to edit a DV-stream without finding any digital traces.»
Παράλληλα, ο κ.Hoogeboom προέβη σε έλεγχο για να διαπιστώσει κατά πόσο η ταινία, τεκμήριο 43, παράχθηκε από την κάμερα, τεκμήριο 42. Προς το σκοπό αυτό εφάρμοσε μια νέα μέθοδο η οποία αποτελεί αντικείμενο έρευνας από Ολλανδό επιστήμονα τον οποίο κατονομάζει στην έκθεση του. Όπως εξηγεί η μέθοδος αυτή λαμβάνει ως δεδομένη τη διαφορετική αντίδραση στο φως που εισέρχεται στηn κάμερα από το φακό, κάθε εικονοστοιχείου (pixel) σε ένα chip, με αποτέλεσμα να δημιουργείται στο chip κάθε κάμερας διαφορετικό μοτίβο. Ακολούθως, διαπιστώνεται ο συντελεστής συσχετισμού (correlation coefficient) μεταξύ του μοτίβου από εικόνες της υπό αναφορά ταινίας και από αυτές μιας δοκιμαστικής ταινίας, ο οποίος συντελεστής συγκρίνεται στη συνέχεια με υπάρχουσες γραφικές παραστάσεις (histograms) συντελεστών συγκεκριμένης συλλογής καμερών. Στην προκειμένη περίπτωση ο κ.Hooogeboom ανάτρεξε, όπως αναφέρει στην έκθεση του, σε στοιχεία που υπάρχουν από τέτοια συλλογή στο Ινστιτούτο που εργάζεται. Μετά δε τον πειραματισμό του με τα πιο πάνω στοιχεία, καταλήγει με την παρατήρηση ότι: «To gain more insight in the behavior of similar cameras like (exhibit 42), it is needed to get reference images with similar cameras.» Δεν αναφέρει, όμως, αν προχώρησε περαιτέρω με τη διερεύνηση του πιο πάνω θέματος στη βάση αυτή. Προφανώς, δεν ήταν δυνατή η εξεύρεση παρόμοιων καμερών με την υπό αναφορά ενώ, εν πάση περιπτώσει, ο συγκεκριμένος τομέας φαίνεται ότι αποτελεί αντικείμενο συνεχιζόμενης έρευνας του άλλου επιστήμονα. Καταθέτοντας περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέταση του ο κ.Hoogeboom δήλωσε ότι πρόκειται για μια νέα τεχνική η οποία μόλις πρόσφατα δημοσιεύτηκε σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό.
Καταλήγοντας ο κ.Hoogeboom, σε σχέση με το σύνολο των εξετάσεων του, παραθέτει τα ευρήματα του που είναι πρώτον, ότι αναφορικά με την επίδικη κάμερα, τεκμήριο 42, επειδή δε διαθέτει ψηφιακή/αναλογική εισροή (digital/analog input), δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με αυτή βιντεοσκόπηση μιας μονταρισμένης (edited) ταινίας. Δεύτερο, δεν κατέστη δυνατό το μοντάρισμα μιας ταινίας, η οποία είχε γίνει με την κάμερα, τεκμήριο 42, χωρίς να βρεθούν ψηφιακά ίχνη (digital traces) σ’αυτή. Στη συνέχεια, διατυπώνει τα συμπεράσματα του συναφώς, ως εξής, τα παραθέτουμε αυτούσια και στη γλώσσα που έχουν διατυπωθεί:
«1. The results of the investigation give much more support to the hypothesis that the tape (τεκμήριο 43) has not been edited, than to the hypothesis that the tape has been edited.
2. The results of the investigation give more support to the hypothesis that the tape (τεκμήριο 43) was recorded with the video camera (τεκμήριο 42), than to the hypothesis that the tape (τεκμήριο 43) was recorded with a different video camera.»
Τέλος, κατά την κυρίως εξέταση ετέθη στον κ.Hoogeboom και το ερώτημα κατά πόσο γνωρίζει την ύπαρξη οποιουδήποτε προγράμματος ή συσκευής με την οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ταινία σε DV όπως το τεκμήριο 43 η οποία να μην είναι γνήσια, όμως, να μην εντοπίζονται σ’αυτή οποιαδήποτε ίχνη επεξεργασίας. Απάντησε ότι ο ίδιος δεν έχει δει κάτι τέτοιο, όμως, διάβασε στο διαδίκτυο για άτομα που μεταφέρουν δεδομένα, όχι απαραίτητα σε οπτική μορφή, από υπολογιστή σε βιντεοκάμερα, για να προσθέσει ότι δεν γνωρίζει αν αυτά θα φαίνονται ή πώς θα φαίνονται στη βιντεοταινία. Συμπλήρωσε δε πως για να μπορέσει κάποιος να κάνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχει πολύ εξειδικευμένες γνώσεις.
Κατά την αντεξέταση του ο κ.Hoogeboom ερωτήθηκε πώς θα περιέγραφε ένα συμπέρασμα απόλυτης βεβαιότητας ότι η ταινία έχει μονταριστεί. Απάντησε λέγοντας ότι το ερώτημα είναι θεωρητικό, όμως, ποτέ δε θα μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος σε ό,τι αφορά τις έρευνες που διεξάγει. Όταν δε του ετέθη ότι αυτή είναι και η ορθή στάση που πρέπει να τηρεί ένας εμπειρογνώμονας που σέβεται τον εαυτό του, σχολίασε ότι στο δικό του τομέα εμπειρογνωμοσύνης ποτέ δε χρησιμοποιεί το «πολύ περισσότερη στήριξη» (much more support), γιατί ποτέ δεν μπορεί να είναι τόσο σίγουρος δεδομένου ότι χρησιμοποιεί πάντα καινούριες ή σχετικά καινούριες τεχνικές. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο κ.Hoogeboom όταν του ετέθη ότι ο τομέας της επιστήμης με την οποία ασχολείται είναι υπό εξέλιξη συμφώνησε. Ενώ συμφώνησε και με τη θέση ότι το περιθώριο επιστημονικού λάθους είναι μεγαλύτερο από άλλους τομείς, όπως έρευνες για DNA και για δακτυλικά αποτυπώματα, προσθέτοντας ότι είναι γι’αυτό ακριβώς το λόγο που θεωρεί πως τα συμπεράσματα του είναι λιγότερο σίγουρα. Σαφώς, αναφερόταν στα συμπεράσματα του στην έκθεση που ετοίμασε για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, έγγραφο 50.
Ο επόμενος μάρτυρας του οποίου την επιστημονική μαρτυρία θα εξετάσουμε είναι ο κ.Catalin Grigoras, Μ.Κ.45, στον οποίο έχουμε ήδη κάμει αναφορά προηγουμένως. Έλαβε πρώτη φορά οδηγίες να εξετάσει την επίδικη ταινία, τεκμήριο 43, στις 16.9.2007. Τότε του είχε διαβιβαστεί η ταινία μέσω διαδικτύου. Εφάρμοσε την εξειδικευμένη μέθοδο E.N.F., στην οποία θα αναφερθούμε με λεπτομέρεια στη συνέχεια, για να καταλήξει όμως στο συμπέρασμα ότι η ταινία δεν ήταν αυθεντική. Αυτά σε συντομία αναφέρονται στην έκθεση του, τεκμήριο 82Α, την οποία ετοίμασε τότε και φέρει ημερομηνία 17.10.2007. Στην έκθεση αυτή εισηγείται επίσης ότι για τη διενέργεια μιας πιο σύνθετης και λεπτομερούς ανάλυσης θα έπρεπε να τεθεί στη διάθεση του η ίδια η ταινία, τεκμήριο 43. Στις 15.11.2007, μετά που ο κ.Hoogeboom ολοκλήρωσε τη δική του έρευνα σε σχέση με αυτή ο κ.Grigoras έλαβε εκ νέου οδηγίες. Για τους σκοπούς δε των εξετάσεων που θα διενεργούσε ήρθε στην Κύπρο. Τα ερωτήματα τα οποία του ετέθησαν για να δώσει απαντήσεις ήσαν δύο: (1) να ελέγξει το χρόνο και την ώρα της βιντεοσκόπησης του υπό αναφορά επεισοδίου και (2) να θεμελιώσει την αυθεντικότητα της ακουστικής εγγραφής (audio recording) στην εν λόγω ταινία. Ο κ.Grigoras αφού έκανε την έρευνα του ετοίμασε έκθεση στην οποία αναφέρει τις εξετάσεις τις οποίες διενήργησε σε σχέση με την εν λόγω ταινία, και ειδικότερα τις μεθόδους που εφάρμοσε, καθώς επίσης τα ευρήματα και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Η εν λόγω έκθεση μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα, κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα, έγγραφο 45Α, ενώ για τον ίδιο σκοπό και προς περαιτέρω διευκόλυνση κατατέθηκε και το πρωτότυπο κείμενο στην αγγλική, έγγραφο 45.
Όπως διαπιστώνεται μέσα από τα γραφόμενα και τα λεγόμενα του κ.Grigoras, τη βασική μέθοδο που χρησιμοποίησε στην έρευνα που διενήργησε την ανακάλυψε και την ανέπτυξε σε δικανικό επίπεδο ο ίδιος. Οι πρώτες παρουσιάσεις της μέσω επιστημονικών περιοδικών έγιναν το 2002. Σε γενικές γραμμές η μέθοδος αυτή, όπως την έχουμε αντιληφθεί, λαμβάνει ως πραγματική βάση την ηλεκτρική δικτυακή συχνότητα (electrical network frequency, E.N.F.) η οποία εκπέμπεται υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικού κύματος από διάφορες ηλεκτρικές πηγές στο γεωγραφικό χώρο στον οποίο φέρεται να έγινε η βιντεοσκόπηση μιας υπό εξέταση ταινίας και η οποία μέσα στο χρόνο κυμαίνεται γύρω στα 50Hz. Όπως εξηγεί περαιτέρω, πρόκειται για μια συνεχή τυχαία διακύμανση του E.N.F. του οποίου η κάθε δεδομένη στιγμή αντιπροσωπεύεται με το μαθηματικό τύπο ff=[50±Δf]Ηz και μπορεί να καταγραφεί σε μορφή φασματογραφήματος, όπως γίνεται αντιληπτό, με τη χρήση εξειδικευμένου λογισμικού το οποίο αυτός διαθέτει. Όπως το θέτει στην έκθεση του, έγγραφο 45, στη σελίδα 3: «From a forensic viewpoint, it is the continuing variation in frequency over time together with its stability over distances that provide a powerful resource for carrying out authenticity examinations of digital recordings».
Όσον αφορά την εν λόγω ταινία, αυτό που ενδιέφερε για σκοπούς της έρευνας του κ.Grigoras ήταν βασικά το ακουστικό (audio) μέρος της. Δηλαδή ο ήχος που είχε καταγραφεί σ’αυτή κατά τη βιντεοσκόπηση και μαζί με αυτόν και η διακυμαινόμενη συχνότητα του ηλεκτρικού δικτύου η οποία καταγράφηκε συγχρόνως. Στο πλαίσιο της έρευνας που διενήργησε, ο κ.Grigoras κατέγραψε το E.N.F. που διαπίστωσε ότι υπήρχε στην υπό εξέταση ταινία, τεκμήριο 43. Όπως εξήγησε προφορικά αυτό έγινε κατορθωτό με την εφαρμογή μαθηματικής μεθοδολογίας την οποία ανέπτυξε ο ίδιος και η οποία έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει τη μεταλλαγή της συχνότητας ηλεκτρικού δικτύου από την ταινία. Για την απόκτηση γνώσης της εν λόγω μεθοδολογίας ο κ.Grigoras μας παρέπεμψε σε δύο άρθρα του με τα οποία την παρουσίασε στην κοινωνία των επιστημόνων, και απλώς αναφέρονται στην έκθεση του, έγγραφο 45. Ακολούθως, όπως ανάφερε σύγκρινε το E.N.F. της ταινίας με το E.N.F. της Κύπρου, έχοντας λάβει τα σχετικά δεδομένα για το βράδυ της 20.12.2005 σε συχνότητα ανά ένα λεπτό, από το Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Κύπρου. Διαπίστωσε ότι οι αξίες των δύο E.N.F. τα οποία φαίνονται στο σχεδιάγραμμα 5 της έκθεσης του με τη μορφή φασματογραφήματος, συσχετίζονται (are correlated). Παραπέμπει προς τούτο στις κορυφές, στις κοιλάδες και στα οροπέδια που εμφανίζονται στα εν λόγω σχέδια (φασματογραφήματα).
Ο κ.Grigoras προέβη συγχρόνως και σε δύο άλλες εξετάσεις που είχαν, επίσης, ως σκοπό τη διαπίστωση ή μη της αυθεντικότητας της υπό αναφορά ταινίας, τεκμήριο 43. Η μια αφορούσε τη μέθοδο με το sub code που χρησιμοποίησε και ο κ.Hoogeboom ή data code, όπως το αποκάλεσε ο ίδιος, της υπό αναφορά ψηφιακής κάμερας, τεκμήριο 42. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στο πώς την εφάρμοσε που, εν πάση περιπτώσει, ήταν με τον ίδιο περίπου τρόπο που την εφάρμοσε και ο πρώτος επιστήμονας που αναφέραμε προηγουμένως. Η άλλη μέθοδος, πολύ πιο απλή συγκρινόμενη με τη μέθοδο E.N.F., αφορούσε στην παρακολούθηση από τον ίδιο της ακουστικής (audio) καταγραφής στην ταινία συγχρόνως με την οπτική. Διαπίστωσε και στις δύο περιπτώσεις ότι υπήρχε συνέχεια στην εικόνα και, επίσης, στην εικόνα σε συνδυασμό με τον ήχο. Οι εξετάσεις του αυτές τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν πολύ χρονοβόρο το μοντάρισμα ολόκληρης της ταινίας. Όπως χαρακτηριστικά είπε, θα έπαιρνε περί τα δύο χρόνια. Αν και επισημαίνουμε πως για να απωλέσει την αυθεντικότητα της η ταινία δεν ήταν αναγκαίο να μονταριστεί ολόκληρη, αλλά μερικές μόνο σκηνές. Ενώ με βάση τη συνολική εξέταση που έκανε και σύμφωνα με την πείρα του, κατέληξε στην γνώμη ότι η υπό αναφορά βιντεοσκόπηση (ταινία) είναι αυθεντική και έγινε στο γεωγραφικό χώρο του ηλεκτρικού δικτύου της Κύπρου την 20ην Δεκεμβρίου 2005, μεταξύ των ωρών 03:26π.μ. και 04:10π.μ..
Σχετικά με την πιο πάνω πτυχή, ο κ.Grigoras ανάφερε στην προφορική του μαρτυρία, ότι η διενέργεια των πρόσθετων εξετάσεων κρίθηκε επαγγελματικά επιβεβλημένη ώστε να μπορεί να εκφράσει έγκυρη επιστημονική γνώμη, και έφερε ως παράδειγμα τους τομείς των μαθηματικών και της φυσικής όπου η ορθότητα ενός αποτελέσματος ελέγχεται με πέραν του ενός τρόπου. Για να προσθέσει, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ότι η σύμπτωση των αποτελεσμάτων των διαφόρων μεθόδων που εφάρμοσε τον καθιστά απόλυτα βέβαιο για την αυθεντικότητα της ταινίας, τεκμήριο 43, ώστε να μη χρειάζεται να πιθανολογήσει σε σχέση με αυτό. Τέλος, αναφερόμενος ο κ.Grigoras στα δεδομένα E.N.F. που τηρούνται στην Κύπρο επεσήμανε ότι η ανάλυση ανά λεπτό είναι στο όριο που μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ενώ ανάλυση πέραν αυτού, και ανάφερε ως παράδειγμα την καταγραφή της συχνότητας ανά δύο ή τρία λεπτά, δεν μπορεί, όπως είπε, να χρησιμοποιηθεί από το δικανικό επιστήμονα.
Προς συμπλήρωση της μαρτυρίας του κ.Grigoras κλήθηκε και κατάθεσε ο κ.Σταύρος Σταυρινός, Μ.Κ.56, ανώτερος μηχανικός (λειτουργίας συστήματος) ο οποίος εργάζεται στο Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Κύπρου. Σύμφωνα με ό,τι αναφέρει σε επιστολή του ημερομηνίας 10.4.2008, έγγραφο 56, στις 22.11.2007 κατόπιν σχετικού αιτήματος απέστειλε στη Νομική Υπηρεσία την καταγραμμένη συχνότητα του ηλεκτρικού συστήματος της Κύπρου για τις ώρες 00:00-08:00π.μ. της 20ης.Δεκεμβρίου 2005. Η τιμή της καταγραμμένης συχνότητας για την πιο πάνω περίοδο δόθηκε, όπως αναφέρει, σε κύκλους/δευτερόλεπτο (Hz) για κάθε λεπτό της ώρας, που είναι και η μέγιστη ανάλυση ιστορικών δεδομένων που διαθέτει ο Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς. Περαιτέρω, ο κ.Σταυρινός εξηγεί στην εν λόγω επιστολή ότι η συχνότητα του ηλεκτρικού δικτύου καταγράφεται στο Εθνικό Κέντρο Ελέγχου Ενέργειας μέσω του Συστήματος Τηλελέγχου και Διαχείρισης Ενέργειας και φυλάγεται σε βάση δεδομένων και είναι η ίδια σε όλα ανεξαιρέτως τα σημεία του δικτύου μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στις ελεύθερες περιοχές της χώρας. Καταλήγει δε με τη διαβεβαίωση ότι όλα τα δεδομένα συχνότητας που δόθηκαν σε γραπτή αλλά και ψηφιακή μορφή, όπως προκύπτει από το έγγραφο, τεκμήριο 81, το οποίο ο ίδιος κατέθεσε, είναι ορθά.
Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω γίνεται αντιληπτό ότι στο έγγραφο 56 ο κ.Σταυρινός κάνει αναφορά στο E.N.F. της Κύπρου το οποίο ανάφερε ο κ.Grigoras ότι χρησιμοποίησε κατά τη δική του έρευνα η οποία εξηγείται προηγουμένως. Ακολούθως, κατά την προφορική του μαρτυρία ο κ.Σταυρινός διατύπωσε τη θέση ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα συχνότητας που παρέδωσε, όπως του είχε ζητηθεί, ήταν αδύνατο να συνέπιπταν με το E.N.F. άλλης ημερομηνίας ειδικά, όπως εξήγησε, όταν πρόκειται για μερικές χιλιάδες τιμές ηλεκτρικής συχνότητας. Όμως, κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι τιμές που αναφέρονται στο έγγραφο, τεκμήριο 81, ήταν 480 και πως δε θα μπορούσε να αποκλειστεί η συμπτωματική επανάληψη τους σε άλλη ημερομηνία.
Ενώπιον μας λοιπόν έχουμε τη μαρτυρία δύο επιστημόνων εγνωσμένου κύρους, ειδικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ασχολούνται και οι δύο, ο καθένας στον τομέα του, με την εφαρμογή στη δικανική επιστήμη σχετικά νέων μεθόδων για τη διάγνωση ή μη της αυθεντικότητας οπτικοακουστικών μέσων, τα οποία αποτελούν στη σημερινή τους μορφή, νέα και συνεχώς αναπτυσσόμενη τεχνολογία, και τα οποία έτυχε να συσχετιστούν με τη διενέργεια εγκληματικών πράξεων. Μάλιστα ο ένας από αυτούς, ο κ.Grigoras, εφεύρε και ανέπτυξε ο ίδιος τη μέθοδο που εφαρμόζει με τη χρήση της ηλεκτρικής δικτυακής συχνότητας, E.N.F.. Κανείς δε στην παρούσα υπόθεση έχει αμφισβητήσει την ιδιότητα τους αυτή ενώ με βάση τα ενώπιον μας δεδομένα ούτε και εμείς θα επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο.
Άλλωστε, ανέκαθεν η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη σε δικαστικές διαδικασίες δεδομένου ότι παρέχει τη δυνατότητα να φωτιστούν τομείς που απασχολούν τα δικαστήρια και στους οποίους η κοινή ανθρώπινη γνώση και λογική δεν μπορούν να διεισδύσουν. Με τη συνεχή έρευνα και ανάπτυξη των επιστημών η μαρτυρία αυτή είναι σήμερα χρήσιμη όσο ποτέ (βλ. Πέγκερος ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, το σχετικό σχόλιο στο μέσο της σελίδας 157). Εξ ου και η ανάπτυξη ειδικού κλάδου ο οποίος ασχολείται με τους τομείς που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα δικαστήρια και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι ο κλάδος της δικανικής επιστήμης στον οποίο, να υπενθυμίσουμε, ενδιατρίβουν οι κκ.Hoogeboom και Grigoras. Οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες κατέχουν ειδικές γνώσεις τις οποίες συνήθως αποκτούν μετά από πολύχρονη ακαδημαϊκή και εμπειρική εκπαίδευση σε συγκεκριμένο τομέα. Η γνώση τους είναι βαρύνουσα σε αντίθεση με αυτή που μπορεί να διατυπώσει οποιοσδήποτε άλλος μη ειδικός στον εν λόγω τομέα.
Όμως, δεν είναι ποτέ αρκετό όταν καταθέτουν τη μαρτυρία τους να παραθέσουν απλώς τα ευρήματα τους και να διατυπώσουν τη γνώμη τους σχετικά, επί ενός θέματος το οποίο απασχολεί στη δίκη. Η τέτοια μαρτυρία τους δε δεσμεύει το δικαστήριο. Αλλά, θα πρέπει συγχρόνως να το καταστήσουν κοινωνό, με βάση σχετική μαρτυρία πάντοτε, των οποιωνδήποτε μεθόδων και κριτηρίων τα οποία τους οδήγησαν σ’αυτά. Όσο και αν αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να εμβαθύνουν στις εξηγήσεις και αναφορές τους σχετικά. Γιατί θα πρέπει το ίδιο το δικαστήριο αφού βεβαιωθεί πρώτα για την ορθότητα και εγκυρότητα των εν λόγω μεθόδων και κριτηρίων, να μπορεί ακολούθως από μόνο του εφαρμόζοντας τα, να ελέγξει αν τα ευρήματα και η γνώμη του μάρτυρα είναι κατά την κρίση του ορθά (βλ. Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R.97 και Pouris v. Republic (1985) 2 C.L.R.170). Βέβαια, το δικαστήριο θα μπορεί να ενεργήσει ως ανωτέρω αφού προηγουμένως αξιολογήσει τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα και την κρίνει πρώτα αξιόπιστη και εν συνεχεία ικανή να εξυπηρετήσει το σκοπό για τον οποίο έχει προσφερθεί, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, (βλ. Ψάλτης ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ.113, στη σελίδα 119).
Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε έντονη αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, παρά την περί του αντιθέτου θέση της κατηγορίας, τόσο για την επάρκεια των μεθόδων που εφάρμοσαν οι εν λόγω δύο επιστήμονες όσο και για τα συμπεράσματα στα οποία αυτοί κατέληξαν, σε σχέση με τα ερωτήματα, ανωτέρω, που τους είχαν τεθεί από τον κ.Παυλίδη για να απαντήσουν. Βασικά, σε σχέση με την αυθεντικότητα της ταινίας, τεκμήριο 43, και αν αυτή παράχθηκε με τη βιντεοκάμερα, τεκμήριο 42. Στο σημείο αυτό να παρατηρήσουμε ότι καμιά αμφισβήτηση υπήρξε όσον αφορά τη φιλαλήθεια και συνεπώς την αξιοπιστία των κκ.Hoogeboom, Grigoras και Παυλίδη, ειδικότερα σε σχέση με τα όσα ανάφεραν για τις εξετάσεις που διενήργησαν προς απάντηση των προαναφερθέντων ερωτημάτων. Κατ’αρχάς, σε σχέση με τον κ.Παυλίδη να παρατηρήσουμε ότι η μαρτυρία του σχετικά αποσκοπούσε, όπως ο ίδιος ανάφερε, να εξετάσει τα εν λόγω ερωτήματα προκαταρκτικά. Για μια πιο αποτελεσματική, ολοκληρωμένη και πειστική έρευνα αποτάθηκε στους κκ.Hoogeboom και Grigoras.
Όσον αφορά τους δύο αυτούς εμπειρογνώμονες, έχοντας διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία τους, το ουσιαστικό μέρος της οποίας έχουμε παραθέσει πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η θέση της υπεράσπισης είναι απόλυτα ορθή. Δεν χρειάζεται πιστεύουμε να υπεισέλθουμε να εξετάσουμε σε βάθος και με λεπτομέρεια τη σχετική μαρτυρία, όταν ο κατεξοχήν ειδικός, δηλαδή ο κ.Hoogeboom, ουσιαστικά διατύπωσε επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα της βασικής επιστημονικής μεθόδου που χρησιμοποίησε για διαπίστωση της αυθεντικότητας της ταινίας, τεκμήριο 43. Αναφερόμαστε στον ψηφιακό έλεγχο που διενήργησε στο sub code (μετακώδικα) που η κάμερα, τεκμήριο 42, υπό κανονικές συνθήκες εμφανίζει σε κάθε ταινία η οποία παράγεται από αυτή, όπως φέρεται να παρήχθη και η ταινία, τεκμήριο 43. Το αποτέλεσμα της εξέτασης του, η οποία παρεμπιπτόντως έγινε με τη χρήση λογισμικού το οποίο ανέπτυξε κάποιος άλλος επιστήμονας, ήταν ότι δεν εντόπισε παρεμβάσεις στην εν λόγω ταινία αφού δε διαπίστωσε οποιαδήποτε αλλοίωση στα διάφορα στοιχεία του sub code που επίσης καταγράφονται σ’αυτή. Εντούτοις, στη συνέχεια δήλωσε ευθαρσώς – είναι πολύ κρίσιμη η δήλωση αυτή ώστε να πρέπει να την επαναλάβουμε αυτούσια και εδώ – ότι: «It can not be ruled out that there are methods to edit a DV-stream without finding any digital traces.» Συνεπής με την πιο πάνω δήλωση είναι και η αναφορά του κ.Hoogeboom σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης του ότι έχει πληροφορηθεί μέσω του διαδικτύου πως υπάρχουν πρόσωπα τα οποία κατέχοντας εξειδικευμένες γνώσεις και μέσα, μπορούν ουσιαστικά να παρεμβαίνουν σε μια βιντεοταινία χωρίς τα ίχνη της παρέμβασης να είναι εμφανή.
Αυτές οι αναφορές από μόνες τους, πιστεύουμε πως εγείρουν ευθέως σοβαρές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της μεθόδου που χρησιμοποίησε ο κ.Hoogeboom. Δηλαδή για τη διαπίστωση της αυθεντικότητας ή μη μιας ψηφιακής εγγραφής σε mini DV, όπως είναι η ταινία, τεκμήριο 43, μέσω της ψηφιακής εξέτασης του sub code που είναι, επίσης, καταγραμμένο σ’αυτή. Προχωρώντας ένα βήμα πάρα πέρα θα λέγαμε ότι οι ίδιες ακριβώς αμφιβολίες εγείρονται και όσον αφορά τη μέθοδο του οπτικού ελέγχου της ταινίας, βασικά παρακολουθώντας την με γυμνό οφθαλμό, σε συνδυασμό με παρακολούθηση των ήχων που εκπέμπονται από αυτή. Η διαπίστωση αυτή είναι απότοκο των ιδίων επιφυλάξεων που διατύπωσε ο κ.Hoogeboom, ότι δεν μπορεί να αποκλείσει να υπάρχουν μέθοδοι επέμβασης σε DV-stream, χωρίς να ανευρεθούν ίχνη παρέμβασης στα ψηφιακά χαρακτηριστικά της ταινίας τα οποία ουσιαστικά καλύπτουν και τις δύο μεθόδους ελέγχου που εφάρμοσε προκειμένου να διαπιστώσει την αυθεντικότητα της ταινίας. Αφού, άλλωστε, είναι η επέμβαση στα εικονογραφημένα πλαίσια (frames) που προκαλεί την αλλοίωση στα διάφορα στοιχεία του sub code μιας ψηφιακής ταινίας.
Έπειτα, είναι και ο βαθμός βεβαιότητας στον οποίο ο κ.Hoogeboom κατάταξε τα συμπεράσματα του όσον αφορά την αυθεντικότητα της ταινίας, τεκμήριο 43. Είναι ακριβώς ο ίδιος και για τις δύο μεθόδους που αναφέρονται πιο πάνω, τις οποίες μάλιστα δε διαχώρισε, πασιφανώς λόγω της άμεσης σχετικότητας που έχουν μεταξύ τους. Περαιτέρω, εξετάζοντας το βαθμό βεβαιότητας με τον οποίο μίλησε, αναφερόμενος στα εν λόγω συμπεράσματα του, παρατηρούμε ότι, βασικά, χρησιμοποίησε συγκριτικό βαθμό για τη διαβάθμιση τους. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι τα συμπεράσματα του δίνουν πολύ περισσότερη στήριξη στην υπόθεση ότι η ταινία δεν υπέστη παρεμβάσεις παρά ότι υπέστη. Όμως, όπως αντιλαμβανόμαστε την εν λόγω διαβάθμιση, δε διαπιστώνουμε να ξεφεύγει από τα πλαίσια που ορίζει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και συνεπώς δεν μπορεί να ταξινομηθεί χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση ως εμπίπτουσα στα αυστηρά πλαίσια του βαθμού απόδειξης σε ποινικές υποθέσεις, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εν ολίγοις, η διαβάθμιση, ανωτέρω, που χρησιμοποίησε ο κ.Hoogeboom, ακριβώς, δημιουργεί εύλογη αμφιβολία αν οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε μπορούν να διαπιστώσουν παρεμβάσεις που τυχόν να έγιναν στην αυθεντικότητα μιας ταινίας, όπως είναι το τεκμήριο 43.
Ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του, ο κ.Hoogeboom ανάφερε επίσης ότι στο δικό του τομέα εμπειρογνωμοσύνης ποτέ δε χρησιμοποιεί τη διαβάθμιση «πολύ περισσότερη στήριξη» γιατί όπως εξήγησε, με δεδομένο ότι χρησιμοποιεί πάντοτε καινούριες τεχνικές δεν μπορεί να είναι τόσο σίγουρος. Δηλαδή ούτε και στον πιο πάνω βαθμό που αναφέρεται προηγουμένως. Όμως, δεν προχώρησε να εξηγήσει σε τι οφείλεται η χρησιμοποίηση της εν λόγω διαβάθμισης στην προκειμένη περίπτωση. Και πρόσθεσε ότι θεωρεί πως τα εν λόγω συμπεράσματα του είναι οπωσδήποτε λιγότερο σίγουρα, συγκριτικά με αποτελέσματα ερευνών που αφορούν DNA και δακτυλικά αποτυπώματα. Τέλος, σε κάποιο άλλο σημείο δήλωσε, με την ειλικρίνεια που ομολογουμένως τον χαρακτηρίζει, ότι ο τομέας με τον οποίο ασχολείται είναι υπό συνεχή εξέλιξη. Αξιολογώντας λοιπόν και τις τελευταίες πιο πάνω αναφορές του κ.Hoogeboom, παρατηρούμε ότι συνηγορούν και αυτές υπέρ της προηγηθείσας, αναπόφευκτης πλέον, διαπίστωσης ότι οι μέθοδοι τις οποίες εφάρμοσε δεν είναι αρκούντος αποτελεσματικές προς διαπίστωση της αυθεντικότητας της ταινίας, τεκμήριο 43.
Πρόσθετα, η έρευνα του κ.Hoogeboom επεκτάθηκε και σε εξετάσεις για να διαπιστώσει αν η προαναφερθείσα ταινία είχε εγγραφεί με την κάμερα, τεκμήριο 42. Όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία του, χρησιμοποίησε μια νέα υπό ανάπτυξη μέθοδο η οποία βασίζεται στη μοναδικότητα του chip της κάθε κάμερας. Οι λεπτομέρειες που αναφέρουν σε τι ακριβώς συνίσταται η μέθοδος αυτή αναφέρθηκαν προηγουμένως. Για την ανάπτυξη της ασχολείται ένας Ολλανδός επιστήμονας. Σαφώς πρόκειται για μέθοδο η οποία δεν είναι πρακτικά δοκιμασμένη και επιστημονικά επιβεβαιωμένη όσον αφορά την επάρκεια της και την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων της. Πιστεύουμε δε πως η διαβάθμιση την οποία ο κ.Hoogeboom έκανε όσον αφορά τα συμπεράσματα του από την εφαρμογή της, επιβεβαιώνουν την πιο πάνω διαπίστωση και συγχρόνως καταδεικνύει η διαβάθμιση αυτή την αβεβαιότητα που υπάρχει όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της, συγκρίνοντας και με το βαθμό απόδειξης που απαιτείται να υπάρχει σε μια ποινική υπόθεση. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήγε σχετικά, δίνουν περισσότερη στήριξη στην υπόθεση ότι η ταινία, τεκμήριο 43, εγγράφηκε με την κάμερα, τεκμήριο 42, παρά το αντίθετο. Συγκριτικά θα μπορούσε η διαβάθμιση αυτή να ταυτιστεί με τον κατώτερο βαθμό βεβαιότητας του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Επομένως, και η μέθοδος αυτή κρίνεται ανεπαρκής για το σκοπό, ανωτέρω, που ήθελε να εξυπηρετήσει, κατάληξη η οποία βασίζεται για ακόμα μια φορά στη γνωμάτευση σχετικά του ίδιου του κ.Hoogeboom.
Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, μια βιντεοταινία όπως είναι το τεκμήριο 43, συντίθεται στο οπτικό και στο ακουστικό μέρος. Μετά λοιπόν τον έλεγχο που διενήργησε ο κ.Hoogeboom για ολόκληρο το οπτικοακουστικό μέρος της εν λόγω ταινίας και κατόπιν εισήγησης του, κλήθηκε ο κ.Grigoras να ελέγξει την αυθεντικότητα της, εξετάζοντας συγκεκριμένα το ακουστικό μόνο μέρος της. Ένα μέρος της εξέτασης του κ.Grigoras ουσιαστικά αφορούσε εφαρμογή των ίδιων δύο μεθόδων που χρησιμοποίησε και ο κ.Hoogeboom δηλαδή της ψηφιακής μεθόδου και της μεθόδου διά γυμνού οφθαλμού και ακουστικώς, τις οποίες αναφέραμε προηγουμένως. Ενώ το κύριο μέρος της εξέτασης του ασχολήθηκε με την εφαρμογή της δικής του μεθόδου η οποία βασίζεται στην ηλεκτρική δικτυακή συχνότητα, E.N.F.. Εφαρμόζοντας το σύνολο των εν λόγω μεθόδων και αξιολογώντας τα ευρήματα του, ο κ.Grigoras διατύπωσε τη γνώμη του εκφραζόμενος με απόλυτη βεβαιότητα ότι η ταινία, τεκμήριο 43, είναι αυθεντική. Πρόκειται για γνώμη η οποία, σαφώς, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γνωμάτευση που αναφέραμε προηγουμένως του κ.Hoogeboom.
Όμως, δεν τίθεται θέμα επιλογής μιας από τις δύο γνωματεύσεις, ως της ορθής, και απόρριψης της άλλης. Στην πραγματικότητα η εξέταση που διενήργησε ο κ.Grigoras ήταν συμπληρωματική, βασικά προς επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων του κ.Hoogeboom όσον αφορά την αυθεντικότητα της ταινίας, από μια άλλη άποψη, αυτή που κυρίως αφορά το ακουστικό μέρος της εφαρμόζοντας την καινούρια μέθοδο που ανέπτυξε ο ίδιος με τη χρήση του E.N.F.. Εντούτοις, διαπιστώνουμε την πιο πάνω ζωτικής σημασίας διαφορά όσον αφορά τη διαβάθμιση της βεβαιότητας των αποτελεσμάτων τους, που για τον κ.Hoogeboom αφορούσε το σύνολο της έρευνας του για την αυθεντικότητα της ταινίας ενώ για τον κ.Grigoras αφορούσε μόνο το ένα μέρος. Ενώ πρόσθετα, το μέρος αυτό των δικών του συγκεκριμένων ερευνών, έγιναν παράλληλα και προς επιβεβαίωση της άλλης μεθόδου που επίσης εφάρμοσε και έχει ως βασικό παράγοντα το E.N.F.. Όπως δε ανάφερε σχετικά, η επαλήθευση ενός αποτελέσματος με πέραν της μιας μεθόδου είναι επαγγελματικά και επιστημονικά επιβεβλημένη στον τομέα της δικανικής επιστήμης.
Εξετάζοντας στο σύνολο της την πιο πάνω μαρτυρία των δύο εμπειρογνωμόνων και ιεραρχώντας τις δύο έρευνες που έχουν διεξαχθεί κατά τον τρόπο που προκύπτει μέσα από αυτή, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία σχετικά του κ.Grigoras που αναφέρεται στην εφαρμογή των εν λόγω δύο μεθόδων που εφάρμοσε και ο κ.Hoogeboom, δηλαδή της ψηφιακής και της απλής οπτικοακουστικής, διέπεται από σχετική αντινομία. Θα έπρεπε, λογικά, να βρισκόταν στα ίδια πλαίσια που βρίσκεται και η ανάλογη μαρτυρία του κ.Hoogeboom. Ειδικά όσον αφορά τη διαβάθμιση της βεβαιότητας των αποτελεσμάτων της σχετικής έρευνας αφού ο τελευταίος παρουσιάστηκε ως ο κατεξοχήν ειδικός στο συγκεκριμένο τομέα. Και έτσι, βασικά, εξουδετερώνεται η αξία των συμπερασμάτων του κ.Grigoras, ότι με βάση τις εν λόγω μεθόδους η ταινία, τεκμήριο 43, είναι αυθεντική. Συγχρόνως, η διαπίστωση αυτή αφήνει μετέωρο το συμπέρασμα που απέδωσε η έρευνα του με βάση το E.N.F.. Υπενθυμίζουμε, σχετικά, την πολύ αυστηρή τοποθέτηση του κ.Grigoras όσον αφορά την τήρηση, κατά τον τρόπο που εξήγησε, υψηλού επαγγελματικού και επιστημονικού επιπέδου στον τομέα της δικανικής επιστήμης.
Όμως, με βάση τη σχετική μαρτυρία, τα προβλήματα δεν εξέλειπαν και όσον αφορά τη συγκεκριμένη έρευνα που διεξήγε ο κ.Grigoras με τη χρήση του E.N.F., βασισμένη, όπως έτυχε να είναι, στα δεδομένα της Κύπρου. Την πτυχή αυτή διαφώτισε η ενδελεχής και διεισδυτική ανάλυση στα γεγονότα του κ.Θεοδώρου. Επικεντρωνόμαστε ειδικά στην αναφορά του κ.Grigoras ότι η ανάλυση της συχνότητας ανά λεπτό που του δόθηκε για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας του, είναι πάνω στα όρια που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας δικανικός επιστήμονας εφαρμόζοντας τη μέθοδο αυτή. Ενώ, όπως επίσης παρατήρησε, η χρήση ανάλυσης ανά δύο ή τρία λεπτά είναι εντελώς εκτός συζήτησης. Όμως, με τη σειρά μας παρατηρούμε ότι είναι καθόλα λογικό να διερωτηθεί κάποιος αν η οριακή ανάλυση της ηλεκτρικής δικτυακής ενέργειας του ενός λεπτού μπορεί στο τέλος της ημέρας, ενόψει της πιο πάνω αναφοράς του κ.Grigoras, να θεωρηθεί ασφαλής για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της μεθόδου του στην προκειμένη περίπτωση, για διαπίστωση της αυθεντικότητας της ταινίας, στο βαθμό που απαιτείται σε ποινική υπόθεση. Η ορθή απάντηση πιστεύουμε είναι όχι, και η λέξη «οριακός» στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης είχε αυτή ακριβώς την έννοια. Στο τέλος της ημέρας οι πιο πάνω παρατηρήσεις επιβεβαιώνονται από την αναφορά του κ.Σταυρινού, λειτουργού στο Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Κύπρου, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η συμπωματική επανάληψη των τιμών που έδωσε στον κ.Grigoras και σε άλλη ημερομηνία. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ο αριθμός των τιμών αυτών, με δεδομένο και το γεγονός ότι η ανάλυση που δόθηκε στον τελευταίο ήταν ανά λεπτό, είναι μόλις 480. Αναγνωρίζοντας προφανώς τον κίνδυνο αυτό ο κ.Grigoras ανάφερε ότι στην ηπειρωτική Ευρώπη όπου έχει την έδρα του, τηρεί ο ίδιος από κάποια χρόνια τώρα τα δικά του δεδομένα E.N.F. με πιο ψηλή ανάλυση από αυτή που τηρείται στην Κύπρο.
Ένα τελευταίο θέμα το οποίο επίσης επιθυμούμε να θίξουμε είναι ότι, βασικά, δεν έχει δοθεί από τους δύο εμπειρογνώμονες οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φύση των λογισμικών των άλλων επιστημόνων τα οποία χρησιμοποίησαν για τη διενέργεια της δικής του έρευνας ο καθένας όσον αφορά το sub code. Εμμέσως πλην σαφώς τα πρότειναν ως αρκούντος αποτελεσματικά, παρόλο που στην περίπτωση του ο κ.Hoogeboom ανάφερε ότι το λογισμικό το οποίο ο ίδιος χρησιμοποίησε του είχε παραχωρηθεί για να ελέγξει συγχρόνως και την αποτελεσματικότητα του. Ενώ από την πλευρά του ο κ.Grigoras δεν εξήγησε καν τη δική του μαθηματική μεθοδολογία για τη διαπίστωση του E.N.F. σε μια ταινία, περιοριζόμενος να παραπέμψει σχετικά στις μελέτες που είχε δημοσιεύσει σε σχέση με το θέμα αυτό. Όμως, δεδομένου ότι υπήρξε αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των μεθόδων που είχαν χρησιμοποιηθεί από τους εμπειρογνώμονες, θα έπρεπε να προσαχθεί μαρτυρία και γι’αυτή τη συγκεκριμένη, σε κάθε περίπτωση, πτυχή κάτι που δεν έχει γίνει. Επομένως, υπάρχει και αυτό το κενό όσον αφορά τη μαρτυρία και συγκεκριμένα την εφαρμογή και αποτελεσματικότητα των μεθόδων τις οποίες οι εν λόγω δύο εμπειρογνώμονες χρησιμοποίησαν στις έρευνες τους.
Ενόψει, λοιπόν, της ανάλυσης, των ευρημάτων και των συμπερασμάτων στα οποία έχουμε προβεί σε σχέση με τη μαρτυρία των κκ.Hoogeboom και Grigoras καταλήγουμε πως δεν έχουμε πεισθεί ότι οι μέθοδοι που εφάρμοσαν ήσαν ικανές για να αποδείξουν την αυθεντικότητα της εν λόγω ταινίας ήτοι του τεκμηρίου 43. Ως εκ τούτου, δεν έχουμε ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ταινία αυτή είναι αυθεντική. Στο ίδιο βέβαια συμπέρασμα οδηγούμεθα, αναπόφευκτα, σε σχέση και με όλα τα αντίγραφα σε οποιαδήποτε μορφή και για τις φωτογραφίες που, όπως αδιαμφισβήτητα έχει λεχθεί, έχουν παραχθεί σε κάποιο στάδιο από αυτή.
Όμως, η κατηγορούσα αρχή έχει βασιστεί σχεδόν αποκλειστικά στο περιεχόμενο της ταινίας, τεκμήριο 43, για να αποδείξει τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Συνεπώς, η μη αποδοχή της ως μαρτυρίας, θέτει την υπόθεση της πραγματικά σε δύσκολη θέση. Δεν είναι πλέον δυνατό για το δικαστήριο να δει τις διάφορες σκηνές κακοποίησης που καταγράφονται σ’αυτή και φέρεται να αφορούν το επίδικο επεισόδιο ή να αναγνωρίσει ενδεχόμενα το ίδιο κάποιους αν όχι και όλους τους κατηγορουμένους ως ενεχόμενους στα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται. Περαιτέρω, καθίστανται άνευ αντικειμένου και όλες οι περιγραφές σκηνών βίαιης ή μη συμπεριφοράς και οι αναγνωρίσεις κατηγορουμένων στις οποίες προέβησαν μέσω της ταινίας ή παραγώγων της οι δύο παραπονούμενοι και οι μάρτυρες, αξιωματικοί της αστυνομίας, ανεξάρτητα αν η μαρτυρία αυτή θα μπορούσε να γίνει ή όχι πιστευτή στο τέλος της ημέρας.
Αναγνωρίσεις μέσω της ταινίας
Όμως, από σεβασμό και στις δύο πλευρές, δεδομένου του μακρού χρόνου δίκης που αναλώθηκε και της προσπάθειας η οποία καταβλήθηκε εκατέρωθεν σχετικά, αλλά και για να υπάρχει καταγραμμένη μια όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένη εικόνα της πορείας της δίκης, θα εξετάσουμε στη συνέχεια τη φύση και την αποδεικτική αξία των εν λόγω αναγνωρίσεων ως μαρτυρίας. Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει η πτυχή αυτή τόσο από απόψεως μαρτυρίας όσο και από την άποψη της σχετικής νομολογίας εντούτοις θα προσπαθήσουμε να είμαστε, όσο γίνεται, πιο σύντομοι. Όμως, προηγουμένως δέον να σημειωθεί ότι ενώ η μελέτη της υπόθεσης έγινε, όπως απαιτείται και είναι φυσικό, και από τα τρία μέλη του Δικαστηρίου, το μέρος της απόφασης που ακολουθεί αντανακλά την ιδιαίτερη εντρύφηση επί των θεμάτων με τα οποία ασχολείται των αδελφών μου δικαστών Δημητριάδου και Εφραίμ. Επίσης, να αναφερθεί ότι ιδιαίτερα βοηθητική για το θέμα της αναγνώρισης σε όλες του τις εκφάνσεις ήταν από πλευράς της υπεράσπισης η ανάλυση η οποία έγινε σε όλη τη σχετική νομολογία από τον κ.Παπαϊωάννου.
Οι δυνατότητες που παρέχουν υπό μορφή μαρτυρίας τα οπτικοακουστικά ή τα οπτικά μέσα, όπως είναι το βίντεο και οι φωτογραφίες είναι πολλές φορές ασυγκρίτως μεγαλύτερες από ότι η προφορική μαρτυρία. Είναι δε χαρακτηριστική η φράση που συναντούμε συχνά «μια εικόνα χίλια λόγια». Συγκαταλέγονται στα επιτεύγματα της επιστήμης τα οποία έχουν αναγνωριστεί κατ’επανάληψη από τα δικαστήρια ότι συμβάλλουν ως εκ της φύσης τους στην ορθή και ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Ειδικά οι κάμερες παρακολούθησης κλειστού κυκλώματος χρησιμοποιούνται ευρέως πλέον σε πολλούς χώρους εργασίας, διαμονής και συνάθροισης προσώπων, βασικά ως μέτρο αποτροπής επίδοξων εγκληματιών ή ταραχοποιών, συμβάλλοντας έτσι στο μέτρο του δυνατού στην προστασία ανθρώπων και περιουσιών. Σε αντίθεση με την πολύ ιδιαίτερη περίπτωση που εξετάζεται εδώ και που μάλλον πολύ σπάνια θα πρέπει να προκύπτει, η σχετική νομολογία έχει βασικά δημιουργηθεί σε υποθέσεις όπου είχαν γίνει αποδεχτές ως μαρτυρία φωτογραφίες ή βιντεοταινίες οι οποίες παράχθηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και στις οποίες κατεγράφη κάποιο έγκλημα ή άλλο επεισόδιο αποκαλυπτικό παρανομιών, κατά το χρόνο που αυτό συνέβαινε.
Όπως διαπιστώνεται στην υπόθεση R. ν. Dodson (1984) 79 Cr.App.R.220, στη σελίδα 228, τέτοια μαρτυρία – εκεί επρόκειτο για φωτογραφίες οι οποίες είχαν ληφθεί από κάμερα ασφαλείας – είναι σχετική με τα εκδικαζόμενα ζητήματα όσον αφορά το (α) κατά πόσο διαπράχθηκε κάποιο αδίκημα και (β) ποιος το διέπραξε. Η σχετική νομολογία καταδεικνύει πως δεδομένου ότι έχει γίνει αποδεχτή ως μαρτυρία συγκεκριμένο οπτικό ή οπτικοακουστικό μέσο στο οποίο κατεγράφη το επεισόδιο διάπραξης κάποιου εγκλήματος, τότε το δικαστήριο μπορεί και το ίδιο να το δει ή να το παρακολουθήσει, αναλόγως της περίπτωσης, προκειμένου να εξαγάγει τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα όσον αφορά τα προαναφερθέντα δύο ζητήματα. Η υπόθεση στην οποία διατυπώνεται ξεκάθαρα η πιο πάνω αρχή του δικαίου της απόδειξης, αποδίδοντας βέβαια τη δυνατότητα αυτή στους ενόρκους, είναι η υπόθεση του Αγγλικού Ποινικού Εφετείου R. v. Dodson, ανωτέρω, η οποία υιοθετήθηκε αργότερα από την υπόθεση Blenkinsop (1995) 1 Cr.App.R.7, του ιδίου δικαστηρίου.
Από αξιωματικούς της αστυνομίας
Εν πάση περιπτώσει, κυρίως είναι για το δεύτερο ζήτημα που αναφέρεται στην R. v. Dodson, ανωτέρω, που υπάρχει συνήθως διαφωνία μεταξύ της κατηγορούσας αρχής και της υπεράσπισης, ήτοι όσον αφορά την ταυτότητα του δράστη του εγκλήματος. Δεδομένης δε της ύπαρξης της βιντεοταινίας, τεκμήριο 43, θεωρήθηκε από τους ποινικούς ανακριτές ότι θα έπρεπε να διενεργηθεί αναγνώριση υπόπτων προσώπων μέσω αυτής. Δηλαδή κάποιοι θα παρακολουθούσαν την ταινία και θα προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν γνωστά τους πρόσωπα που εμφανίζονταν σ’αυτή. Όπως ήταν ήδη γνωστό πέραν των παραπονουμένων Μάρκου και Γιάννου όλοι οι άλλοι που ήσαν παρόντες στη σκηνή του επεισοδίου ή είχαν συμμετοχή σ’αυτό ήσαν αστυνομικοί. Επομένως, αποφασίστηκε ότι αυτοί οι κάποιοι οι οποίοι θα επιχειρούσαν να αναγνωρίσουν υπόπτους παρακολουθώντας την ταινία θα έπρεπε να ήσαν αξιωματικοί της αστυνομίας και ειδικότερα αξιωματικοί οι οποίοι προΐσταντο των μονάδων στις οποίες υπηρετούσαν οι φερόμενοι ως ύποπτοι. Για τη διεξαγωγή αναγνώρισης υπόπτων προσώπων κατά τον πιο πάνω τρόπο και για τη διαδικασία η οποία θα ακολουθείτο έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες προς όλους τους ποινικούς ανακριτές ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.Πέτρος Κληρίδης, Μ.Κ.34 με επιστολή του ημερομηνίας 4.4.2006, τεκμήριο 44.
Όμως, παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, όπως ο κ.Κληρίδης ανάφερε στην προφορική του μαρτυρία, μετά τη διαρροή της βιντεοταινίας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δεδομένου ότι αντίγραφο αυτής βρισκόταν ήδη στην κατοχή του ποινικού ανακριτή κ.Νικολαΐδη – του το είχε δώσει ο ίδιος προηγουμένως, στις 18.1.2006 – θεώρησε ότι μπορούσε πλέον να την χρησιμοποιήσει για σκοπούς αναγνώρισης. Αναφερόμενος περαιτέρω στο θέμα αυτό εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο είχε δώσει οδηγίες να πραγματοποιηθούν αναγνωρίσεις υπόπτων αστυνομικών σε σχέση με το επεισόδιο από ανώτερους αξιωματικούς και μάλιστα στην παρουσία του Αρχηγού Αστυνομίας και του Υπαρχηγού Αστυνομίας ήταν επειδή είχε γίνει γνωστό στους κύκλους της αστυνομίας μετά που είδε το φως της δημοσιότητας η ταινία ότι κανένας από τους ανώτερους αξιωματικούς δεν καταλάβαινε οποιονδήποτε από τους υπόπτους. Αυτό ισχυρίζονταν, και κατά την άποψη του «ψεύδονταν μέχρι την ώρα που ο Αρχηγός Αστυνομίας τους απείλησε με μεταθέσεις διότι ήξεραν ποιοι είναι». Και συμπληρώνει ότι γι’αυτό δόθησαν οι οδηγίες ώστε να γίνει η προβολή της ταινίας στην παρουσία του Αρχηγού Αστυνομίας και των ποινικών ανακριτών για να αποφευχθεί, όπως πίστευε, ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Εμμένοντας στο σημείο αυτό ο εκ των συνηγόρων υπεράσπισης κ.Χαραλάμπους, ήτοι αν κατά την προβολή της ταινίας ήταν παρών ο Αρχηγός Αστυνομίας και απείλησε τους αξιωματικούς που βρίσκονταν στην αίθουσα, ο κ.Κληρίδης τοποθετήθηκε ως εξής: «Όταν δημοσιοποιήθηκε η κασέτα πολλοί από την ηγεσία της αστυνομίας οι οποίοι ήσαν προϊστάμενοι των προσώπων τα οποία πιθανόν να ανήκαν σε εκείνες τις μονάδες ισχυρίζονταν ότι δεν αναγνώριζαν κανένα και θεωρήθηκε ακριβώς σκόπιμο να γίνει αυτή η συγκέντρωση για να είναι εκεί για να δουν την κασέτα, να δουν τις φωτογραφίες οι οποίες είχαν εκτυπωθεί και να πουν αν αναγνωρίζουν ή όχι. Αυτός ήταν ο σκοπός των οδηγιών και έδωσα οδηγίες στους οκτώ ποινικούς ανακριτές ακριβώς να είναι παρόντες σε αυτή τη διαδικασία». Σε άλλη σχετική ερώτηση που ετέθη στη συνέχεια, ο κ.Κληρίδης διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ισχυρίζεται ότι πριν από τις προβολές ο Αρχηγός Αστυνομίας απείλησε τους παρισταμένους αξιωματικούς πως αν δεν αναγνώριζαν πρόσωπα θα τους μετέθετε. Για να συμπληρώσει πως όταν διέρρευσε η ταινία και προβλήθηκαν οι σκηνές από τηλεοράσεως, όμως οι αξιωματικοί προσποιούνταν, κατά την έκφραση του, ότι δεν γνώριζαν κανέναν ενώ ήταν φανερό ποιοι εικονίζονταν, τότε, «Ναι από πληροφορία την οποία έχω … ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας σωστά κατά τη γνώμη μου, τους απείλησε με μέτρα ούτως ώστε να πουν την αλήθεια». Το περιεχόμενο των οδηγιών του κ.Κληρίδη με την επιστολή, τεκμήριο 44, βασικά προκύπτει από τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί μόλις προηγουμένως.
Την επόμενη ημέρα, 5.4.2006, και ενεργώντας στη βάση των οδηγιών αυτών, ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας, κ.Χαράλαμπος Κουλέντης, Μ.Κ.57, διαβίβασε προς τον Υπαρχηγό Αστυνομίας, το Βοηθό Αρχηγό (Υ) και το Διοικητική της Μ.Μ.Α.Δ. την επιστολή, τεκμήριο 61Α, και προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Τμήματος Β’, τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας και το Διοικητή της Υ.ΚΑ.Ν. την επιστολή, τεκμήριο 61Β. Με αυτές τους καλούσε να παραστούν στις 6.4.2006 στην αίθουσα συνεδριάσεων του Αρχηγείου κατά την προβολή της ταινίας του επίδικου επεισοδίου και σε περίπτωση αναγνώρισης οποιωνδήποτε προσώπων να τα υποδείκνυαν στους ποινικούς ανακριτές. Πρόσθετα, τους έδινε οδηγίες και ποιοι άλλοι, υφιστάμενοι τους αξιωματικοί, θα έπρεπε να παραστούν στις προβολές. Στις εν λόγω επιστολές αναφέρετο τέλος ότι αναμένετο από όλους να επιδείκνυαν πνεύμα καλής θέλησης, συνεργασίας και να έπρατταν όλοι το καθήκον τους στο ακέραιο χωρίς ενδοιασμούς, περιστροφές ή αναστολές.
Κατά την ενώπιον μας κατάθεση της μαρτυρίας του ο κ.Κουλέντης ανάφερε, κατ’αρχάς, ότι ο λόγος που ζήτησε να παρίστανται στις προβολές οι συγκεκριμένοι αξιωματικοί ήταν επειδή είχε πληροφόρηση ότι στο επεισόδιο το οποίο διερευνάτο από τους ποινικούς ανακριτές, μπορεί να εμπλέκοντο αστυνομικοί οι οποίοι υπηρετούσαν στα τμήματα των οποίων προΐσταντο οι αξιωματικοί αυτοί. Ακολούθως, ερωτηθείς σχετικά επιβεβαίωσε ότι είχε παραστεί στις συσκέψεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην αίθουσα συνεδριάσεων του Αρχηγείου στις 6.4.2006, μία το πρωί και μία το απόγευμα. Όμως, στην κάθε περίπτωση, αποχώρησε πριν από την έναρξη της προβολής αφού προηγουμένως μίλησε στους αξιωματικούς. Όπως είπε, τους κάλεσε να δουν την ταινία με προσοχή, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, να πάρουν τις ευθύνες τους και χωρίς ενδοιασμό να προχωρήσουν στην αναγνώριση των όποιων προσώπων φαίνονταν στη βιντεοταινία. Επίσης, τους είπε ότι η αστυνομία βρισκόταν υπό κατηγορία, ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συνεχώς εξέθεταν και πρόσβαλαν την αστυνομία και έπρεπε να βάλουν το χέρι στην καρδιά τους και να πουν την αλήθεια, ανεξάρτητα αν μέσα από την αλήθεια θα εξασφαλίζετο μαρτυρία εναντίον συναδέλφων τους οι οποίοι ενδεχόμενα να εμπλέκοντο στο περιστατικό το οποίο διερευνάτο. Τους τόνισε δε ότι για τους λόγους αυτούς η υποχρέωση τους ήταν αυξημένη.
Ο κ.Κουλέντης αρνήθηκε ότι είχε διατυπώσει κατά τις εν λόγω συσκέψεις οποιεσδήποτε απειλές για ξήλωμα τμημάτων ή γραφείων ή για τιμωρία συναδέλφων που δεν θα αναγνώριζαν οποιονδήποτε. Όμως, όπως ανάφερε, μίλησε με έντονο τρόπο και ύφος, λέγοντας ότι ήταν υποχρέωση και καθήκον όλων να βοηθήσουν να διαφανεί η αλήθεια, τονίζοντας πρόσθετα ότι η αστυνομία τότε είχε να αντιμετωπίσει μια κρίση, ότι είχε γίνει ρεζίλη διεθνώς, ότι κατηγορείτο για κουκούλωμα και ότι παρουσίαζαν τα θύματα ως θύτες. Και προσθέτοντας περαιτέρω ότι δεν υπήρχε περίπτωση οι αξιωματικοί να αρνούντο να δουν την ταινία διότι είχαν διαταχθεί να το πράξουν. Όσον αφορά την παρουσία του στις εν λόγω συσκέψεις, ο κ.Κουλέντης ανάφερε ότι πήγε ανεξάρτητα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα επειδή το ήθελε και ο ίδιος. Ενώ σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στις συσκέψεις ανάφερε ότι γνώριζε πως κάποιοι συνάδελφοι ενώ μπορούσαν να αναγνωρίσουν δεν το έπραξαν. Εντούτοις, δεν υπέστησαν οποιεσδήποτε συνέπειες αλλά αντίθετα κάποιοι προήχθησαν σε ανώτερες βαθμίδες. Τέλος, ο κ.Κουλέντης ανάφερε πως οι δύο προαναφερθείσες συσκέψεις που είχαν ως σκοπό την προβολή της ταινίας ήσαν οι μοναδικές στις οποίες είχε παρεβρεθεί και δε θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο να παρεβρεθεί και στις δύο μεταγενέστερες κατά τις οποίες προβλήθηκε στους ίδιους αξιωματικούς η φερόμενη ως πρωτότυπη ταινία.
Από τη δική του πλευρά ο κ.Σάββας Νικολαΐδης, Μ.Κ.38, σχολιάζοντας την απόφαση για διεξαγωγή ομαδικής αναγνώρισης είπε ότι αφού συζήτησε με τον Αρχηγό Αστυνομίας, εισηγήθηκε ως καλύτερο τρόπο αναγνώρισης των προσώπων που εμπλέκοντο στο επεισόδιο την παρακολούθηση της ταινίας από αξιωματικούς της αστυνομίας οι οποίοι ήσαν τοποθετημένοι στις μονάδες που υπηρετούσαν τα πρόσωπα αυτά. Συγχρόνως, εξέφρασε επιφυλάξεις για το χρόνο που θα χρειαζόταν να γίνει ξεχωριστή αναγνωριστική παράταξη σε αντίθεση με την αναγνώριση από την ταινία την οποία θεωρούσε ως πολύ πιο γρήγορη διαδικασία. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί επίσης ότι αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι τελικά εκτός από τις δύο συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν στις 6.4.2006, πραγματοποιήθηκαν ακόμα δύο, η μία στις 14.4.2006 και η άλλη στις 17.4.2006. Θεωρήθηκε αναγκαία η πραγματοποίηση τους αφού στις 13.4.2006 ο κ.Νικολαΐδης είχε παραλάβει από τον άγνωστο παραγωγό τη φερόμενη ως πρωτότυπη ταινία του επεισοδίου, τεκμήριο 43. Οι δύο τελευταίες προβολές βασικά αποτελούσαν επανάληψη της διαδικασίας η οποία διεξήχθη κατά τις δύο προηγούμενες προβολές στις 6.4.2006 και παρόντες ήσαν οι ίδιοι αξιωματικοί όπως και πριν.
Στις τέσσερις προβολές οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν προηγουμένως εκτός από τους πλείστους ποινικούς ανακριτές, παρόντες ήσαν πάντοτε ο υπαρχηγός Αστυνομίας κ.Ιάκωβος Παπακώστας, Μ.Κ.42, και ο Βοηθός Αρχηγός κ.Χαράλαμπος Μαύρος, Μ.Κ.48. Στις δύο πρώτες προβολές παρέστη αριθμός αξιωματικών και κάποιοι παρακολούθησαν την πρώτη προβολή και κάποιοι τη δεύτερη προβολή της ημέρας εκείνης. Το ίδιο ακριβώς συνέβηκε και κατά τις άλλες δύο προβολές και έτσι είδαν όλοι οι αξιωματικοί και τις δύο ταινίες, τεκμήριο 41 και τεκμήριο 43, από μια φορά. Ο αριθμός των αξιωματικών που παρέστη στην κάθε μια από τις τέσσερις προβολές κυμαίνετο μεταξύ έντεκα και είκοσι. Ενώ, ας σημειωθεί επίσης, ότι πριν από την έναρξη της κάθε προβολής ο ποινικός ανακριτής κ.Ελευθέριος Σολωμού, Μ.Κ.39, τους συνέστηνε να παρακολουθήσουν την ταινία χωρίς να μιλούν και να παίρνουν σημειώσεις όπου οι ίδιοι έκριναν αναγκαίο, ζητώντας αν ήθελαν να σταματήσει σε κάποια στιγμή η ταινία για να έβλεπαν καλύτερα κάποιο πρόσωπο. Επίσης, τους πληροφόρησε ότι αμέσως μετά την προβολή θα έβλεπαν κάποια βιβλιάρια με φωτογραφίες και ακολούθως θα τους ελαμβάνετο κατάθεση από τους ποινικούς ανακριτές, πράγμα το οποίο έγινε.
Δεν κλήθηκαν όλοι οι ποινικοί ανακριτές και όλοι οι αξιωματικοί οι οποίοι παρεβρέθηκαν στις προβολές να δώσουν μαρτυρία. Συγκεκριμένα, από την πρώτη ομάδα κλήθηκαν πέντε και από τη δεύτερη ομάδα δεκατέσσερις. Οι υπόλοιποι και από τις δύο ομάδες προσφέρθηκαν για αντεξέταση, όμως, ούτε και στο στάδιο αυτό κλήθηκαν, τελικώς. Οι ποινικοί ανακριτές ήσαν όλοι ομόφωνοι ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας παρεβρέθηκε μόνο πριν από την έναρξη των δύο προβολών της 6.4.2006 και ότι δε διατύπωσε οποιεσδήποτε απειλές και ειδικά για μεταθέσεις, ξήλωμα τμημάτων ή για λήψη πειθαρχικών μέτρων εναντίον όσων δε θα προέβαιναν σε αναγνωρίσεις. Επίσης, ανάφεραν ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη τους ή δεν άκουσαν αξιωματικούς να μιλούν ή να σχολιάζουν ή να συνεννοούνται μεταξύ τους γι’αυτά που έβλεπαν. Με τον ίδιο τρόπο εκφράστηκαν και κάποιοι από τους αξιωματικούς οι οποίοι είχαν κληθεί να παρακολουθήσουν την ταινία. Βασικά, ισχυρίστηκαν ότι οι ίδιοι δεν είχαν ακούσει ομιλίες κατά την προβολή. Ενώ κάποιοι άλλοι ισχυρίστηκαν ότι είχαν ακούσει ψιθύρους ή κάποιο να μιλά χαμηλόφωνα, μάλιστα αναφέροντας και ονόματα υπόπτων. Αυτούς ήταν δυνατό να τους ακούσουν οι διπλανοί τους. Μόνο ο κ.Σολωμού, ο οποίος είχε δώσει αρχικά και τις σχετικές οδηγίες, δήλωσε κατηγορηματικά ότι επικρατούσε απόλυτη ησυχία κατά τη διάρκεια των προβολών.
Αξιωματικοί οι οποίοι υπηρέτησαν σε κάποιο προηγούμενο χρόνο στη Μ.Μ.Α.Δ. ή υπηρετούσαν στη μονάδα αυτή κατά το χρόνο του επεισοδίου, ισχυρίστηκαν ότι αναγνώρισαν με βεβαιότητα, ειδικά από την παρακολούθηση της φερόμενης ως πρωτότυπης ταινίας, τεκμήριο 43, τους κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 4. Εν πάση περιπτώσει, είναι παραδεχτή η παρουσία των κατηγορουμένων αυτών στη σκηνή του επεισοδίου, όπως και των κατηγορουμένων 8, 9 και 10. Βέβαια, σημαντικό είναι και το στάδιο που μετέβησαν εκεί, καθώς επίσης η στάση την οποία τήρησε ο καθένας κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Αν και θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι όσον αφορά ειδικά την πτυχή αυτή υπάρχει έντονη αμφισβήτηση από τους πιο πάνω κατηγορούμενους ότι η παρουσία τους στη σκηνή στοιχειοθετεί τη διάπραξη από μέρους τους οποιουδήποτε αδικήματος. Το αναφέρουμε αυτό καθότι αναγνωρίσεις οι οποίες γίνονται μέσω ταινίας είναι δυνατό να ρίξουν φως, συγχρόνως, και στην πτυχή αυτή. Όμως, δεν ήταν ακριβώς αυτό το αντικείμενο των εν λόγω αναγνωρίσεων στην προκειμένη περίπτωση. Γι’αυτό περισσότερη προσοχή δόθηκε στο αν αναγνωρίζονταν στην ταινία οι κατηγορούμενοι 5, 6 και 7. Αυτοί, βασικά αρνούνται οποιαδήποτε παρουσία τους στη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο ή και συμμετοχή τους στο επεισόδιο ειδικά κατά οποιονδήποτε παράνομο τρόπο, θέση την οποία προβάλλουν και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, όπως έχουμε επισημάνει μόλις προηγουμένως.
Ερχόμενοι στο θέμα της αναγνώρισης των εν λόγω τριών κατηγορουμένων, τον κατηγορούμενο 5 δήλωσαν ότι τον αναγνώρισαν κατά την προβολή της φερόμενης ως πρωτότυπης ταινίας, τεκμήριο 43, ο κ.Θεόδωρος Αχιλλέως, Μ.Κ.49, και ο κ.Παναγιώτης Δημοσθένους, Μ.Κ.55. Τον αναγνώρισαν και άλλοι χωρίς όμως να είναι βέβαιοι. Ο κ.Δημοσθένους δήλωσε επίσης ότι αναγνώρισε και τους κατηγορούμενους 6 και 7. Το ίδιο και ο κ.Χριστάκης Μαυρής, Μ.Κ.41, ο κ.Ιωάννης Σάββα, Μ.Κ.59, και ο κ.Γεώργιος Ιωάννου, Μ.Κ.60, ο τελευταίος τον κατηγορούμενο 6 μόνο από τις φωτογραφίες. Όμως, κανείς από τους αξιωματικούς αυτούς δεν αναφέρει στην κατάθεση του την οποία έδωσε σε ανακριτές αμέσως μετά την παρακολούθηση της ταινίας, πώς έτυχε να γνωρίζει τους κατηγορούμενους που αναγνώρισε σ’αυτή ή και στις φωτογραφίες και ούτε περιγραφή δίνει για το πώς τους αναγνωρίζει. Απλά δήλωσαν ότι τους αναγνωρίζουν. Άλλοι αξιωματικοί εξέφρασαν αβεβαιότητα για την αναγνώριση των κατηγορουμένων 6 και 7. Να σημειωθεί ότι όσοι αξιωματικοί αναγνώρισαν τους κατηγορούμενους 5, 6 και 7, ήταν κατά τη διάρκεια της προβολής της δεύτερης ταινίας, δηλαδή του τεκμηρίου 43. Εξήγησαν δε πως ο λόγος ήταν επειδή η εικόνα της ταινίας αυτής ήταν πιο καθαρή από της πρώτης ταινίας, τεκμήριο 41. Τέλος, ένα σημαντικό στοιχείο μαρτυρίας που προέκυψε από αρκετούς αξιωματικούς είναι πως πηγαίνοντας στις προβολές γνώριζαν ποιους αστυνομικούς έπρεπε να αναζητήσουν λόγω των συζητήσεων οι οποίες γίνονταν σχετικά στους χώρους εργασίας τους. Μάλιστα, από την 31.3.2006 και μετά πολλοί είχαν δει στιγμιότυπα του επεισοδίου στην τηλεόραση. Ενώ μια διαπίστωση δική μας είναι ότι μετά τη δημοσιοποίηση στις 10.4.2006, μέσω της έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως, των ονομάτων των κατηγορουμένων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9, ότι ενέχοντο στο επεισόδιο, δεν πρέπει να υπήρχε πλέον οποιαδήποτε αμφιβολία για όσους αξιωματικούς τους γνώριζαν, ποιους αστυνομικούς έπρεπε να αναζητούν κατά τις τελευταίες δύο προβολές στις 14.4.2006 και στις 17.4.2006, αντίστοιχα.
Έχοντας λοιπόν υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, όπως εκτίθεται πιο πάνω, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε στη συνέχεια κατά πόσο η αναγνώριση που έγινε από τους αξιωματικούς μέσω της βιντεοταινίας και των φωτογραφιών όλων των κατηγορουμένων είναι νομικά αποδεχτή και αξιόπιστη ώστε το δικαστήριο να μπορεί να στηριχθεί σ’αυτή για να εξαγάγει συμπεράσματα αναφορικά με την αναγνώριση τους.
Η αναγνώριση υπόπτου προσώπου μέσω ταινίας ή φωτογραφιών στις οποίες αποτυπώνονται οι σκηνές διάπραξης ενός εγκλήματος, από πρόσωπο το οποίο τυγχάνει να τον γνωρίζει από προηγουμένως είναι αποδεχτή μέθοδος αναγνώρισης. Αποτελεί αναγνώριση γνωστού προσώπου (recognition) σε αντιδιαστολή με την περίπτωση αναγνώρισης αγνώστου προσώπου (identification) από αυτόπτη μάρτυρα της σκηνής του εγκλήματος. Η υπόθεση R. v. Caldwell (1994) 99 Cr.App.R.73 στην οποία έχει επισύρει την προσοχή μας ο κ.Παπαϊωάννου, αποτελούσε τέτοια περίπτωση. Σ’αυτή μέλη της αστυνομίας παρακολούθησαν από ταινία η οποία εξασφαλίστηκε από κάμερα ασφαλείας, σκηνές διάπραξης μιας ληστείας και αναγνώρισαν σ’αυτές τους κατηγορούμενους. Έτυχε να τους γνωρίζουν από προηγούμενη εμπλοκή τους σε άλλες ποινικές υποθέσεις. Το γεγονός αυτό, όπως ελέχθη, ουδόλως επηρέαζε την αναγνώριση η οποία, όπως τονίστηκε, δε διέφερε από την περίπτωση που οι αστυνομικοί θα τύγχανε να ήσαν παρόντες στη σκηνή κατά τη διάπραξη της ληστείας και αναγνώριζαν τους δράστες, τους οποίους γνώριζαν από προηγουμένως. Στην απόφαση του το Ποινικό Εφετείο επισημαίνει τη φύση της εν λόγω μεθόδου και καθοδηγεί για τα μέτρα που θα πρέπει να λαμβάνονται για διασφάλιση της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων της. Το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 78 έως 79 βρίσκουμε ότι είναι αρκούντος διαφωτιστικό επί του προκειμένου:
«Ordinarily recognition evidence is quite different form identification evidence. Generally speaking, photographs are shown and identification parades are held to see whether an eye witness who does not know the suspect can identify him – recognize him, that is, by reference only to the most limited previous experience of him, usually a single criminal incident. If, however, the witness knows the accused from extensive past association and is therefore giving recognition evidence, ordinarily there would be no showing of photographs or identification parades at all. That said, however, it seems to us that nevertheless some at least of the considerations underlying the safeguards built into the regulatory procedures laid down for identification parades and the showing of photographs come into play too with regard to the showing of video tapes. Particularly in cases where the quality of the video is poor or the opportunity it provides for recognition is limited – when therefore the analogy with showing photographs and identification parades is closest – it would be desirable to regulate its showing so as to maximize the prospects of any recognition evidence being truly spontaneous and independent and minimize the risk of anything being said or done which might infect that independence and spontaneity and instead prompt the recognition of some particular person.»
Η καθιέρωση της πιο πάνω μεθόδου διαπιστώθηκε αργότερα και στην υπόθεση Attorney-General’s Reference (No.2 of 2002), Times, 17 Οκτωβρίου, 2002. Συνεπώς, η χρήση της εν λόγω μεθόδου στην προκειμένη περίπτωση δεν ενείχε οτιδήποτε το επιλήψιμο ως θέμα αρχής, νοουμένου βέβαια ότι η ταινία, τεκμήριο 43, θα αποτελούσε αποδεχτή μαρτυρία. Όμως, έχοντας κατά νουν την πιο πάνω μαρτυρία διαπιστώνουμε πως όχι μόνο δεν τηρήθηκαν κάποια εχέγγυα τα οποία επισημαίνει η νομολογία για διαφύλαξη της εγκυρότητας της, αλλά επιπλέον υπήρξαν και άλλα, εγγενή προβλήματα, στην εφαρμογή της τα οποία έχουν επιμολύνει έτι περαιτέρω την όλη διαδικασία αναγνώρισης με τη μέθοδο αυτή.
Αρχίζοντας από το τελευταίο σημείο που θίγεται πιο πάνω, έχουμε την άποψη ότι οι με έντονο τρόπο και ύφος υποδείξεις του Αρχηγού Αστυνομίας προς τους αξιωματικούς αμέσως πριν από την έναρξη της κάθε προβολής, για τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να προβούν σε αναγνωρίσεις, οπωσδήποτε θα είχαν την επίδραση τους στο μυαλό και στη συνείδηση των εν λόγω αξιωματικών. Με βεβαιότητα λέμε ότι αυτό θα μπορούσε να σκεφτεί κάθε νουνεχής άνθρωπος και, εν πάση περιπτώσει, σ’αυτό αποσκοπούσαν οι εν λόγω υποδείξεις στο τέλος της ημέρας. Έτσι θα τους ανησυχούσαν και θα τους προβλημάτιζαν τα πλήγματα που, όπως τους τονίστηκε εμφαντικά, δεχόταν η αστυνομία λόγω του επεισοδίου, και γενικά ο διασυρμός της στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Ήσαν δε αυτοί λόγοι για τους οποίους τους δόθηκε να αντιληφθούν ότι θα έπρεπε να καταβάλουν την έξτρα προσπάθεια που χρειαζόταν για να προβούν στην αναγνώριση συγκεκριμένου υπόπτου ή υπόπτων. Αν χρειαζόταν να υπερέβαλλαν τους εαυτούς τους επιδεικνύοντας έτσι άθελα τους υπερβάλλοντα ζήλο. Σε βαθμό, όμως, που θα μπορούσε να τους οδηγήσει και σε λανθασμένες αναγνωρίσεις. Θα είχαν βέβαια ένα καλό λόγο ως αντιστάθμισμα, που ήταν η διαφύλαξη του κύρους και του γοήτρου της αστυνομίας, το σώμα το οποίο υπηρετούσαν ενώ παράλληλα θα προσπαθούσαν να βρουν και την αλήθεια μέσα από τις αναγνωρίσεις. Όμως, υπό τέτοιες συνθήκες δεν θα ήταν αυτό το πρώτιστο και μοναδικό μέλημα τους, όπως θα έπρεπε, αφού στη σκέψη τους θα είχαν παρεισφρήσει και οι άλλοι παράγοντες έστω άθελα τους. Ουσιαστικά ήταν μια έκκληση προς τη συνείδηση του καθενός ξεχωριστά. Ό,τι πιο εξαναγκαστικό, πολλές φορές αποτελεσματικότερο και από την άσκηση σωματικής βίας, δεδομένου ότι απευθύνετο προς ανθρώπους του καθήκοντος, κατά τεκμήριο ευσυνείδητους. Για το σκοπό δε αυτό, είχαν μάλιστα ρητώς διαταχθεί να παραστούν στην προβολή της ταινίας και δεν μπορούσαν να αρνηθούν. Ο κίνδυνος λοιπόν να έθεταν σε δεύτερη μοίρα την πραγματική αλήθεια ήταν πέρα για πέρα ορατός κατά τη διενέργεια των αναγνωρίσεων στις οποίες είχαν κληθεί να προβούν.
Όσον αφορά το θέμα των απειλών, δε διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία, ενόψει και της συντριπτικής μαρτυρίας η οποία υπάρχει σχετικά, ότι πριν την έναρξη των δύο πρώτων προβολών ο Αρχηγός Αστυνομίας κ.Κουλέντης δε διατύπωσε τις απειλές που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Όμως, το θέμα των αναγνωρίσεων ήρθε στο προσκήνιο και συζητείτο από τους αξιωματικούς αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση της ταινίας στο τέλος Μαρτίου 2006. Τους ήσαν γνωστά και τα ονόματα των κατηγορουμένων, ως τα μέλη της αστυνομίας που εμπλέκονταν στο επεισόδιο κακοποίησης των δύο παραπονουμένων στις 20.12.2005. Των περισσοτέρων τα είχε αποκαλύψει μια διοικητική έρευνα η οποία άρχισε αλλά δεν ολοκληρώθηκε κατά τις πρώτες τρεις μέρες που ακολούθησαν μετά το επεισόδιο. Ενώ υπήρχαν και οι αγωγές, τεκμήριο 36, τις οποίες οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 9 είχαν κινήσει πιο νωρίς κατά των παραπονουμένων. Το γεγονός αυτό καθώς επίσης τα ονόματα των εναγόντων αστυνομικών είχαν γίνει γνωστά στο ευρύ κοινό μέσω του τύπου. Προφανώς, το θέμα ποιος θα τους αναγνώριζε συζητείτο και αυτό στους κύκλους της αστυνομίας με φανερά αρνητική διάθεση εκ μέρους των αξιωματικών για να προβούν σε αναγνωρίσεις. Θα ήταν τότε που ετέθη, κατά κάποιο εμφαντικό τρόπο, ότι θα έπρεπε να γίνει οπωσδήποτε αναγνώριση των εμπλεκομένων στο επεισόδιο αστυνομικών ώστε να περισωθεί το κύρος της Δύναμης.
Συναφώς να αναφέρουμε το εξής χαρακτηριστικό που ανάφερε στην αναντίλεκτη μαρτυρία του ο κ.Αντώνης Σιακαλλής, Μ.Κ.40, διοικητής τότε της Μ.Μ.Α.Δ.. Καταθέτοντας προφορικά ο κ.Σιακαλλής συμφώνησε και αυτός ότι πριν από την προβολή της ταινίας στις 6.4.2006 που ήταν και ο ίδιος παρών, ο Αρχηγός Αστυνομίας δε διατύπωσε οποιεσδήποτε απειλές. Όμως, του είχε πει προηγουμένως σε κατ’ιδίαν συνάντηση που είχαν να μετέφερε στους αξιωματικούς της μονάδας του ότι είχαν καθήκον να αναγνωρίσουν όπου μπορούσαν μέλη τους διαφορετικά θα τους έστελνε μετάθεση. Πρόθεση του ήταν να συμμορφωθεί με την υπόδειξη αυτή του Αρχηγού όμως σε σύσκεψη αξιωματικών της μονάδας που πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα διαπίστωσε ότι σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί ήσαν αποδέκτες του εν λόγω μηνύματος και ως εκ τούτου θεώρησε περιττό να τους το επαναλάβει. Περιορίστηκε να τους πει να κάνει ο καθένας το καθήκον του κατά τη συνείδηση του. Όμως, παρατηρούμε ότι με τα όσα ανάφερε ο κ.Σιακαλλής βασικά δεν εμπλέκετο μόνο ο Αρχηγός Αστυνομίας στο θέμα της παρακίνησης των αξιωματικών να προβούν σε αναγνωρίσεις, αλλά πιθανόν και άλλα μέλη της ηγεσίας της αστυνομίας.
Όλα αυτά θα φαίνονταν σαν εικασίες αν δεν ήταν η μαρτυρία που αναφέραμε αμέσως προηγουμένως του κ.Σιακαλλή αλλά και η βαρύνουσας σημασίας δήλωση σχετικά του Γενικού Εισαγγελέα, ότι η πιο πάνω αρνητική στάση των αξιωματικών αντιμετωπίστηκε με κάποιου είδους απειλές. Προφανώς, ήταν τότε και στο πλαίσιο αυτό που ο ίδιος έδωσε οδηγίες για την προβολή της ταινίας στην παρουσία της ηγεσίας της αστυνομίας και των ποινικών ανακριτών. Ήταν και αυτό ένα πρόσθετο μέτρο το οποίο επιστρατεύθηκε για την άσκηση εμμέσως πίεσης στη συνείδηση των αξιωματικών προκειμένου, όπως ετέθη, να αναλάμβαναν τις ευθύνες τους. Οπωσδήποτε δεν μας αφήνει αδιάφορους η δήλωση αυτή προερχόμενη από μια τόσο υπεύθυνη πηγή όπως ο Γενικός Εισαγγελέας έστω και αν παρουσιάστηκε ότι η πληροφόρηση που είχε σχετικά, ήταν εξ ακοής. Αποτελεί δε η μαρτυρία αυτή από μόνη της αρκετή προειδοποίηση ώστε να μας καθιστά ιδιαίτερα επιφυλακτικούς στο να δεχθούμε ότι δεν ειπώθηκαν από την ηγεσία της αστυνομίας λόγια που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως απειλές. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις αυτών που τις διατύπωσαν ή και τη δυνατότητα υλοποίησης τους. Ή ακόμα και ως προς την επίδραση που μπορεί να είχαν στο μυαλό των αξιωματικών. Όμως στο τέλος της ημέρας είναι και η αναντίλεκτη μαρτυρία του κ.Σιακαλλή που δεν αφήνει πλέον καμία αμφιβολία.
Προχωρώντας με την εξέταση του θέματος αυτού περαιτέρω, είναι και η πιο συγκεκριμένη πτυχή που αφορά στον τρόπο που διενεργήθηκαν οι αναγνωρίσεις. Οι αξιωματικοί οι οποίοι παρακολούθησαν την ταινία προέρχονταν οι ίδιοι από συγκεκριμένες μονάδες και με δεδομένη τη γνώση που είχαν αποκομίσει μέχρι τότε από διάφορες πηγές, γνώριζαν ποιους θα έπρεπε να αναζητούν κατά τη διάρκεια της προβολής. Συγκεκριμένα, τα ονόματα των ύποπτων αστυνομικών είχαν δημοσιοποιηθεί και οπωσδήποτε ήσαν γνωστά στους κύκλους της αστυνομίας. Η σχετική μαρτυρία που προήλθε από κάποιους από τους αξιωματικούς ουσιαστικά αποτελεί επιβεβαίωση του αδιαμφισβήτητου. Επομένως, από αυτό και μόνο το γεγονός δεν υπήρχε στις αναγνωρίσεις οι οποίες έγιναν από τους αξιωματικούς το απαραίτητο στοιχείο του αυθορμητισμού που απαιτείται σε τέτοια περίπτωση, όπως προβλέπει η προαναφερθείσα νομολογία.
Πρόσθετα, είναι το γεγονός ότι σε κάθε προβολή είχε κληθεί σχετικά μεγάλος αριθμός αξιωματικών για να παρακολουθήσουν την ταινία. Σε μια περίπτωση, που ήταν κατά τη δεύτερη προβολή, ήσαν παρόντες περί τους είκοσι αξιωματικούς, και ως φαίνεται δεν ήσαν ποτέ λιγότεροι από έντεκα. Πλην δε του κ.Σολωμού κανείς άλλος αξιωματικός υποστήριξε ότι κατά την ώρα της προβολής επικρατούσε ησυχία στην αίθουσα. Αρκετοί από αυτούς ουσιαστικά τήρησαν ουδέτερη στάση, λέγοντας ότι δεν περιήλθε κάτι στην αντίληψη των ιδίων προσωπικά. Άλλοι τάχθηκαν ευθύς εξαρχής θετικά. Πιστεύουμε πως και χωρίς τη μαρτυρία αυτών, είναι πρακτικά αδύνατο μέσα σε μια σύναξη τόσων ανθρώπων, συναδέλφων και με κοινό σκοπό, να μπορούσε να επικρατήσει η απαιτούμενη ησυχία και ευταξία που επέβαλλε η περίπτωση. Δεχόμαστε επομένως τη θέση ότι υπό τις συνθήκες που έχουν προαναφερθεί δεν ήταν λογικά δυνατό να διαφυλαχθεί η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητα των αναγνωρίσεων που επίσης απαιτείται να υπάρχουν για διασφάλιση της εγκυρότητας της συγκεκριμένης μεθόδου αναγνώρισης. Εν προκειμένω, δε διαφεύγει της προσοχής μας ότι, όπως υποδεικνύεται από την πιο πάνω νομολογία, θα πρέπει σε τέτοια περίπτωση να τυγχάνουν εφαρμογής, κατ’αναλογία, τα εχέγγυα που απαιτείται να ακολουθούνται σε άλλες παρόμοιας φύσεως αναγνωρίσεις.
Ένα άλλο εξίσου σημαντικό σημείο αφορά στην αξιοπιστία της αναγνώρισης η οποία έγινε από τον κάθε αξιωματικό ξεχωριστά. Έχουμε ήδη επισημάνει ότι όλες οι αναγνωρίσεις περιορίζοντο σε δηλώσεις των αξιωματικών ότι αναγνώριζαν τον ένα ή τον άλλο αστυνομικό χωρίς όμως να αναφέρουν γιατί και πώς τον αναγνώριζαν. Για να μπορεί δε να θεωρηθεί αξιόπιστη μια τέτοια αναγνώριση, οι πληροφορίες αυτές θα έπρεπε να αναφέρονται ευθύς εξαρχής, και αφού είχε δοθεί γραπτή κατάθεση, να καταγράφονταν σ’αυτή. Έτσι θα εδίδετο ακολούθως η ευκαιρία στην υπεράσπιση να την ελέγξει, τουλάχιστο κατά το στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρα ο οποίος είχε προβεί στη συγκεκριμένη αναγνώριση. Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί και κανένας από τους αξιωματικούς που ισχυρίστηκαν ότι αναγνώρισαν κάποιους από τους κατηγορούμενους, έδωσαν λεπτομέρειες των αναγνωρίσεων που έκαναν κατά το στάδιο της λήψης της γραπτής κατάθεσης τους. Η εκ των υστέρων παράθεση τέτοιων λεπτομερειών και ειδικά που αναφέρονται σε χαρακτηριστικά αναγνώρισης καθιστούν τη συγκεκριμένη μαρτυρία επισφαλή. Όμως, στην παρούσα υπόθεση ούτε και αυτό έχει συμβεί, εν πάση περιπτώσει, και οι αξιωματικοί οι οποίοι κατέθεσαν στο δικαστήριο, βασικά, περιορίστηκαν σε γενικές δηλώσεις, όπως και στις γραπτές τους καταθέσεις, ότι αναγνώρισαν τον ένα ή τον άλλο κατηγορούμενο, τον οποίον στο στάδιο πλέον αυτό είχαν ενώπιον τους στο εδώλιο του κατηγορούμενου.
Ενόψει των όσων διαπιστώνουμε πιο πάνω καταλήγουμε ότι στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας που αναφέρεται στην αναγνώριση από αξιωματικούς της αστυνομίας υπήρχαν τέτοιοι παράγοντες οι οποίοι έδρασαν υπονομευτικά όσον αφορά την ορθότητα, τη διαφάνεια και την αντικειμενικότητα της διεξαχθείσας διαδικασίας και έτσι επηρέασαν ουσιωδώς αρνητικά την ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης, σε βαθμό που θεωρούμε την εν λόγω μαρτυρία επισφαλή και κατά συνέπεια μη αξιόπιστη. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία που έχουμε αναφέρει καταδεικνύουν επίσης, κατά την άποψη μας, ότι η όλη διαδικασία αναγνώρισης δεν ήταν δίκαιη, ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη, αλλά αντίθετα οι αξιωματικοί που κλήθηκαν να προβούν σε αναγνώριση είχαν συγκεκριμένη και ήδη γνωστή κατεύθυνση και ως εκ τούτου οι αναγνωρίσεις στο στάδιο προβολής της βιντεοταινίας δεν έγιναν ανεξάρτητα η μια με την άλλη.
Επομένως, καταλήγουμε ότι η αναγνώριση που έγινε από τους αξιωματικούς μέσω της βιντεοταινίας και των φωτογραφιών που παράχθηκαν από αυτή δεν τηρεί τα απαραίτητα εχέγγυα ορθής και δίκαιης διαδικασίας και πάσχει σε βαθμό που απορρίπτεται στην ολότητα της και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για την αναγνώριση οποιουδήποτε των κατηγορουμένων, ανεξάρτητα αν κάποιοι από αυτούς έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παραδεχθεί την παρουσία τους στη σκηνή. Ενόψει δε αυτής της κατάληξης θεωρούμε αχρείαστη την αξιολόγηση της επιμέρους μαρτυρίας του κάθε αξιωματικού σε σχέση με συγκεκριμένες αναγνωρίσεις στις οποίες αυτός είχε προβεί.
Αναγνώριση από παραπονουμένους
Πριν από τις 20.12.2005 οι παραπονούμενοι Μάρκος και Γιάννος δε γνώριζαν οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους. Τους ήσαν εντελώς άγνωστοι. Όταν ακολούθως σε πολύ σύντομο χρόνο άρχισε η ποινική ανάκριση, και μέχρι την ολοκλήρωση της περί τις αρχές Ιουνίου 2006, οι ποινικοί ανακριτές δεν κάλεσαν τους παραπονούμενους ως μοναδικούς αυτόπτες μάρτυρες του επεισοδίου να προβούν σε αναγνώριση υπόπτων σε σχέση με τα διερευνώμενα παράπονα για κακοποίηση τους. Βέβαια, το ορθό είναι κάτι τέτοιο να γίνεται στο εντελώς αρχικό στάδιο της διερεύνησης, μόλις αυτό είναι πρακτικά εφικτό. Να σημειωθεί δε ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι αναγνώρισης (identification) υπόπτων ανάλογα και με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η κλασική μέθοδος είναι αυτή της αναγνωριστικής παράταξης (identification parade) κατά την οποία κάποιος μάρτυρας καλείται να αναγνωρίσει μέσα από ομάδα προσώπων με παρόμοια χαρακτηριστικά το δράστη του εγκλήματος. Βασικά ένα άγνωστο του πρόσωπο το οποίο συνάντησε πρώτη φορά στη σκηνή.
Γίνεται διευθέτηση για το σκοπό αυτό από την αστυνομία στη βάση αυστηρών κανόνων οι οποίοι προβλέπονται στην Αστυνομική Διάταξη Αρ.3/8 η οποία προνοεί γενικά για τη διαδικασία η οποία πρέπει να ακολουθείται σε σχέση με τις διάφορες αναγνωριστικές μεθόδους. Τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν κατά το προκαταρκτικό αυτό στάδιο των ανακρίσεων, προκειμένου για αναγνωριστική παράταξη, προσφέρονται αργότερα ως μαρτυρία στη δίκη. Τότε δίδεται η ευκαιρία ώστε ο μάρτυρας να εξεταστεί περαιτέρω και να αντεξεταστεί για να διαφανεί αν η αναγνώριση στην οποία προέβη είναι όντως βάσιμη. Τον τελευταίο λόγο βέβαια τον έχει πάντοτε το δικαστήριο. Υποβοηθείται στην άσκηση της κρίσης του εφαρμόζοντας τα κριτήρια που καθιέρωσε η αγγλική υπόθεση R. v. Turnbull (1976) 3 All E.R.459 η οποία υιοθετήθηκε στην Κύπρο από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις πιο πρόσφατες που είναι η Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ.104, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ.259, Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ.160 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.482. Σ’αυτές γίνεται αναφορά και σε προηγούμενη σχετική νομολογία.
Στις 5.1.2006 και στις 31.1.2006 λήφθηκε γραπτή κατάθεση από το Μάρκο και το Γιάννο, αντίστοιχα, όμως και πάλιν δεν κλήθηκαν να προβούν σε αναγνωρίσεις. Στην κατάθεση του της 5.1.2006, έγγραφο 61, ο Μάρκος προέβη σε κάποιες περιγραφές χωρίς να αναφερθεί σε χαρακτηριστικά προσώπου ή άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αυτών που ανάφερε ότι τον είχαν κακοποιήσει. Όμως, με τα όσα ανάφερε στην κατάθεση αυτή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να μπορούσε τότε να αναγνωρίσει κάποια πρόσωπα ως εμπλεκόμενα στο επεισόδιο. Ενώ ο Γιάννος, όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα στην κατάθεση του, έγγραφο 46, της 31.1.2006 αν μπορούσε να αναγνωρίσει κάποιους από αυτούς που τον είχαν κακοποιήσει, ήταν θετικός σε σχέση με το ενδεχόμενο αυτό με την απάντηση που έδωσε. Στο χρόνο εκείνο της ανάκρισης δεν έγινε σκέψη να παρακολουθήσουν οι παραπονούμενοι την ταινία, τεκμήριο 41, την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας είχε στην κατοχή του από το τέλος Δεκεμβρίου, 2005, και στις 18.1.2006 περιήλθε στην κατοχή του κ.Σάββα Νικολαΐδη, ποινικού ανακριτή της υπόθεσης.
Βέβαια, στο σημείο αυτό είναι ορθό να αναφερθεί ότι ο κ.Νικολαΐδης γνώριζε ήδη από τις 17.1.2006 στο πλαίσιο της δεύτερης κατάθεσης του Μάρκου, έγγραφο 61Α, ότι ο τελευταίος είχε ήδη παρακολουθήσει την ταινία του επεισοδίου, όμως από κάποιο ψηφιακό δίσκο που είχε στην κατοχή του ο πατέρας του, Ιωάννης Παπαγεωργίου. Ενώ στις 31.1.2006 πληροφορήθηκε και από το Γιάννο ότι σε προηγούμενη ημερομηνία, την οποία η μαρτυρία τοποθετεί στις 13.1.2006, είχε παρακολουθήσει και αυτός την ίδια ταινία στην παρουσία του Μάρκου και λειτουργών της Επιτρόπου Διοικήσεως. Ο Μάρκος είχε παρακολουθήσει την ταινία στον εν λόγω ψηφιακό δίσκο και προηγουμένως. Όμως, δεν υπάρχει μαρτυρία από οποιοδήποτε πηγή πότε συνέβηκε αυτό. Το πιο πιθανόν είναι ότι ήταν μετά τις 5.1.2006 και ίσως και μετά που προέβη σε διορθώσεις στην πρώτη του κατάθεση, τεκμήριο 61, στις 12.1.2006 και ώρα 10:40π.μ.. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ο Μάρκος και ο Γιάννος είχαν παρακολουθήσει την ταινία, ο πρώτος πριν από τη δεύτερη του κατάθεση και ο δεύτερος πριν από την πρώτη του κατάθεση έχει, πιστεύουμε, τη σημασία του γιατί δεν τους ζητήθηκε τελικώς να προβούν σε αναγνωρίσεις υπόπτων προσώπων με τη μέθοδο της αναγνωριστικής παράταξης ή άλλης παρόμοιας μεθόδου, μετά τις 13.1.2006. Όπως θα αναφέρουμε και στη συνέχεια η μαρτυρία η οποία θα προέκυπτε από τέτοια αναγνώριση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ποτέ και σε οποιοδήποτε βαθμό ως αξιόπιστη.
Εντούτοις, όταν στις 13.4.2006 περιήλθε στην κατοχή των ποινικών ανακριτών η φερόμενη ως πρωτότυπη ταινία, τεκμήριο 43, ζητήθηκε και από τους δύο παραπονούμενους να την παρακολουθήσουν. Ο Γιάννος την παρακολούθησε λίγες μέρες μετά, στις 19.4.2006, ενώ ο Μάρκος την παρακολούθησε στις 8.5.2006. Στη συνέχεια τηρήθηκε η ακόλουθη, ανορθόδοξη θα λέγαμε, διαδικασία δεδομένου ότι κατέληξε, στο στάδιο πλέον που δίδονταν κάποιες καταθέσεις από τους δύο παραπονούμενους, να αφορά κατά το μεγαλύτερο μέρος της καταγραφή σκηνών του επίδικου επεισοδίου όπως αυτές εμφανίζονται στην ταινία σε διάφορες χρονικές στιγμές. Συγκεκριμένα, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες που για το Γιάννο ήταν η 19.4.2006 και για το Μάρκο η 8.5.2006 αυτοί κλήθηκαν στα γραφεία της Νομικής Υπηρεσίας και στην παρουσία αριθμού ποινικών ανακριτών προβλήθηκε η ταινία, τεκμήριο 43. Η ταινία αυτή έφερε ημερομηνία 20.12.2005 και το επεισόδιο που προβλήθηκε άρχιζε η ώρα 04:25:36 και τέλειωνε η ώρα 05:09:12, ενώ από την αρχή μέχρι το τέλος της κατεγράφετο ο χρόνος της κάθε σκηνής. Μισή περίπου ώρα μετά την προβολή της ταινίας στην κάθε περίπτωση, ο εκ των ποινικών ανακριτών κ.Παναγιώτης Πελαγίας, Μ.Κ.52, έλαβε γραπτή κατάθεση τόσο από το Γιάννο όσο και από το Μάρκο. Είναι τα έγγραφα 46Β και 61Β, αντίστοιχα, τα οποία κατατέθηκαν στη δίκη και αποτελούν μέρος της μαρτυρίας που προσέφερε η κατηγορούσα αρχή.
Όπως αναφέραμε ήδη στο μεγαλύτερο μέρος της κάθε κατάθεσης γίνεται περιγραφή από τον κάθε καταθέτη στον οποίο αφορά, σκηνών του επεισοδίου παίρνοντας ως αφετηρία κάθε φορά συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Όμως, είναι φανερό ότι η περιγραφή που γίνεται δεν περιορίζεται σε μια στατική σκηνή αλλά σε μια φάση η οποία εκτυλίσσεται καθ’ον χρόνο η ταινία προχωρεί. Η περιγραφή αυτή η οποία επεκτείνεται πέραν της αναγνώρισης των ιδίων των παραπονουμένων και των φωνών τους, σε καμιά περίπτωση είναι αποκαλυπτική οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία θα μπορούσε να είναι βοηθητική στη διαπίστωση γεγονότων, με δεδομένο ότι και το δικαστήριο θα μπορούσε να παρακολουθήσει το ίδιο την εν λόγω ταινία. Ενώ, ας σημειωθεί ότι δεν αναγνωρίζονται κατά την όλη διαδικασία ονομαστικά ή άλλως πως, κατά τρόπο που να αποκαλύπτετο η ταυτότητα τους, οι κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς.
Τελικώς, οι εν λόγω δύο καταθέσεις ως εκ του τρόπου λήψης τους, όπως περιγράφεται πιο πάνω, καθώς επίσης του περιεχομένου τους είναι αμφιβόλου χρησιμότητας. Ενώ, πρόσθετα έχουμε την άποψη ότι είναι και αμφιβόλου αποδειχτικής αξίας αναλογιζόμενοι ότι εδόθησαν από τους Γιάννο και Μάρκο μετά από κάποια ώρα αφού είχε ολοκληρωθεί η προβολή της ταινίας και δεν έχει λεχθεί από τους ίδιους αν είχαν κρατήσει σημειώσεις κατά την προβολή της και ούτε αν άντλησαν οποιαδήποτε βοήθεια βλέποντας τις φωτογραφίες οι οποίες είχαν παραχθεί από αυτή. Τις φωτογραφίες φέρεται να τις είδαν μετά που ολοκληρώθηκε η περιγραφή των διαφόρων σκηνών του επεισοδίου στις διάφορες χρονικές στιγμές, όπως αναφέρεται προηγουμένως. Καταλήγοντας, και στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης για τις συνθήκες λήψης των καταθέσεων αυτών αλλά και ως εκ του προαναφερθέντος περιεχομένου τους, θεωρούμε ότι δεν περιέχουν μαρτυρία την οποία θα μπορούσαμε να εξετάσουμε περαιτέρω.
Εν πάση περιπτώσει, όπως ήταν αναμενόμενο ούτε και τότε προέβησαν οι παραπονούμενοι σε οποιεσδήποτε αναγνωρίσεις υπόπτων αφού δεν γνώριζαν από προηγουμένως αυτούς που τους κακοποίησαν στις 20.12.2005. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν και αυτό φαίνεται ότι έγινε στις προαναφερθείσες δύο καταθέσεις ήταν να περιγράψουν τις σκηνές κακοποίησης τους που έβλεπαν στην ταινία. Επίσης, μπορούσαν να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο, καθώς και την ομιλία ή τις φωνές τους, το οποίο επίσης γίνεται σε κάποιο βαθμό στις εν λόγω καταθέσεις. Όμως, δεν ήταν αυτό το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση, αλλά η αναγνώριση των δραστών της κακοποίησης τους κατά το εν λόγω επεισόδιο.
Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχουμε ενώπιον μας, ζητήθηκε πρώτη φορά από τους παραπονούμενους να αναγνωρίσουν τους κατηγορούμενους ως τους δράστες του επεισοδίου, κατά τη διάρκεια της δίκης όταν αυτοί κατέθεταν τη μαρτυρία τους. Τους ζητήθηκε να προβούν σε τέτοιες αναγνωρίσεις τόσο πριν όσο και κατά την προβολή της ταινίας που έγινε στο ίδιο πλαίσιο. Ουσιαστικά, επρόκειτο για αναγνώριση των κατηγορουμένων καθ’όν χρόνο αυτοί βρίσκονταν στο εδώλιο. Για τέτοια περίπτωση στα αγγλικά χρησιμοποιείται ο όρος «dock identification». Στην περίπτωση κατά την οποία η ταυτότητα του δράστη ενός εγκλήματος είναι υπό αμφισβήτηση ή ακόμα και η φύση της εμπλοκής του σ’αυτό, η προαναφερθείσα μέθοδος αναγνώρισης σαφώς εγκυμονεί κινδύνους πρόκλησης σοβαρής αδικίας στον κατηγορούμενο. Η μειονεκτικότητα της ως μεθόδου η οποία να μπορεί να αποδώσει μια δίκαιη αναγνώριση είχε τονιστεί στην υπόθεση R. v. Cartwright (1914) 10 Cr.App.R.219. Η υπόθεση αυτή αναφέρεται από τους συγγραφείς του συγγράμματος Archbold, Criminal Pleading Evidence&Practice, έκδοση 2003, προς υποστήριξη της ακόλουθης πρότασης στην παράγραφο 14.42:
«The practice of inviting a witness to identify a defendant for the first time when the defendant is in the dock has long been regarded as undesirable: see R. v. Cartwright, 10 Cr.App.R.219, CCA. Although a trial judge retains a discretion to permit a dock identification, it is submitted that in practice the exercise of such discretion should not even be considered unless: (a) a defendant has refused to comply with a formal request to attend an identification parade, and (b) none of the other identification procedures has been carried out as a result of the defendant’s default. …»
Δε συνέβηκε οποιοδήποτε από τα δύο αυτά στην προκειμένη περίπτωση. Η ίδια άποψη, ανωτέρω, υποστηρίζεται και στις υποθέσεις R. v. Fergus (1992) Crim.L.R.363, R. v. Horsham Justices, ex.p. Bukhari (1982) 74 Cr.App.R.291 και R. v. Eatough (1989) Crim.L.R.289. Την υιοθετούμε. Ενώ στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice του 2003 διαβάζουμε και το εξής σχετικό, στη σελίδα 2310, παράγραφο F.18.16:
«Dock identification remains legally admissible, subject however to judicial powers of discretionary exclusion under the PACE 1984, s.78 or at common law. At trial on indictment, this discretion would usually be exercised by a trial judge so as to exclude evidence of a dock identification (see Fergus (1992) Crim.L.R.363).»
Οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν μας παρέπεμψαν σε κυπριακή νομολογία επί του θέματος αλλά ούτε και η δική μας έρευνα απέδωσε οτιδήποτε σχετικό. Όμως, μια διαπίστωση του Εφετείου στην υπόθεση Θεοδωρίδη ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ.160 τείνει να δείξει το άδικο αποτέλεσμα που μπορεί να προκύψει από την εφαρμογή της υπό αναφορά μεθόδου σε υπόθεση όπως η παρούσα. Να αναφέρουμε ότι σε εκείνη την υπόθεση ο παραπονούμενος αφού είδε πρώτα φωτογραφία του κατηγορούμενου ακολούθως τον είδε στον αστυνομικό σταθμό και τον αναγνώρισε ως το δράστη του σε βάρος του εγκλήματος. Δεν τον είχε δει προηγουμένως και ούτε τον γνώριζε από πριν. Η διαπίστωση που αναφέραμε προηγουμένως του Εφετείου, το οποίο αφού αποδοκίμασε την εν λόγω πρακτική απάλλαξε τον κατηγορούμενο, ήταν η εξής:
«Η κατά πρόσωπο αναγνώριση που επιχειρήθηκε μετά την επίδειξη της μιας φωτογραφίας αποστέρησε το αποτέλεσμα των εχεγγύων της αυθόρμητης αναγνώρισης. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι η παρεμβολή φωτογραφίας πριν την κατά πρόσωπο αναγνώριση πολλαπλασιάζει τους κινδύνους σφάλματος σε βαθμό που να κλονίζει την αυθεντικότητά της. Στο σημείο αυτό η νομολογία αντανακλά την κοινή εμπειρία που αναγνωρίζει ότι η φωτογραφία μπορεί να μεταβάλει την προγενέστερη νοητική εικόνα.»
Δεν υπάρχει ομοιότητα ως προς τα γεγονότα της προαναφερθείσας υπόθεσης με αυτά της παρούσας. Όμως, αναφέρεται στην πιο πάνω αρχή την οποία αναγνώρισε παλαιότερα η αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Haslam (1927) 19 Cr.App.Rep.59) η οποία πιστεύουμε εφαρμόζεται κατ’αναλογία και στην παρούσα περίπτωση, ως κριτήριο το οποίο καθοδηγεί ώστε να μη ληφθεί υπόψη η αναγνώριση των κατηγορουμένων η οποία έγινε κατά τη διάρκεια της δίκης (dock identification) από τους παραπονούμενους. Αυτό βέβαια συμβαίνει εξαιτίας των περιστάσεων που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις οποίες οι παραπονούμενοι είχαν την ευκαιρία πριν από τη δίκη να παρακολουθήσουν σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις την ταινία στην οποία φέρεται να εμφανίζονται τα πρόσωπα τα οποία τους κακοποίησαν. Έχοντας λοιπόν παρακολουθήσει την ταινία αυτή είναι σαν να είχαν δει προηγουμένως φωτογραφίες των κατηγορουμένων οπότε δε θα υπήρχε δυσκολία να τους υποδείξουν αργότερα ενώ αυτοί βρίσκονταν στο εδώλιο. Όμως, η μέθοδος αυτή στερείται βασικά «των εχεγγύων της αυθόρμητης αναγνώρισης» σύμφωνα με τη Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω. Ο κίνδυνος αυτός πολλαπλασιάζεται αν ληφθεί υπόψη ότι οι παραπονούμενοι, για την ακρίβεια ο Μάρκος, είχαν στην κατοχή ή στη διάθεση τους αντίγραφο της εν λόγω ταινίας οπότε θα μπορούσε να το είχαν παρακολουθήσει επανειλημμένα και πέραν των περιπτώσεων που ανάφεραν. Βέβαια, ακόμα πιο επισφαλείς είναι οι αναγνωρίσεις στις οποίες προέβηκαν οι παραπονούμενοι κατά τη δίκη ενώ παρακολουθούσαν συγχρόνως την ταινία. Επρόκειτο για μια ακόμα πιο έντονη παραβίαση της πιο πάνω αρχής.
Όσον αφορά την τελευταία μας παρατήρηση διαπιστώνουμε περαιτέρω ότι ο κίνδυνος αδικίας λόγω της εφαρμογής της πιο πάνω μεθόδου είναι ακόμα πιο εμφανής με δεδομένο ότι η ταυτόχρονη προβολή της ταινίας σαφώς συνιστούσε καθοδήγηση των παραπονουμένων ενώ κατέθεταν τη μαρτυρία τους, ως προς τις απαντήσεις τις οποίες έπρεπε να δώσουν τόσο σε σχέση με την αναγνώριση των κατηγορουμένων όσο και σε σχέση με τα διαδραματισθέντα κατά το επεισόδιο. Εν κατακλείδι, γενικά πιστεύουμε πως η μαρτυρία των παραπονουμένων η οποία δόθηκε αφού είχαν προηγουμένως παρακολουθήσει κατ’επανάληψη την ταινία ή και συγχρόνως ενώ αυτή προβάλλετο κατά τη διάρκεια της δίκης δεν ενέχει τα στοιχεία της αυθορμητικότητας και της αντικειμενικότητας που θα πρέπει να έχει τέτοια μαρτυρία. Ενώ πρόσθετα, υπό τις περιστάσεις αυτές είναι αδύνατο να διακρίνουμε ποια από αυτά που κατέθεσαν οι παραπονούμενοι στη δίκη είναι αποτέλεσμα της μνήμης τους και ποια αποτέλεσμα των όσων έβλεπαν στην ταινία. Σχετική επί του προκειμένου είναι κάποια μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων την οποία αναφέρουμε σε κατοπινό στάδιο.
Μαρτυρία πέραν της ταινίας
Όμως, ανεξάρτητα με την τροπή ανωτέρω της υπόθεσης λόγω της μη αποδοχής ως μαρτυρίας της ταινίας, τεκμήριο 43, θεωρούμε ότι είναι ορθό, και οπωσδήποτε ενδεδειγμένο, όπως στο στάδιο αυτό εξετάσουμε τη μαρτυρία η οποία έχει κατατεθεί από διάφορους μάρτυρες κατηγορίας αλλά και τις αναφορές των ιδίων των κατηγορουμένων τις οποίες έκαναν είτε στις καταθέσεις τους είτε στις ανώμοτες δηλώσεις τους μετά που κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ο σκοπός είναι να διαπιστωθεί από τη μαρτυρία αυτή αν ένα τέτοιο επεισόδιο έλαβε πράγματι χώρα, αλλά προπαντός αν είναι δυνατό με βάση την εν λόγω μαρτυρία να στοιχειοθετηθούν οι κατηγορίες ή κάποιες από αυτές. Θα προβούμε στην άσκηση αυτή αν και δεν μας το έχει ζητήσει ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, τουλάχιστον στην έκταση που αναφέρεται πιο πάνω. Αφού άλλωστε, όπως είναι αντιληπτό, και το αναφέραμε ήδη, η κατηγορούσα αρχή έχει στηρίξει την υπόθεση της για απόδειξη των κατηγοριών σχεδόν αποκλειστικά στην ταινία, τεκμήριο 43. Όμως, επαναλαμβάνουμε, πιστεύουμε πως πρέπει να διερευνήσουμε και την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μας.
Όπως αναφέραμε ήδη από την αρχή, αποτελεί κοινό τόπο ότι κατά τις μεταμεσονύχτιες ώρες της 20.12.2005 και συγκεκριμένα μεταξύ της 3:25 και της 4:10, περίπου, συνέβηκε κάποιο επεισόδιο στην οδό Ελευσίνος, πάροδος της οδού Αρμενίας στην Ακρόπολη Λευκωσίας, με εμπλεκόμενους δυο πολίτες και αριθμό αστυνομικών. Όπως διαπιστώνουμε και στη συνέχεια, κατά το επεισόδιο αυτό οι δύο πολίτες, που είναι ο Μάρκος Παπαγεωργίου και ο Γιάννος Νικολάου, υπέστησαν διάφορα τραύματα. Το γεγονός αυτό έδωσε και την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων.
Μαρτυρία διαφόρων μαρτύρων εκτός των παραπονουμένων
Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το βράδυ της 20.12.2005 πριν ξημερώσει, ο αστυφύλακας Σταύρος Χριστοδούλου, Μ.Κ.35, εκτελούσε καθήκοντα σκοπού έξω από την Ιρανική Πρεσβεία η οποία βρίσκεται στην οδό Αρμενίας. Κατά η ώρα 3:25 άκουσε φωνές που προέρχονταν από την οδό Ελευσίνος η οποία από το σημείο της σκοπιάς που βρισκόταν εκτείνετο κάθετα μπροστά του. Τότε πρόσεξε ότι σε απόσταση 150 μέτρων από το σημείο εκείνο υπήρχαν δύο σαλούν αυτοκίνητα άσπρου χρώματος σταματημένα στη μέση του δρόμου. Το ένα είχε σε λειτουργία και τα φώτα κινδύνου. Λόγω της απόστασης και του σκότους δεν έβλεπε τι γινόταν ούτε διέκρινε τους ανθρώπους. Όμως, από τις φωνές που ακούγονταν αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για καβγά μεταξύ πολιτών οπότε ενημέρωσε με το κινητό του τηλέφωνο στο 199 τον αξιωματικό υπηρεσίας. Μετά από παρέλευση μερικών λεπτών έφθασε στο μέρος περιπολικό της αστυνομίας το οποίο έφερε διακριτικά και φάρους. Ενώ λίγο πριν τις 4:00 έφθασαν στο χώρο της σκοπιάς και τέσσερις μοτοσικλετιστές αστυνομικοί, με πολιτική περιβολή τους οποίους γνώριζε εξ όψεως. Άφησαν τις μοτοσικλέτες τους εκεί και κατευθύνθηκαν προς τη σκηνή του επεισοδίου. Τότε, όπως είπε, κατάλαβε ότι επρόκειτο για επεισόδιο μεταξύ πολιτών και αστυνομικών.
Ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο λάμβανε χώρα κάποιο επεισόδιο σε δρόμο απέναντι από την πρεσβεία του Ιράν, το πληροφορήθηκε ο λοχίας Ιωάννης Κλεάνθους, Μ.Κ.21 από τον ασύρματο του Αστυνομικού Σταθμού Λυκαβηττού ενώ βρισκόταν εκεί σε υπηρεσία. Το μέρος εκείνο βρισκόταν στην περιοχή του σταθμού και σκέφτηκε πως αν γίνονταν συλλήψεις οι συλληφθέντες θα μεταφέρονταν εκεί. Έτσι δεν έδωσε άλλη σημασία εκείνη τη στιγμή. Στο μεταξύ, ο εκ των κατηγορουμένων αστυφύλακας 1043, Ανδρέας Παναγή (κατηγορούμενος 3), επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το λοχία της Μ.Μ.Α.Δ., Πέτρο Μηνά, Μ.Κ.53, και τον πληροφόρησε ότι σε πάροδο της οδού Αρμενίας απέναντι από την Ιρανική Πρεσβεία είχαν ανακόψει δύο οχήματα, οι οδηγοί των οποίων φαίνονταν μεθυσμένοι και συμπεριφέρονταν βίαια. Γι’αυτό του ζήτησε να ειδοποιήσει μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. που ήσαν στην ίδια επιχείρηση μαζί τους και κάποιο μηχανοκίνητο περίπολο για να μεταβούν στη σκηνή να τους βοηθήσουν με την έρευνα των προσώπων που ανέκοψαν και των αυτοκινήτων τους. Αυτά αναφέρει στη μαρτυρία του ο λοχίας Μηνά ο οποίος αμέσως μετά επικοινώνησε με συγκεκριμένα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. καθώς και με τους αστυφύλακες της Μ.Μ.Α.Δ., 3830 Λουκά Σταύρου, Μ.Κ.23, και 496 Χρίστο Νικολάου, Μ.Κ.24.
Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι το βράδυ της 19.12.2005 προς την 20.12.2005 διεξαγόταν στην πόλη της Λευκωσίας και στα προάστια, επιχείρηση της αστυνομίας για την καταστολή σοβαρού εγκλήματος με θύματα γυναίκες για το οποίο παρατηρήθηκε έξαρση κατά το προηγηθέν δεκαπενθήμερο του μηνός Δεκεμβρίου. Για τη διενέργεια της εν λόγω επιχείρησης εκδόθηκε τμηματική διαταγή, τεκμήριο 100, από το διοικητή της Μ.Μ.Α.Δ., ανώτερο αστυνόμο Χαράλαμπο Μαύρο, και ετέθη υπό την άμεση εποπτεία και συντονισμό του υπαστυνόμου της Μ.Μ.Α.Δ., Σίμου Παπαδόπουλου, Μ.Κ.51. Ο κ.Παπαδόπουλος αναφέρει στη μαρτυρία του ότι ο λοχίας Μηνά ο οποίος εκτελούσε χρέη βοηθού συντονιστή της επιχείρησης το βράδυ εκείνο τον είχε ενημερώσει για τη βοήθεια που του είχε ζητήσει τηλεφωνικώς ο κατηγορούμενος Ανδρέας Παναγή. Ένα τελευταίο που θα αναφέρουμε στο σημείο αυτό είναι ότι σύμφωνα με την εν λόγω τμηματική διαταγή στην επιχείρηση λάμβαναν μέρος με καθήκοντα στον τομέα 4 στον οποίο ενέπιπτε και η οδός Αρμενίας και οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 7 και 9.
Μετά λοιπόν την οδηγία που έλαβαν, οι αστυφύλακες Σταύρου και Μενελάου, Μ.Κ.23 και 24, αντίστοιχα, μετέβησαν με το υπηρεσιακό όχημα τους φέροντας πλήρη διακριτικά σήματα της αστυνομίας και φάρους, στη σκηνή του επεισοδίου στην οδό Ελευσίνος. Έφθασαν εκεί η ώρα 4:15 και βρήκαν τους συναδέλφους τους της Μ.Μ.Α.Δ. αστυφύλακες 3342, 83, 1043 και 1331 (κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4) και δύο πολίτες οι οποίοι έφεραν χειροπέδες. Τους ζητήθηκε να βοηθήσουν στη μεταφορά των δύο τελευταίων στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού. Με το υπηρεσιακό όχημα με το οποίο είχαν μεταβεί εκεί και το οδηγούσε ο αστυφύλακας Σταύρου, μεταφέρθηκε στο σταθμό, συνοδεία και των αστυφυλάκων 83 και 1043 (κατηγορούμενοι 2 και 3) ο ένας από τους συλληφθέντες. Ο άλλος συλληφθείς με τα μακριά μαλλιά, μεταφέρθηκε με άλλο υπηρεσιακό όχημα χωρίς διακριτικά στο οποίο επιβιβάστηκε ο αστυφύλακας Μενελάου και οι αστυφύλακες 3342 και 1331 (κατηγορούμενοι 1 και 4). Οι αστυφύλακες Σταύρου και Μενελάου ανάφεραν ότι στη σκηνή του επεισοδίου παρέμειναν περί τα πέντε με έξι λεπτά και σε κανένα στάδιο, μέχρι και τη μετάβαση τους στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού είδαν οποιοδήποτε να χτυπά τους δύο πολίτες. Ενώ δεν είδαν, όπως είπαν, αν οι δύο πολίτες έφεραν οποιαδήποτε σημάδια κακοποίησης, αφού δεν είχαν την ευκαιρία σε οποιοδήποτε στάδιο της μεταφοράς τους στον αστυνομικό σταθμό να τους παρατηρήσουν.
Αφού μεταφέρθηκαν οι δύο συλληφθέντες Μάρκος και Γιάννος στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού γύρω στις 04:20π.μ., οδηγήθηκαν από τους προαναφερθέντες τέσσερις κατηγορούμενους και τη γυναίκα αστυφύλακα, κατηγορούμενη 9, στον πρώτο όροφο όπου βρίσκεται το Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ανέλαβε τους κρατούμενους για τα περαιτέρω ο υπεύθυνος κατ’εκείνο το βράδυ του τμήματος αστυφύλακας 2945, Γιώργος Παρασκευά, Μ.Κ.8. Θα διερευνούσε, καταγγελίες εναντίον των κρατουμένων για αδικήματα αφορόντα επίθεση εναντίον αστυνομικών, αντίσταση κατά νόμιμης σύλληψης και δημόσια εξύβριση ενώ πρόσθετα φέρονταν ως ύποπτοι και για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Μάλιστα, προς το σκοπό αυτό οι εν λόγω πέντε κατηγορούμενοι προέβηκαν και σε σχετικές καταθέσεις οι οποίες κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 12, 13, 14, 15 και 16, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, ο αστυφύλακας Παρασκευά αναφέρει στη μαρτυρία του ότι πρόσεξε πως ο Μάρκος και ο Γιάννος ήσαν χτυπημένοι, ο πρώτος περισσότερο από το δεύτερο ενώ κάποιες εκδορές έφεραν και οι αστυνομικοί. Εξέδωσε σε όλους έντυπα για να εξεταστούν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Το Μάρκο το μετέφερε στο κρατικό νοσηλευτήριο ο ίδιος, αργότερα την ημέρα εκείνη αφού προηγουμένως είχε δεχθεί επίσκεψη στο σταθμό από τον πατέρα και το δικηγόρο του και, επίσης, υποβλήθηκε σε αλκοτέστ στην κινητή μονάδα η οποία είχε κληθεί στο σταθμό για το σκοπό αυτό.
Ενώ ο αστυφύλακας Παρασκευά ασχολείτο με το Μάρκο, ο Γιάννος με οδηγίες του, είχε μεταφερθεί σε διπλανό γραφείο και ετέθη υπό την επιτήρηση του αστυφύλακα Κυριάκου Ευγενίου, Μ.Κ.13. Όπως ανάφερε ο κ.Ευγενίου, πρόσεξε και αυτός ότι ο Μάρκος και ο Γιάννος ήσαν χτυπημένοι ενώ πρόσεξε επίσης ότι ένας ή δύο από τους αστυνομικούς της Μ.Μ.Α.Δ., έφεραν μικρές εκδορές. Στη συνέχεια μετάφερε το Γιάννο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έτυχε κάποιων εξετάσεων και ακολούθως το μετάφερε στα κρατητήρια των φυλακών. Τόσο ο αστυφύλακας Ευγενίου όσο και ο αστυφύλακας Παρασκευά δήλωσαν ότι ενόσω είχαν τους δύο κρατούμενους υπό την επιτήρηση τους δεν τους χτύπησε κανένας και ούτε αυτοί τους χτύπησαν.
Κατά το χρόνο που ο Μάρκος και ο Γιάννος βρίσκονταν εντός του σταθμού, τους είδε ο υπεύθυνος των Αλλαγών Ιωάννης Κλεάνθους, Μ.Κ.21, καθώς επίσης ο βοηθός του, ειδικός αστυφύλακας Πέτρος Μιχαήλ, Μ.Κ.12. Αναφέρουν και οι δύο αυτοί στη μαρτυρία τους ότι πρόσεξαν πως οι δύο κρατούμενοι οι οποίοι έφεραν χειροπέδες, ήσαν χτυπημένοι στο πρόσωπο, όμως, δεν τους χτύπησε κανείς στην παρουσία τους. Μάλιστα, εξαιτίας του γεγονότος αυτού ο λοχίας Κλεάνθους είχε υποδείξει στον αστυφύλακα Παρασκευά ότι δεν μπορούσε να θέσει το Μάρκο υπό κράτηση στο κελί του σταθμού πριν εξεταστεί από ιατρό.
Επίσης, κατά τον ίδιο χρόνο που ο Μάρκος και ο Γιάννος βρίσκονταν στο σταθμό, υποβλήθηκαν σε τελικό έλεγχο για αλκοόλ από μέλη της αστυνομίας που στελέχωναν την κινητή μονάδα για αλκοτέστ. Τον έλεγχο αυτό διενήργησε ο λοχίας Κυριάκος Κυριακίδης, Μ.Κ.27, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Β, Τροχαία Αρχηγείου, υποβοηθούμενος από τους αστυφύλακες του ιδίου τμήματος, Γεώργιο Χ’Στάθη, Μ.Κ.6, και Χρίστο Παστελή, Μ.Κ.7. Όπως είπαν και οι τρεις, πρόσεξαν ότι οι δύο κρατούμενοι, Μάρκος και Γιάννος, έφεραν εκδορές στους καρπούς των χεριών τους στα σημεία που ήσαν τοποθετημένες οι χειροπέδες ενώ ο Μάρκος έφερε εκδορές και στο πρόσωπο. Επίσης, ο Μάρκος φαινόταν αναστατωμένος και παραπονείτο ότι τους είχαν χτυπήσει κάποιοι αστυνομικοί οι οποίοι έφεραν πολιτική περιβολή. Όσον αφορά το Γιάννο αυτός φαινόταν ήρεμος. Οι τελευταίες πιο πάνω αναφορές προήλθαν, κυρίως, από το λοχία Κυριακίδη ο οποίος είχε και την ευθύνη για τη διενέργεια του αλκοτέστ στους δύο κρατούμενους. Ο οδηγός της κινητής μονάδας Χαράλαμπος Περικέντης, Μ.Κ.15, δεν μπορούσε, όπως είπε, να δει από τη θέση του οδηγού όπου βρισκόταν, ποια ήταν η κατάσταση των δύο κρατουμένων. Σχετική είναι και η μαρτυρία του πατέρα του Μάρκου, ιατρού Ιωάννη Παπαγεωργίου, Μ.Κ.4, ο οποίος είδε κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο τον υιό του και διαπίστωσε ότι ήταν σε κακά χάλια, κατά την έκφραση του, έχοντας φουσκωμένα και τα δυο του μάτια ενώ συγχρόνως τελούσε σε κατάσταση σοκ και έτρεμε ολόκληρος.
Στο μεταξύ, ο διπλός έλεγχος, για εντοπισμό αλκοόλ που διενεργήθηκε στο Μάρκο έδωσε την πρώτη φορά ένδειξη 66,3mg και τη δεύτερη φορά 66,7mg. Ενώ ο ίδιος έλεγχος που διενεργήθηκε στο Γιάννο έδωσε την πρώτη φορά ένδειξη 78,3mg και τη δεύτερη φορά 79,4mg. Και για τους δύο οι ενδείξεις ήσαν πέραν του ανώτατου επιτρεπτού ορίου των 39mg. Να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό πως σύμφωνα με την κα.Γεωργία Μακρίδου, Μ.Κ.26, φίλη του Μάρκου και του Γιάννου, το βράδυ της 19.12.2005 προς την 20.12.2005, είχαν επισκεφθεί και οι τρεις μαζί δύο μπυραρίες, μάλιστα στη μια είχαν πάει δύο φορές, όπου οι δύο συνοδοί της κατανάλωσαν, συνολικά, περί τις τέσσερις με πέντε μικρές φιάλες μπύρα ο καθένας. Ακολούθως, φεύγοντας από την τελευταία μπυραρία, ο καθένας με το δικό του αυτοκίνητο, δεν γνώριζε πού πήγαν ο Μάρκος και ο Γιάννος και δεν συναντήθηκαν ξανά οι τρεις τους το βράδυ εκείνο. Καταθέτοντας η κα.Μακρίδου εξέφρασε την άποψη ότι κανείς από τους τρεις και ειδικότερα ο Μάρκος και ο Γιάννος, ήταν μεθυσμένος καθότι κατανάλωσαν τα ποτά που ανάφερε σε διάστημα μερικών ωρών και όπως επίσης αντιλήφθηκε, είχαν τις αισθήσεις τους, μιλούσαν μεταξύ τους και ακολούθως ο καθένας πήρε και οδήγησε το αυτοκίνητο του. Έχοντας υπόψη αυτά που είπε η κα.Μακρίδου δεν αντιλαμβανόμαστε να υπάρχει διάσταση με τα αποτελέσματα, ανωτέρω, που έδειξε ο έλεγχος ο οποίος διενεργήθηκε στους Μάρκο και Γιάννο. Τα αποτελέσματα αυτά σαφώς έδειξαν ότι αν και βρίσκονταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος εντός της εννοίας του σχετικού νόμου, όμως, συνέχισαν να έχουν τις αισθήσεις τους και να ασκούν τις βασικές νοητικές λειτουργίες τους. Με άλλα λόγια δεν ήσαν ακριβώς μεθυσμένοι, αν και τελούσαν υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου μεταφέρθηκαν ο Μάρκος και ο Γιάννος ξημερώματα της 20.12.2005, έτυχαν εξέτασης και περίθαλψης από διάφορους γιατρούς. Συγκεκριμένα, το Μάρκο εξέτασαν ο ιατρός Ανδρέας Ηλιάδης, Μ.Κ.30, ο ακτινολόγος Βάγιας Παρτασίδης, Μ.Κ.11, ο γναθοπροσωποχειρούργος Γεώργιος Παντέλας, Μ.Κ.29, και ο ορθοπεδικός Πέτρος Σπαστρής, Μ.Κ.32. Διαπίστωσαν ότι έφερε θλαστικές εκχυμώσεις, πρήξιμο και ερυθρότητα σε πολλά σημεία του προσώπου και της κεφαλής, καθώς επίσης εκδορές, πρήξιμο και ερυθρότητα σε πολλά σημεία του σώματος και στα πάνω και κάτω άκρα. Πιο σοβαρά ήσαν τα κατάγματα που έφερε στο πλάγιο τοίχωμα της δεξιάς κογχικής χώρας και στο δεξιό ζυγωματικό οστού. Τα πιο πάνω τραύματα διαπίστωσε και τα ανάφερε με λεπτομέρεια στην έκθεση του, έγγραφο 25Β, και ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους, Μ.Κ.25, ο οποίος εξέτασε το Μάρκο στις 22.12.2005, διαπιστώνοντας συγχρόνως ότι σε αρκετά από αυτά εξακολουθούσε να αισθάνεται πόνο.
Ένα μήνα αργότερα, στις 20.1.2006, το Μάρκο εξέτασε και η ψυχίατρος Άννα Μαρία Αναστασιάδη, Μ.Κ.31. Αφού κατέγραψε στην έκθεση της, έγγραφο 31Α, το ιστορικό της κακοποίησης του ένα μήνα νωρίτερα από αστυνομικούς με πολιτική περιβολή, όπως προφανώς της το εξιστόρησε ο ίδιος, παρατήρησε συγχρόνως ότι ο Μάρκος φοβόταν για τη ζωή του, αισθανόταν εντελώς αβοήθητος και πίστευε ότι θα μπορούσε και να είχε σκοτωθεί κατά το εν λόγω περιστατικό. Επίσης, παρατήρησε ότι είχε επηρεαστεί η λειτουργική του ικανότητα, αντιμετώπιζε προβλήματα με τον ύπνο του, είχε γίνει οξύθυμος, ευερέθιστος, ευέξαπτος και πάρα πολύ ανήσυχος, ενώ παρουσίαζε και συμπτώματα αυτοκινητοφοβίας (motor restlessness) ακόμα και όταν βρισκόταν σε οικείο περιβάλλον. Η παραμονή του στο νοσοκομείο, οι επανειλημμένες συνεντεύξεις του με δικηγόρους, ανακριτές καθώς επίσης ο τύπος συνέβαλαν στην πιο πάνω κατάσταση του Μάρκου ο οποίος επαναφέρει συνεχώς στη μνήμη του το περιστατικό και θυμώνει διαπιστώνοντας την αυθαιρεσία και την αδικία που έγινε σε βάρος του. Πολλές φορές αισθάνεται χαμένος και αντιμετωπίζει πρόβλημα στην κοινωνικοποίηση του εκτός του περιβάλλοντος της οικογένειας του. Ενώ έχει επίσης δυσκολία στην αυτοσυγκέντρωση, δεν μπορεί να σταματήσει από το να σκέφτεται το περιστατικό και για το τι θα μπορούσε να γίνει για να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Η κα.Αναστασιάδη συνεκτιμώντας τα πιο πάνω συμπτώματα που συνέχιζε να παρουσιάζει ο Μάρκος ένα μήνα μετά το περιστατικό, διέγνωσε σ’αυτόν οξεία αγχοτική διαταραχή (acute stress disorder). Προσθέτοντας περαιτέρω ότι αν αυτά συνέχιζαν πέρα από το ορόσημο των τεσσάρων εβδομάδων η διάγνωση θα ήταν μετατραυματική αγχοτική διαταραχή (post traumatic stress disorder). Όμως, δεν ανάφερε να εξέτασε η ίδια ξανά το Μάρκο μετά την πιο πάνω ημερομηνία και ούτε προσκομίστηκε η μαρτυρία άλλου ιατρού με ίδια ειδικότητα. Εν πάση περιπτώσει, η κα.Αναστασιάδη αναφέρει επίσης στην εν λόγω έκθεση της ότι θύματα με τέτοιο μετατραυματικό σύνδρομο προσπαθούν να ξεχνούν το τραυματικό περιστατικό που βίωσαν, όμως, στην περίπτωση του Μάρκου αυτό ήταν παντελώς αδύνατο.
Όσον αφορά το Γιάννο, αρχικά τον εξέτασε στις Πρώτες Βοήθειες ο ιατρός Πέτρος Κατσιολούδης, Μ.Κ.33, και σύμφωνα με αυτόν, μετά τον ακτινολογικό έλεγχο στον οποίο επίσης υποβλήθηκε, την εξέταση του ολοκλήρωσε ο ιατρός Ανδρέας Ηλιάδης, Μ.Κ.30. Ενώ αργότερα την ίδια ημέρα, 20.12.2005, ο Γιάννος υποβλήθηκε σε επισταμένη εξέταση από τον ορθοπεδικό χειρούργο Σίμο Σιμόπουλο, Μ.Κ.28, του Ιατρικού Κέντρου Ευαγγελίστρια. Διαπίστωσαν ότι έφερε εκδορές, μάλιστα σε μερικά σημεία με απόσπαση και της επιδερμίδας, στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία της κεφαλής καθώς επίσης ερυθρότητα, θλαστικές εκχυμώσεις και εκδορές, σε αρκετές περιπτώσεις με απόσπαση και πάλιν της επιδερμίδας, σε πολλά σημεία του σώματος του και στα άνω και κάτω άκρα.
Περαιτέρω, ακτινολογικός έλεγχος έδειξε ρωγμώδες κάταγμα της στυλοειδούς απόφυσης της κερκίδας του αριστερού καρπού ο οποίος τοποθετήθηκε σε γύψινο νάρθηκα, πρώτα ακίνητο και αργότερα κινητό, για συνολική περίοδο έξι εβδομάδων. Ειδικά ο δρ.Σιμόπουλος αναφέρει στην έκθεση του, έγγραφο 28, ότι κατά την αρχική εξέταση ο Γιάννος παραπονείτο για κεφαλόπονο και ζάλη, πόνο στο στέρνο και στο στήθος και δυσκολία στην αναπνοή και πόνο και δυσκαμψία ώμων, καρπών, ισχύων και γονάτων. Κατά τη γνώμη του τα συμπτώματα αυτά, περιλαμβανομένης της ευαισθησίας που παρατηρείτο στον αριστερό καρπό, αναμένετο να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου. Την πιο πάνω κατάσταση του Γιάννου τη διαπίστωσε και την αναφέρει με λεπτομέρεια στην προαναφερθείσα έκθεση του, έγγραφο 25Β, και ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους, Μ.Κ.25, ο οποίος τον εξέτασε στις 22.12.2005 όταν εξέτασε και το Μάρκο.
Καταθέτοντας περαιτέρω ο κ.Σοφοκλέους ανάφερε ότι τα διάφορα τραύματα που έφεραν οι δύο παραπονούμενοι πιθανόν να προκλήθηκαν από χτυπήματα με θλον όργανο όπως είναι η γροθιά, ή σε πλατιά επιφάνεια όπως είναι το πεζοδρόμιο και το οδόστρωμα ενώ όσον αφορά τα κατάγματα αυτά θα προκλήθηκαν μετά από δυνατό χτύπημα. Ειδικά για το Μάρκο επεσήμανε ότι αυτός έφερε πάρα πολλές κακώσεις στο πρόσωπο, εκτιμώντας ότι αυτές δεν θα μπορούσε να ήσαν το αποτέλεσμα της δικής του αντίστασης, αλλά της άσκησης εναντίον του πολύ μεγάλης βίας.
Στο μεταξύ, από την ίδια ημέρα, 20.12.2005, ο τότε Αρχηγός της Αστυνομίας έδωσε οδηγίες και συστάθηκε τριμελής ομάδα από άνδρες της Δύναμης για διεξαγωγή διοικητικής έρευνας σε σχέση με ισχυρισμό για κακοποίηση τις πρωινές ώρες της ημέρας εκείνης του Μάρκου Παπαγεωργίου από αστυνομικούς. Η πληροφορία η οποία είχε δοθεί σχετικά στο Αρχηγείο Αστυνομίας έλεγε, επίσης, ότι το όχημα στο οποίο επέβαιναν ο Μάρκος και ο Γιάννος είχε ανακοπεί για έλεγχο από περίπολο της Μ.Μ.Α.Δ. και ότι αυτοί ακολούθως μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού όπου υποβλήθηκαν σε αλκοτέστ με θετική ένδειξη. Η επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας της 20.12.2005, τεκμήριο 32, είναι σχετική. Της εν λόγω ερευνητικής ομάδας προΐστατο ο υπαστυνόμος Ιωάννης Κελεπέσιης, Μ.Κ.19, και στελεχώνετο από τους λοχίες της αστυνομίας Στέλιο Στυλιανού, Μ.Κ.16, και Γεώργιο Χριστόπουλο, Μ.Κ.18.
Οι ανωτέρω τρεις αμέσως με το διορισμό τους άρχισαν τη διερεύνηση του προαναφερθέντος παραπόνου. Δημιούργησαν φάκελο με διακριτικά στοιχεία Τ.Α.28/2005 και σε πρώτο στάδιο παρέλαβαν και τοποθέτησαν σ’αυτό όλο το υλικό που είχε προκύψει μέχρι το απόγευμα της 20.12.2005 από τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων που διεξήγαγε ο αστυφύλακας Γεώργιος Παρασκευά, Μ.Κ.8, εναντίον του Μάρκου και του Γιάννου με τον ποινικό φάκελο Λυκαβηττού Μ.637/2005. Μεταξύ των εγγράφων που παρέλαβαν ήσαν και οι ιατρικές βεβαιώσεις των ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που εξέτασαν το Μάρκο και το Γιάννο, καθώς επίσης οι καταθέσεις οι οποίες είχαν ήδη γίνει από αστυνομικούς οι οποίοι φέροντο να είχαν εμπλοκή στο επεισόδιο από το οποίο προέκυψε το παράπονο κακοποίησης του Μάρκου. Να σημειωθεί ότι στο στάδιο εκείνο είχε πλέον διαφανεί ότι παρόμοιο παράπονο για κακοποίηση, υπήρχε και από μέρους του Γιάννου. Γι’αυτό στις 20.12.2005 έγινε προσπάθεια από τον υπαστυνόμο Κελεπέσιη για λήψη καταθέσεων τόσο από το Μάρκο όσο και από το Γιάννο, η οποία όμως δεν απέδωσε λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκονταν και οι δύο.
Ενώ ακολούθως, μεταξύ της 21.12.2005 και της 23.12.2005 λήφθηκαν καταθέσεις από μέλη της αστυνομίας οι οποίοι εφέρετο να είχαν κάποια σχέση με το εν λόγω επεισόδιο. Αυτοί ήσαν οι αστυφύλακες της Μ.Μ.Α.Δ., 3342 Ανδρέας Ευσταθίου (κατηγορούμενος 1), 83 Χάρης Χαρίτου (κατηγορούμενος 2), 1043 Ανδρέας Παναγή (κατηγορούμενος 3), 1331 Γεώργιος Παύλου (κατηγορούμενος 4), 3830 Λουκάς Σταύρου (Μ.Κ.23) και 496 Χρίστος Μενελάου (Μ.Κ.24). Επίσης, καταθέσεις λήφθηκαν από το λοχία 4398 Γεώργιο Κιλίλη (κατηγορούμενο 5), τον αστυφύλακα 938 Κώστα Τούμπα (κατηγορούμενο 6), τον αστυφύλακα 209 Δαμιανό Χ’Χριστοφή, τον αστυφύλακα 3552 Γεώργιο Βανέζη, τη γυναίκα αστυφύλακα 2123 Χριστιάνα Αντωνίου (κατηγορούμενη 9) και τη γυναίκα αστυφύλακα 54 Μαρία Εφραίμ. Ενώ η έρευνα προχωρούσε, στις 23.12.2005 ο υπαστυνόμος Κελεπέσιης έλαβε οδηγίες από τον Αρχηγό Αστυνομίας να τη διακόψει για το λόγο ότι είχε στο μεταξύ διοριστεί από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ποινικός ανακριτής για να διερευνήσει την υπόθεση. Ήταν ο κ.Σάββας Νικολαΐδης στον οποίο στις 3.1.2006 παρέδωσε και όλο το μαρτυρικό υλικό που είχε συλλεγεί μέχρι τότε.
Παράλληλα με τις πιο πάνω διαδικασίες συνέχισε και η προώθηση των ποινικών υποθέσεων που διερευνούσε εναντίον του Μάρκου και του Γιάννου ο Αστυνομικός Σταθμός Λυκαβηττού διά του αστυφύλακα 2945 Παρασκευά. Όσον αφορά το Γιάννο, η υπόθεση ολοκληρώθηκε στις 22.12.2005 οπότε αυτός κατηγορήθηκε γραπτώς για το τροχαίο αδίκημα της οδήγησης αυτοκινήτου ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Δεν κατηγορήθηκε για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και ειδικά της φύσης που αντιμετώπισε ο Μάρκος. Συγκεκριμένα, στις 27.12.2005 ο Μάρκος κληθείς στον πιο πάνω αναφερόμενο αστυνομικό σταθμό κατηγορήθηκε από τον αστυφύλακα Παρασκευά για το ίδιο προαναφερθέν αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε και ο Γιάννος. Όμως, συγχρόνως, κατηγορήθηκε και για τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά δύο αστυνομικών, ήτοι των κατηγορουμένων 1 και 4, της εξύβρισης των ιδίων αστυνομικών και της αντίστασης κατά της νομίμου σύλληψης του. Όμως, τελικώς, μετά την προώθηση της παρούσας υπόθεσης οι προαναφερθείσες κατηγορίες εναντίον των παραπονουμένων δεν προωθήθηκαν περαιτέρω.
Στο μέρος της απόφασης αυτής που προηγήθηκε, παραθέσαμε με όση περισσότερη συντομία ήταν δυνατό γεγονότα τα οποία προέκυψαν από τη μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων κατηγορίας τα οποία κρίνουμε ότι παρέμειναν αναντίλεκτα. Στην πραγματικότητα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Συνεπώς, τα γεγονότα αυτά τα αποδεχόμαστε ως αληθή και τα υιοθετούμε ως μέρος των ευρημάτων μας στην υπόθεση αυτή. Αν και θα πρέπει να αναφέρουμε συναφώς πως διατηρούμε κάποια επιφύλαξη σε σχέση με τον ισχυρισμό των αστυφυλάκων της Μ.Μ.Α.Δ., Λουκά Σταύρου και Χρίστου Μενελάου, Μ.Κ.23 και 24, αντίστοιχα, ότι δεν ήσαν σε θέση να δουν κατά τη μεταφορά του Μάρκου και του Γιάννου στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού αν αυτοί έφεραν ορατά τραύματα. Όμως, τα τραύματα τους τα είδε αριθμός άλλων μαρτύρων αστυνομικών αμέσως κατά την άφιξη των τελευταίων στον εν λόγω σταθμό. Σύμφωνα δε με τα γεγονότα αυτά δε διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι στις 20.12.2005, μεταξύ των ωρών 03:25π.μ. και 04:10π.μ. περίπου, συνέβη το προαναφερθέν επεισόδιο στην οδό Ελευσίνος, πάροδο της οδού Αρμενίας, στην Ακρόπολη Λευκωσίας, με εμπλεκόμενους τους παραπονούμενους, Μάρκο Παπαγεωργίου και Γιάννο Νικολάου, καθώς επίσης αριθμό αστυνομικών οι οποίοι βρίσκονταν το βράδυ εκείνο σε διατεταγμένη υπηρεσία για καταστολή σοβαρού εγκλήματος σύμφωνα με την Τμηματική Διαταγή, τεκμήριο 100. Επίσης δε διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κατά το εν λόγω επεισόδιο ο Μάρκος και ο Γιάννος είχαν υποστεί τα διάφορα τραύματα τα οποία παραθέτει στις δύο εκθέσεις του, έγγραφο 25Β, ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους, Μ.Κ.25.
Όμως, ενόψει της προηγηθείσας κατάληξης μας, δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε το επεισόδιο αυτό μέσα από την ταινία, τεκμήριο 43. Όπως αναφέραμε ήδη, δεν έχουμε πεισθεί για την αυθεντικότητα της εν λόγω ταινίας και ότι αυτή παρουσιάζει το υπό αναφορά επεισόδιο ή όπως αυτό έχει διαδραματισθεί σε όλες του τις στιγμές. Συνεπώς, μη έχοντας στη διάθεση μας την επιλογή της μαρτυρίας που θα πρόσφερε η προαναφερθείσα ταινία, θα αναζητήσουμε αυτά που συνέβαιναν όταν το επεισόδιο ελάμβανε χώρα, μέσα από άλλη, προφορική μαρτυρία εξετάζοντας, κατ’αρχάς, αυτή δύο κατοίκων της περιοχής οι οποίοι ξύπνησαν τις μεταμεσονύχτιες ώρες της 20.12.2005 από φωνές στην οδό Ελευσίνος, ήτοι της κας.Αγγέλας Κατωδρύτου, Μ.Κ.9, και του κ.Μιχάλη Σπύρου, Μ.Κ.10.
Συγκεκριμένα, η κα.Κατωδρύτου ανάφερε ότι ξύπνησε το βράδυ εκείνο από τις φωνές κάποιου νεαρού άνδρα, όπως τον αντιλήφθηκε. Περίμενε ότι θα περνούσε. Όμως, όταν επέμεναν οι φωνές σηκώθηκε και πήγε σε σημείο του σπιτιού της από όπου μπορούσε να δει στην οδό Ελευσίνος. Από εκεί πρόσεξε κάποιους νεαρούς άνδρες να στέκονται και να παρακολουθούν κάτι στο δρόμο ενώ οι φωνές συνέχιζαν. Τότε τηλεφώνησε, όπως είπε, στην αστυνομία και σε τρία έως τέσσερα λεπτά έφθασε επιτόπου το πρώτο περιπολικό με ένστολους αστυνομικούς. Συνέχισε να παρατηρεί το δρόμο και τότε είδε πως μετά από πέντε λεπτά έφθασε στη σκηνή και δεύτερο περιπολικό της αστυνομίας. Στο στάδιο εκείνο οι φωνές είχαν μειωθεί και δεν ακούγοντο πλέον βρισιές ενώ έβλεπε και κάποιους που μιλούσαν μεταξύ τους. Προηγουμένως είχε αναφέρει ότι, αρχικά, μόνο δύο άνδρες έβλεπε οι οποίοι απλώς στέκονταν στο δρόμο. Δεν έβλεπε κάτι άλλο. Ακολούθως, διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να δει αυτόν που φώναζε και ούρλιαζε, κατά την έκφραση της, καθότι υπήρχε ένα σπίτι μπροστά από το διαμέρισμα της που της απέκοπτε τη θέα. Όμως, άκουγε το συγκεκριμένο άνδρα που ύβριζε, έλεγε ότι κάποιοι ασκούσαν βία και κάποιες φορές ότι έπαθε ζημιά η σπονδυλική του στήλη.
Ο άλλος κάτοικος της περιοχής, ο κ.Σπύρου, ανάφερε και αυτός ότι ξύπνησε γύρω στις 03:30π.μ. από φωνές που ακούγονταν στην οδό Ελευσίνος. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά και συνέχιζαν οι φωνές σηκώθηκε και πήγε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του για να δει τι συνέβαινε. Είδε έξι με επτά άτομα να βρίσκονται μαζεμένα στο δρόμο ενώ οι φωνές συνέχιζαν, προερχόμενες από κάποιο πρόσωπο που ήταν πεσμένο στο πεζοδρόμιο. Φώναζε στους άλλους που, όπως αντιλήφθηκε, ήσαν αστυνομικοί, λέγοντας τους: «Δεν μπορείτε να με ελέγξετε ούτε να με συλλάβετε.» Τότε ένας αστυνομικός ο οποίος στεκόταν δίπλα του, προσπάθησε να του εξηγήσει ότι είχε δικαίωμα να τον ελέγξει. Όμως, το άλλο πρόσωπο, το οποίο όταν τον είδε να στέκεται πρόσεξε ότι ήταν μαλλιαρός, ήταν αντιδραστικός και προκαλούσε τους αστυνομικούς με τη συμπεριφορά του. Οπότε ο αστυνομικός για να τον περιορίσει και να τον ηρεμήσει τον έκατσε στο πεζοδρόμιο. Στο μεταξύ πρόσεξε ότι στη σκηνή έφθασαν και άλλα πρόσωπα με μοτοσικλέτες καθώς επίσης περιπολικά αυτοκίνητα της αστυνομίας. Σε ένα από αυτά είδε αργότερα να βάζουν κάποιο άλλο πρόσωπο και να φεύγουν ενώ αμέσως μετά το ίδιο έγινε και με το πρόσωπο το οποίο αποκαλούσε «ο μαλλιαρός».
Τα ανωτέρω αναφέρει ο κ.Σπύρου στην κατάθεση του, έγγραφο 10Α, που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στη δίκη. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρει, επίσης, ότι παρακολούθησε το επεισόδιο σχεδόν από την αρχή μέχρι το τέλος και ότι διάρκεσε 25 με 35 λεπτά, περίπου. Και συμπλήρωσε πως σε καμιά περίπτωση είδε αστυνομικό είτε με πολιτικά είτε με στολή να χτυπά τα εν λόγω δύο πρόσωπα, βεβαιώνοντας συγχρόνως ότι το επεισόδιο έγινε κοντά στην πολυκατοικία που διαμένει, περί τα 35 μέτρα μακριά, και έτσι μπορούσε να ακούει και να βλέπει τα διαδραματιζόμενα καθαρά. Αργότερα την ίδια ημέρα, κατά την οποία είχε δώσει και την προηγούμενη κατάθεση του, δηλαδή στις 21.12.2005, ο κ.Σπύρου έδωσε ακόμα μια κατάθεση στην αστυνομία, έγγραφο 10Β, το οποίο αποτελεί επίσης μέρος της μαρτυρίας του. Σ’αυτήν αναφέρει περίπου τα ίδια όπως και στην προηγούμενη κατάθεση του. Στις 14.4.2006 ο κ.Σπύρου έδωσε και μια τρίτη κατάθεση, έγγραφο 10Γ, αυτή τη φορά σε ένα από τους ποινικούς ανακριτές. Είναι και αυτή μέρος της μαρτυρίας του.
Στην τελευταία αυτή κατάθεση ο κ.Σπύρου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι από το διαμέρισμα του είδε σε συγκεκριμένο σημείο του πεζοδρομίου στην οδό Ελευσίνος, έναν αστυνομικό να βρίσκεται γονατισμένος πάνω στον μαλλιαρό προσπαθώντας να τον κρατήσει κάτω στο πεζοδρόμιο. Όταν σε κάποια στιγμή τον άφησε, το πρόσωπο εκείνο προσπάθησε να σηκωθεί και τότε ο αστυνομικός τον τράβηξε και τον έκατσε κάτω. Όσον αφορά τον άλλο πολίτη για τον οποίο αντιλήφθηκε ότι είχε επίσης συλληφθεί, τον είδε πρώτη και τελευταία φορά όταν οι αστυνομικοί τον έβαλαν σε αυτοκίνητο και τον απομάκρυναν από τη σκηνή. Και συμπληρώνει πως μόνο αυτά είδε από το επεισόδιο γιατί, όπως εξήγησε προηγουμένως, του εμπόδιζε τη θέα ένας φράχτης από ψηλά δέντρα. Όμως άκουγε, όπως είπε, πολλές φωνές και φασαρία όχι όμως και βρισιές. Διευκρινίζοντας πως αυτά εννοούσε όταν είπε σε προηγούμενη κατάθεση του (έγγραφο 10Α) ότι από το διαμέρισμα του έβλεπε και άκουγε καθαρά το επεισόδιο στην οδό Ελευσίνος.
Κατά την προφορική του μαρτυρία και ειδικά κατά την αντεξέταση του, ο κ.Σπύρου ανάφερε και το εξής. Μετά που ο αστυνομικός τράβηξε και έβαλε κάτω στο πεζοδρόμιο το πρόσωπο που αυτός αποκαλούσε μαλλιαρό, ακολούθως έβαλε το γόνατο του κατά τρόπο που φαινόταν να γονατίζει πάνω του σε θέση άμυνας, όπως το έθεσε. Αντιλήφθηκε ότι με τον τρόπο αυτό ο αστυνομικός προσπαθούσε να περιορίσει τις κινήσεις του εν λόγω προσώπου, όμως δεν ήταν σε θέση να πει αν τον πίεζε. Εν πάση περιπτώσει, απόκλεισε ότι τον χτύπησε. Κατά το ίδιο στάδιο της μαρτυρίας του ο κ.Σπύρου ανάφερε ότι δεν παρακολουθούσε συνέχεια το επεισόδιο αλλά μπαινόβγαινε στο διαμέρισμα του επειδή έξω ήταν κρύο. Τέλος, ανάφερε ότι όταν αργότερα την ημέρα εκείνη 20.12.2005 άκουσε στις ειδήσεις ότι κατά το εν λόγω επεισόδιο είχαν κακοποιηθεί από αστυνομικούς δύο πολίτες, και επειδή στη δική του αντίληψη δεν είχε περιέλθει κάτι τέτοιο, τηλεφώνησε στο 1460 που είναι η γραμμή επικοινωνίας του πολίτη με την αστυνομία, θέτοντας τον εαυτό του στη διάθεση οποιουδήποτε ήταν ο αρμόδιος, προκειμένου να δώσει κατάθεση για το επεισόδιο. Σαν αποτέλεσμα έδωσε την κατάθεση, έγγραφο 10Α, που αναφέρθηκε προηγουμένως, στον αναπληρωτή υπαστυνόμο Μιχάλη Ιωάννου, Μ.Κ.17, υπεύθυνο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων του Αστυνομικού Σταθμού Λυκαβηττού.
Εξετάζοντας κατ’αρχάς τη μαρτυρία του κ.Σπύρου, είναι πασιφανές ότι με την αρχική του κατάθεση, έγγραφο 10Α ημερομηνίας 21.12.2005, επιχειρεί να εναποθέσει την ευθύνη για κάποιο επεισόδιο που ισχυρίστηκε ότι είδε από την αρχή μέχρι το τέλος, στον άγνωστο πολίτη τον οποίο περιέγραψε ως μαλλιαρό. Περιορίζοντας έτσι την παρέμβαση των αστυνομικών, παρά την πρόκληση που ισχυρίστηκε ότι εδέχοντο, σε απλή νουθεσία και καθησυχασμό του πολίτη. Τα ίδια περίπου ανάφερε και στη δεύτερη του κατάθεση, έγγραφο 10Β, την οποία έδωσε λίγες ώρες αργότερα κατά την ίδια προαναφερθείσα ημερομηνία προς τον αστυφύλακα Γεώργιο Χριστόπουλο μέλος της ομάδας του υπαστυνόμου Κελεπέσιη που διενεργούσε τη διοικητική έρευνα η οποία αναφέρθηκε προηγουμένως. Τέσσερις μήνες αργότερα και αφού λογικά θα είχε πλέον ξεθωριάσει κάπως η μνήμη, σε κατάθεση την οποία έδωσε ο κ.Σπύρου στον ποινικό ανακριτή, έγγραφο 10Γ, αναφέρεται σε περισσότερη βία που συνέβηκε, όταν περιγράφει την προαναφερόμενη σκηνή. Παρουσιάζει τον αστυνομικό ο οποίος βρίσκεται κοντά στον πολίτη να γονατά πάνω του προσπαθώντας να τον ακινητοποιήσει. Ο μάρτυρας δεν έδωσε οποιανδήποτε εξήγηση γι’αυτή τη διαφοροποίηση όσον αφορά την εν λόγω σκηνή. Όμως, είναι πλέον ξεκάθαρο πως με αυτές τις εναλλακτικές περιγραφές της είναι αδύνατο να διαπιστωθεί ποια είναι τελικώς η αληθινή εκδοχή. Η εντύπωση μας είναι πως ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να πει την αλήθεια για ό,τι είχε στην πραγματικότητα δει κατά τις μεταμεσονύχτιες ώρες της 20.12.2005.
Χαρακτηριστικό της στάσης του αυτής είναι και οι ακόλουθες αναφορές επίσης από τη μαρτυρία του. Αρχικά ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είχε δει ολόκληρο το επεισόδιο, διάρκειας 25 με 35 λεπτών, καθαρά. Η εντύπωση την οποία εύλογα αποκομίζει κάποιος από τη δήλωση του αυτή είναι ότι ο μάρτυρας ήταν τοποθετημένος σε τέτοια θέση στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του που μπορούσε και έβλεπε όλα όσα συνέβαιναν το βράδυ εκείνο στην οδό Ελευσίνος. Τουλάχιστο για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα. Όμως, ακολούθως ισχυρίστηκε ότι παρεμπόδιζε τη θέα του ένας ψηλός φράκτης από δένδρα και έτσι έβλεπε μόνο μέρος του επεισοδίου. Για την ακρίβεια μόνο μια σκηνή την οποία όμως περιέγραψε με διαφορετικό περιεχόμενο κάθε φορά όταν κλήθηκε να δώσει κατάθεση στους διάφορους ανακριτές. Ενώ τελευταία, όταν κατέθετε σε αντεξέταση, ανάφερε ότι δεν ήταν συνεχώς έξω στο μπαλκόνι και ότι μπαινόβγαινε στο διαμέρισμα λόγω του κρύου. Άρα ούτε καθαρά αλλά ούτε και ολόκληρο το επεισόδιο είδε, με βάση τα δικά του λεγόμενα, ουσιαστικά διαψεύδοντας τον εαυτό του, δεδομένων των διαφορετικών ισχυρισμών του στις δύο αρχικές του καταθέσεις, έγγραφα 10Α και 10Β.
Βέβαια, μετά και την πιο πάνω ανάλυση καταλήγουμε πως δεν είναι δυνατό να βασιστούμε στη μαρτυρία του κ.Σπύρου προκειμένου να οδηγηθούμε σε ευρήματα όσον αφορά τα γεγονότα που συνέβησαν κατά το υπό εξέταση επεισόδιο. Όσον αφορά τη μαρτυρία της κας.Κατωδρύτου αν και δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε αντίφαση ή ασάφεια σ’αυτή, και κατά συνέπεια αποδεχόμαστε τα όσα αναφέρει ως αληθή, εντούτοις ούτε και αυτή η μαρτυρία είναι τελικώς βοηθητική. Υπενθυμίζουμε ότι η κα.Κατωδρύτου από το διαμέρισμα της όπου βρισκόταν άκουε μόνο κάποιες δυνατές φωνές και επίσης έβλεπε δύο άνδρες να στέκονται στο πεζοδρόμιο χωρίς να κάνουν οτιδήποτε. Δεν έβλεπε αυτόν που φώναζε. Ενώ ακολούθως είδε που ήρθαν τα περιπολικά της αστυνομίας. Στην καλύτερη περίπτωση η μαρτυρία και των δύο αυτών μαρτύρων συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι κατά το δεδομένο χρόνο διαδραματίστηκε στην οδό Ελευσίνος κάποιο επεισόδιο στο οποίο είχαν συμμετοχή με κάποιο τρόπο, άγνωστο πως, και μέλη της αστυνομίας. Τίποτε άλλο πέραν τούτου δε συνεισφέρει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
Τι ακριβώς συνέβηκε κατά το επεισόδιο, και ειδικότερα ποιος και με ποιο τρόπο προκάλεσε τα τραύματα που τελικώς βρέθηκε να φέρουν ο Μάρκος και ο Γιάννος μετά από αυτό, και τι έπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν κάποιοι από τους παρισταμένους στη σκηνή, μόνο οι ίδιοι θα μπορούσαν να γνωρίζουν και βεβαίως και όσοι άλλοι βρίσκονταν κατά τον εν λόγω χρόνο εκεί. Στα διαδραματισθέντα κατά το εν λόγω επεισόδιο εντοπίζεται η όλη ουσία της υπόθεσης και είναι σ’αυτή τη βασικότατη πτυχή που ενδεχόμενα θα ήταν βοηθητική η ταινία, τεκμήριο 43, αν γινόταν αποδεχτή ως μαρτυρία. Όμως, τελικώς δεν τελεσφόρησε η προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής για αποδοχή της, για τους λόγους που έχουμε ήδη εξηγήσει. Γι’αυτό θα εξετάσουμε στη συνέχεια τη μαρτυρία των δύο παραπονουμένων, δηλαδή του Μάρκου, Μ.Κ.61, και του Γιάννου, Μ.Κ.46. Δεν ήσαν απλώς αυτόπτες μάρτυρες του επεισοδίου, οι μοναδικοί από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής, αλλά συγχρόνως βίωσαν τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια του, σε όλη τους την έκταση.
Μαρτυρία των παραπονουμένων
Από δω και πέρα η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη μαρτυρία των προσώπων αυτών η οποία έχει τεθεί ενώπιον μας κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη μαρτυρία αυτή, αφού την παραθέσουμε σε κάποια έκταση, θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να διαπιστώσουμε κατά πόσο αποδεικνύονται τα αδικήματα ή οποιαδήποτε από αυτά, που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Προς το σκοπό διασφάλισης της όσο το δυνατό πιο αντικειμενικής θεώρησης της εν λόγω μαρτυρίας κρίνουμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσιες κάποιες αναφορές, σχετικά με το επεισόδιο, τόσο του Μάρκου όσο και του Γιάννου. Βασικά, πρόκειται γι’αυτά που ανάφεραν στις αρχικές τους γραπτές καταθέσεις προς τον ποινικό ανακριτή κ.Σάββα Νικολαΐδη, Μ.Κ.38, και κατατέθηκαν στη δίκη όταν αυτοί κατέθεταν ενόρκως τη μαρτυρία τους. Αποτελούν δε μέρος της κυρίως εξέτασης τους.
Θα αρχίσουμε από την πρώτη κατάθεση την οποία έδωσε ο Μάρκος δύο εβδομάδες περίπου μετά το επεισόδιο στις 5.1.2006, έγγραφο 61, στον κ.Νικολαΐδη. Είναι σε μορφή αφήγησης ενώ σε κάποιες περιπτώσεις τίθενται και κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις από τον ανακριτή. Έχει ως εξής:
«Γύρω στις 02:30-02:45 εγώ με το αυτοκίνητο μου αρ. εγγραφής ΗΕΤ559 (είναι της μητέρας μου) και ο φίλος μου με το αυτοκίνητο του και ήταν μπροστά μου δεν θυμούμαι αριθμούς εγγραφής, αυτός οδηγούσε μπροστά και εγώ τον ακολουθούσα πίσω και κατευθυνόμασταν στο διαμέρισμα του για να πάμε να κάτσουμε λίγο. Σε κάποια φάση ο φίλος μου ο Γιάννος Νικολάου (εργάζεται στο Τμήμα Αρχαιοτήτων του Μουσείου) στην οδό Ελευσίνος ίσως να ήταν γωνιά δεν θυμάμαι αλλά σταμάτησε στο πλευρό του δρόμου και εγώ σταμάτησα δίπλα του και ανοίξαμε τα παράθυρα μας και μιλούσαμε. Λέγαμε για το αν μας ακολουθούσε μια άλλη φίλη μας η οποία ήταν μαζί μας εκείνη την νύκτα και δεν ήμασταν σίγουροι τελικά για το αν μας ακολούθησε για να έρθει και εκείνη.
Έγινε μια συζήτηση ενός ή δύο λεπτών είδα ότι πλησίασε δίπλα μου ένα άσπρο πολιτικό αυτοκίνητο μάρκας Peugeot το οποίο και σταμάτησε στα δεξιά μου και λίγο πιο μπροστά από το αυτοκίνητο μου. Δεν εμπόδιζαν το δρόμο αν ξεκινούσα. Τότε είδα δύο άτομα ένα οδηγό και ένα συνοδηγό αλλά δεν διέκρινα αν είχε και άλλο άτομο πίσω λόγω του ότι ήταν σκοτεινά και με πλησίασαν δύο άτομα με πολιτικά ρούχα και εμένα μου φάνηκε με πλησίασαν με κάπως απειλητική διάθεση και μου είπαν: «Αστυνομία κατέβα για έλεγχο». Εγώ ζήτησα να δω ταυτότητα αστυνομική για να διαπιστώσω ότι όντως είναι αστυνομικοί. Ο ένας από τους δύο έβγαλε από την τσέπη του …
Μπορείς αυτά τα δύο άτομα να μας τα περιγράψεις;
Δυστυχώς δεν θυμούμαι τα πρόσωπα τους, το μόνο που μπορώ να σας πω ήταν ότι ήταν άτομα γεροδεμένα. Νομίζω αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι ο ένας από τους δύο φορούσε δερμάτινο σακάκι αλλά δεν είμαι σίγουρος. Ήταν μάλλον ψηλοί ίσως στο ύψος μου ή μπορεί και πιο ψηλοί, εγώ είμαι 1.79μ.. Από ότι θυμούμαι πάντα και δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι σίγουρος ο ένας είχε κοντά μαλλιά νομίζω ότι ο άλλος φορούσε σκούφο και εκείνος ήταν ψηλός και δεν είμαι σίγουρος πάλι. Μου είπαν Αστυνομία κατέβα για έλεγχο. Ζήτησα ταυτότητα με ευγενικό τρόπο: «Μπορώ να δω ταυτότητα σας παρακαλώ; Αυτός έβγαλε από την τσέπη του μια κάρτα σε σχήμα πιστωτικής κάρτας, μου την έδειξε στα γρήγορα από απόσταση την οποία εγώ δεν μπορούσα να διακρίνω ούτε τι έγραφε πάνω η κάρτα ούτε οτιδήποτε πάνω στην κάρτα. Φαινόταν σαν μια κανονική πολιτική ταυτότητα στα μάτια μου. Νομίζω ήταν γαλάζιο αλλά δεν είμαι σίγουρος δεν την είδα από κοντά, και μου την έδειξε στα γρήγορα. Τότε εγώ του είπα: «Δεν είδα τίποτε, Μπορώ σε παρακαλώ να την δω από πιο κοντά για να διαπιστώσω ότι όντως είσαι αστυνομικός;» Τότε εκείνος κατά την άποψη μου (το τζάμι μου ήταν ανοικτό) μου φάνηκε ότι ίσως να εκνευρίστηκε κάπως εκείνος ο άνθρωπος και μου είπε: «Θέλεις να σου την καδρώσω κιόλας;» Ακολούθησε μια συνομιλία την οποία έλεγα: «Κοίτα, για να συνεργαστώ πρέπει να δω την ταυτότητα σου να διαπιστώσω ότι όντως είσαι αστυνομικός αλλιώς δεν κατεβαίνω από το αυτοκίνητο αν δεν δω ταυτότητα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου μου ο ένας από τους δύο πάτησε το κουμπί της ζώνης ασφαλείας (έβαλε το χέρι του μέσα στο αυτοκίνητο για να πατήσει το κουμπί της ζώνης) μου και άρχισαν και οι δύο να με τραβούν έξω από το αυτοκίνητο. Πριν καλά-καλά το καταλάβω με ξάπλωσαν μπρούμυτα, γονάτισαν πάνω μου και μου πέρασαν χειροπέδες. Εγώ προσπαθούσα (ήμουν στο δρόμο) αντιδρούσα, προσπάθησα να αντισταθώ διότι ακόμα δεν γνώριζα ότι ήταν αστυνομικοί και αυτοί άρχισαν να με χτυπούν με γροθιές, κλοτσιές, να με τραβούνε από τα μαλλιά και να με σέρνουν στο δρόμο. Με τραβούσαν προς το πεζοδρόμιο της αντίθετης πλευράς. Και συνέχισαν να με χτυπούν. Σε κάποια φάση γύρισα και είδα τον φίλο μου τον Γιάννο (δεν θυμούμαι αν ήμουν στον δρόμο ή στο πεζοδρόμιο) να προσπαθεί να με πλησιάσει και κάτι τους ρωτούσε ο Γιάννος υπό την έννοια όπως: «Τι σας έκαμε, γιατί τον χτυπάτε;» Και τότε αντιλήφθηκα ότι υπήρχε ακόμα ένα αυτοκίνητο εκεί, μετά που ήμουν έξω από το αυτοκίνητο ενόσω ήμουν κάτω. Δεν είμαι σίγουρος να ήρθε από πριν. Όταν προσπαθούσε να με πλησιάσει ο φίλος μου ο Γιάννης Νικολάου να τους ρωτά γιατί τον χτυπάτε και τότε άρχισαν να τον χτυπούν και εκείνον, τον έβαλαν χαμέ και του πέρασαν και εκείνου χειροπέδες. Είδα ότι τον χτυπούσαν και εκείνον με γροθιές κλοτσιές και άλλοι δύο ή τρεις. Το μόνο που μπορώ να περιγράψω είναι ότι ένα από τα άτομα που με χτυπούσε επανειλημμένα είμαι σίγουρος ότι φορούσε ένα σκούφο. Ήταν όλοι γεροδεμένοι, ήταν κάπως ψηλός δεν είχε γένι, φορούσε ένα σκούφο όπως το μάλλινο που καλύπτει τα αυτιά, ο οποίος φορούσε και τζιν παντελόνι απ’ό,τι θυμούμαι. Η γυναίκα η αστυνομικός δεν την αντιλήφθηκα στην αρχή, παρόλο που δεν είμαι σίγουρος πότε εμφανίστηκε εκεί αλλά την περιγραφή της την θυμούμαι ακριβώς εκείνης, θυμούμαι μάλιστα ότι εκείνη είχε μαλλιά σκούρα, μακριά ίσως λίγο κάτω από τον ώμο νομίζω φορούσε κάτι άσπρο από πάνω και είχε χαρακτηριστικό χρώμα ματιών, ήταν είτε γαλανό είτε πράσινο αλλά ήταν ανοικτό χρώμα ματιών και ήταν κάπως εύσωμη με σκούρα μαλλιά. Δεν ήταν λεπτή. Βασικά σε ορισμένες φάσεις ακόμα προσπαθούσα να αντιδράσω και θυμούμαι ότι σε κάποια φάση ήρθαν και με τράβησαν από τα μαλλιά με έσυραν στο πάτωμα και επειδή φορούσα και εγώ σκούφο εκείνη την νύκτα έπιασε κάποιος το σκουφούι και μου το έβαλε στο στόμα και το πίεζε στο στόμα μου με δύναμη την ώρα που με χτυπούσε πάνω στο πεζοδρόμιο. Η κοπέλα θυμούμαι σε κάποια φάση, κάποιος να την καλεί και με κάποιο τρόπο να την ενθαρρύνει να με χτυπήσει και η ίδια, και με κλώτσησε στο στήθος.
Ήταν δυνατή ή χαϊδευτική η κλωτσιά;
Το στήθος μου πάντως εν τω πονούσα ήταν που τα μόνα μέρη που εν πονούσα. Δεν πρέπει να ήταν δυνατή. Θυμούμαι σε κάποια φάση τον φίλο μου τον Γιάννο να με πλησιάζει με τις χειροπέδες (τα χέρια μας ήσαν δεμένα μπροστά όχι πίσω γιατί είδα τις χειροπέδες πως ήταν. Ήταν όχι από εκείνες που βλέπουμε στην τηλεόραση με τις αλυσίδες αλλά ενώνονται με δύο μέταλλα μεταξύ τους). Θυμούμαι σε κάποια φάση τον φίλο μου τον Γιάννη να με πλησιάζει και να με ρωτά ρε φίλε, τι τους εκάμαμε γιατί μας δέρνουν και δεν θυμούμαι ακριβώς ούτε τι απάντησα διότι σε κάποια φάση και μετά είναι όλα κάπως θολωμένα μέσα στο μυαλό μου διότι σίγουρα πρέπει να λιποθύμησα σε κάποια φάση ίσως και δύο φορές να λιποθύμησα. Και από κάποια φάση και μετά, ακόμη και αυτά που σας περιγράφω τώρα δεν τα έχω πολλά ξεκάθαρα μέσα στην μνήμη μου είναι όλα θολωμένα. Ιδιαίτερα από ένα χτύπημα συγκεκριμένο που έφερα πάνω στο πεζοδρόμιο όλα θόλωσαν αλλά θυμούμαι συνέχιζαν να με χτυπούν θυμούμαι ότι σε κάποια φάση γύρισα και είδα ότι στην σκηνή υπήρχαν 10-15 άτομα. Πιστεύω πάνω από δέκα άτομα. Είχε πολυκοσμία. Τότε αντιλήφθηκα δύο μοτόρες αστυνομικές νομίζω, και ένα περιπολικό της Αστυνομίας συγκεκριμένα εκείνη την ώρα και στην σκηνή πιστεύω είχε 10-15 άτομα. Συνολικά πρέπει να ήταν 15 άτομα. Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι δεν είμαι 100% σίγουρος ότι το δεύτερο αυτοκίνητο που ήρθε ίσως και να ήταν περιπολικό. Δεν θυμούμαι αν ήταν ένα ή δύο τα πολιτικά αυτοκίνητα. Θυμούμαι να κρατούν τον Γιάννο να τον κρατούν και να τον παίρνουν στο αυτοκίνητο του για να του πουν ότι πρέπει να κάμουν έρευνα στον αυτοκίνητο του. Εμένα είδα να ανοίγουν το αυτοκίνητο μου και να ψάχνουν με φανάρι μέσα στο αυτοκίνητο μου. Οπότε θυμούμαι ότι φώναξα τι γυρεύκετε μέσα στο αυτοκίνητο της μητέρας μου; Δεν θα βρείτε τίποτε είπα τους. Για να είμαι ειλικρινής μου πέρασε από τον νου ότι ίσως να μου έβαζαν και κάτι μέσα στο αυτοκίνητο. Σε κάποια φάση απ’ό,τι θυμούμαι κάποιος αστυνομικός είπε ότι υπάρχουν σύριγγες μέσα στο αυτοκίνητο οι οποίες φυσικά ήταν της μητέρας μου που είναι γιατρός, και του το είπα. Μάλιστα μου φάνηκε λίγο απογοητευμένος όταν του είπα ότι η μαμά μου είναι γιάτρενα και οι σύριγγες είναι δικές της. Θυμούμαι ένας από εκείνους ο οποίος νομίζω ήταν λίγο πιο μεγάλος σε ηλικία από τους άλλους. Στην περιγραφή ξέχασα να σας πω ότι τα άτομα φαίνονταν νεαροί σε ηλικία ίσως και πιο νεαροί από εμένα, δηλ. φαίνονταν 23-24-25 χρόνων κατά την αντίληψη μου. Θυμούμαι ο ένας πιο μετά ο οποίος ήταν λίγο πιο μεγάλος σε ηλικία νομίζω με απείλησε και μου είπε: Μπορεί να είμαι υπηρεσία τωρά αλλά άμα σε κόψω ή θα σε κόψω και θα σε σκοτώσω, είσαι τελειωμένος, την οποία απειλή τούτη ξαναεπανέλαβε σε κάποιο στάδιο. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι νομίζω είχε κοντά μαύρα μαλλιά ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία από τους άλλους μπορεί να ήταν πάνω που τριάντα. Οι περιγραφές μου δεν είναι και πολύ ακριβείς γιατί λιποθύμησα σε κάποια φάση. Θυμούμαι ότι για πολλά μεγάλο χρονικό διάστημα ήμαστε ξαπλωμένοι στο πάτωμα και εκείνους να συνομιλούν ή να συζητούν. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι φάνηκε μου ότι πρέπει να ήμασταν εκεί ίσως και μια ώρα 45 λεπτά την οποία δεν μας χτυπούσαν όλη την ώρα. Απλώς θυμούμαι για πολλά μεγάλο χρονικό διάστημα ήμασταν ξαπλωτοί στο δρόμο και κάποιοι συνομιλούσαν κάποιοι κάπνιζαν. Έβλεπα άτομα γυρώ μου άλλοι ήταν στο αυτοκίνητο του Γιάννου ...
Η έρευνα στα αυτοκίνητα την οποία λες ότι εκάμαν, έγινε μετά από κάποιο χρόνο που ήσασταν εκεί, ή προς το τέλος προτού φύγετε;
Ήταν προς το τέλος. Σε κάποια φάση με έβαλαν σε ένα περιπολικό απ' ότι θυμούμαι, τα αυτοκίνητα μας δεν ξέρω τι έγιναν εμένα με έβαλαν σένα περιπολικό με τις χειροπέδες με πήραν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού και το αυτοκίνητο μου το πήραν εκείνοι εκεί. Το είδα μετά. Το ίδιο και του Γιάννου. Ο Γιάννος δεν ξέρω που ήταν. Πήγε με ξεχωριστό αυτοκίνητο. Έχω πολλά κενά μέσα στο μυαλό μου από όλη την φάση, ίσως και μετά από τα πρώτα κτυπήματα που έφαγα έχω διάφορα κενά διότι σε κάποια φάση λιποθύμησα, πονούσα την κεφαλή μου στο νοσοκομείο, ζαλιζόμουν για δύο μέρες γιατί είχα εγκεφαλική διάσειση και δυστυχώς για τούτο τον λόγο δεν θυμούμαι.
Στον σταθμό όταν έφτασα με πήραν εκείνοι που με έφεραν πάνω στον πρώτο όροφο όπου κάποιοι από εκείνους με έβαλαν να καθίσω σε ένα γραφείο και πρόσεξα ορισμένα από εκείνα τα άτομα με τα πολιτικά τα ίδια άτομα που με χτύπησαν εκεί στο γραφείο εκεί στον χώρο. Συγκεκριμένα θυμούμαι την κοπέλα με τα ανοιχτόχρωμα μάτια και τον άλλον τον τύπο ο οποίος εφορούσε τον σκούφο. Ο συγκεκριμένος στον σταθμό Λυκαβηττού ήρθε ξανά πάνω μου και με χτύπησε στο κεφάλι ξανά με γροθιά 1-2 φορές μέσα στον σταθμό.
Στην αντίδραση σου μετά που παρουσιάστηκαν τούτα τα δύο άτομα ως αστυνομικοί αντέδρασες, εχτύπησες και εσύ κλώτσησες ύβρισες;
Δεν θυμούμαι ακριβώς τι είπα ούτε ακριβώς τι έκαμα θυμούμαι όμως ότι όντως αντέδρασα εγώ στην προσπάθεια μου να αποκρούσω τις γροθιές και να τους διαφύγω ίσως και να εχτύπησα εγώ ο ίδιος αλλά και ίσως ακόμα και την ώρα που ήμουν κάτω να προσπαθούσα να χτυπήσω και ίσως να έβρισα επίσης.
Και μετά που σου έβαλαν χειροπέδες συνέχισες να αντιδράς;
Εν μπορώ να είμαι σίγουρος αλλά ναι πιθανόν να αντιδρούσα. Το πρόβλημα ήταν ότι εγώ στην αρχή όταν με τράβησαν έξω από το αυτοκίνητο εγώ όντως φοβήθηκα, δηλαδή δεν ήμουν καθόλου πεπεισμένος ότι τούτοι ήταν οι αστυνομικοί, και συνηθισμένος από το έγκλημα του Λονδίνου/ότι πρέπει να είσαι προσεκτικός και ήταν σκοτεινό δρομάκι όντως φοβήθηκα. Νόμιζα ότι οι τύποι αυτοί ήθελαν να με χτυπήσουν να με δέρουν και να με σκοτώσουν και να πιάσουν το αυτοκίνητο μου να φύγουν. Εγώ αυτοαμύνουμουν κατά κάποιο τρόπο. Ήταν καθαρά αυτοάμυνα διότι δεν ήξερα ότι ήταν αστυνομικοί. Εάν ήξερα ότι ήταν αστυνομικοί θα συνεργάζουμουν απόλυτα. Αλλά δεν ήξερα ότι ήταν αστυνομικοί και με τραβούσαν και με χτυπούσαν ναι πιθανόν και εγώ να χτύπησα και να έβρισα. Μετά που με επήραν στον σταθμό ένας από εκείνους με χτύπησε στο πρόσωπο 1-2 φορές με γροθιές. Με έπιασαν και με πήραν κάτω στο ισόγειο του σταθμού και με έβαλαν να κάτσω στο γραφείο όπως το ρεσεψιόν εκεί. Εγώ ζητούσα πρώτον και κύριο ιατρική περίθαλψη διότι ήμουν και σε κατάσταση σοκ και πονούσα και ζητούσα να μιλήσω με τους γονείς μου και τον δικηγόρο μου αλλά δεν μου επέτρεψαν να κάμω τηλεφώνημα και ούτε με πήραν στο νοσοκομείο. Πέρασε πολλή ώρα πριν να με αφήσουν να τηλεφωνήσω.
……………………………………………………………………………………….
Είχατε καταναλώσει αλκοόλ εκείνη την νύκτα;
Μάλιστα. Είχαμε καταναλώσει αλκοόλ δεν το αρνούμαι.
………………………………………………………………………………………..
Το μόνο που θα ήθελα να πω είναι ότι μετά από κάποιο συγκεκριμένο χτύπημα που δέχτηκα που ήταν αναλόγως στην αρχή κάπως τα πράγματα μέσα στο μυαλό μου θόλωσαν και θέλω να πω ότι τα όσα σας είπα είναι όσα θυμούμαι πως συνέβηκαν αλλά ήταν θολωμένα στο μυαλό μου και μπορεί να υπάρχουν κενά και μπορεί να υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν εξήγησα με ακρίβεια, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είμαι 100% σίγουρος για τα γεγονότα λέξη προς λέξη.»
Όπως αναφέρεται προς το τέλος της πιο πάνω κατάθεσης, στις 12.1.2006 έγιναν μερικές διορθώσεις σ’αυτή και επίσης προσετέθη η τελευταία παράγραφος. Σ’αυτή ο Μάρκος περιγράφει τη διαδρομή που ακολούθησαν το βράδυ της 20.12.2005 με το Γιάννο από τη στιγμή που έφυγαν από την τελευταία μπυραρία την οποία είχαν επισκεφθεί μέχρι την οδό Ελευσίνος. Ακολούθως, στις 17.1.2006 ο Μάρκος, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, έδωσε μια δεύτερη κατάθεση στον κ.Νικολαΐδη, έγγραφο 61Α. Όπως αναφέρει στην αρχή, μετά που ξεπέρασε σε κάποιο βαθμό το σοκ θυμήθηκε ορισμένα πράγματα τα οποία ήθελε να αναφέρει και συμπληρώνει ότι στο μεταξύ κάποιος μάρτυρας, όπως τον χαρακτήρισε, του είχε δείξει ένα στιγμιότυπο από βιντεοκασέτα. Μετά και τη δήλωση αυτή, ετέθησαν στο Μάρκο ορισμένες ερωτήσεις και αυτός απαντούσε. Συγκεκριμένα, ό,τι ακολούθησε στην εν λόγω κατάθεση έχει ως εξής:
«Τι είδες στην βιντεοκασέτα;
Είδα ένα μικρό στιγμιότυπο που δείχνει ορισμένα πράγματα τα οποία με θύμισαν για εκείνη τη νύχτα.
Αυτό το στιγμιότυπο τι περιέχει;
Περιέχει σκηνές από τους ανθρώπους εκείνους που θυμούμαι εκείνη τη νύχτα να με χτυπούν βάναυσα εμένα και τον Γιάννο.
Το πρόσωπο που σας το έδειξε αυτό που σας το έδειξε, στο σπίτι σας, στο σπίτι του;
Στο σπίτι μου. Θέλω να διευκρινίσω ότι δεν είναι το πρόσωπο αυτό που πήρε το στιγμιότυπο που μου την έδειξε αλλά ο πατέρας μου. Θυμούμαι όταν με ρωτήσετε αν μου έβαλαν τις χειροπέδες μπροστά ή πίσω και σας είπα ότι μου τις έβαλαν μπροστά θυμήθηκα τώρα ότι μου τις έβαλαν πίσω αλλά σε κάποια φάση όπως είχα τις χειροπέδες πίσω ένας από αυτούς συγκεκριμένα ο ένας που φορούσε τον σκούφο, τράβησε τα χέρια μου όπως ήταν δεμένα πίσω και μου τα έφερε μπροστά την ώρα που ήμουν κάτω στο δρόμο, πράγμα που είναι κάπως αδύνατο. Πρέπει να είναι από αυτό το τράβηγμα που έσπασε το χέρι μου. Ο ίδιος θυμούμαι πριν γίνει τούτο με χτυπούσε βίαια με το πόδι του πάνω στα πλευρά μου, κλωτσούσε με στα πλευρά μου, και επίσης θυμούμαι ότι ένα από τα άτομα που μας χτύπησε φορούσε ένα άσπρο κράνος μοτόρας και ήταν κάπως πιο χοντρός από τους άλλους και λίγο πιο μεγάλος σε ηλικία και είχε κοντά μαλλιά φορούσε τζιν, όλοι φορούσαν τζιν και ο συγκεκριμένος με τράβησε από τα μαλλιά από το δρόμο και τραβούσε με για λίγα μέτρα ώσπου να με βγάλει στο πεζοδρόμιο. Επίσης με χτύπησε και εμένα, τον είδα να χτυπά και τον Γιάννο. Συγκεκριμένα ο ίδιος κλώτσησε τον Γιάννο πάνω στην πλάτη επανειλημμένα, δυνατά όμως. Ο ίδιος πάλι με τον σκούφο, ένας λεπτός ψηλός άνδρας έπιασε με από τα μαλλιά και χτύπησε το κεφάλι μου πάνω στο πεζοδρόμιο επανειλημμένα. Και η κοπέλα με κλώτσησε πάνω στο στήθος, το είπα ήδη αυτό, με κλώτσησε δύο φορές. Σε κάποια φάση ήρθαν και κάποιοι άνθρωποι που πρέπει να ήταν αξιωματικοί της Μ.Μ.Α.Δ. γιατί εκτός του ότι ήταν πιο μεγάλοι σε ηλικία, είχαν τρία σήματα του λοχία στο μπράτσο, οι οποίοι δεν με χτύπησαν απλώς ήταν εκεί στη σκηνή. Ο ένας από τους δύο είχε μια φαλάκρα, λίγο φαλάκρα μπροστά, ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία από όλους τους άλλους, πρέπει να ήταν 45 χρόνων περίπου και ο άλλος είχε ένα μουστάκι. Θυμούμαι ότι ο ένας από εκείνους που με χτυπούσαν τους Μαδίτες φορούσε ένα σακάκι που είχε τρεις γραμμές στο μπράτσο όπως το Adidas. Και θυμούμαι σε κάποια φάση με ρώτησε: «Πόσο πράμα έχετε πάνω σας;» Αυτός που μου το είπε αυτό είναι ο ίδιος που μου είπε κιόλας ότι: «Εγώ θα σε κόψω κάπου, μπορεί να είμαι υπηρεσία τωρά, αλλά θα σε κόψω όχι αν σε κόψω, θα σε κόψω και είσαι τελειωμένος, θα σε σκοτώσω.» Ο ένας από εκείνους, δεν θυμούμαι ποιος, κάτι είπα και γύρισε μου ένα πάτσο και είπα του: «Γιατί μου γύρισες τον πάτσο τωρά που είμαι δεμένος;» Και μου είπε: «Επειδή λαλείς μαλακίες.» Εγώ είπα του: «Επειδή λαλώ μαλακίες πρέπει να μου γυρίσεις τον πάτσο τωρά που είμαι δεμένος;»
Τα πλείστα όσα μας ανέφερες τώρα απεικονίζονται και στην ταινία;
Μερικά από αυτά ναι αλλά όχι όλα, στο στιγμιότυπο που είδα τουλάχιστον. Ίσως μερικά από αυτά.
Εσύ κατά το επεισόδιο ήσουν στο πεζοδρόμιο;
Όχι καθ’όλη τη διάρκεια, σε κάποια φάση ναι, αλλά για πολλή ώρα πρέπει να ήμουν και στο δρόμο. Το ίδιο και για τον Γιάννο.
………………………………………………………………………………………
Βρέθηκε στο πεζοδρόμιο ο Γιάννος;
Ναι, βρέθηκε και εκείνος στο πεζοδρόμιο και τον χτυπούσαν δυνατά 2-3 άτομα δηλαδή και θυμούμαι συγκεκριμένα, ο κάπως πιο χοντρός που φορούσε το κράνος, τον χτυπούσε πάνω στην πλάτη με το πόδι του. Εκείνη την ώρα ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο ο Γιάννος. Δεν θυμούμαι που ακριβώς ήμουν εγώ εκείνη την ώρα. Σε κάποια φάση μιλούσαν διάφοροι άνθρωποι και χασκογελούσαν. Συγκεκριμένα θυμούμαι την κοπέλα να μιλά και να χασκογελά.»
Στις 8.5.2006 και μεταξύ των ωρών 14:05 και 17:15 ο Μάρκος έδωσε και μια τρίτη κατάθεση, έγγραφο 61Β, αυτή τη φορά στον εκ των ποινικών ανακριτών κ.Παναγιώτη Πελαγία, Μ.Κ.52. Αναφερθήκαμε στην εν λόγω κατάθεση και προηγουμένως μέσα σε άλλο πλαίσιο. Σ’αυτή ο Μάρκος αναφέρει κατ’αρχάς ότι πιο νωρίς την ημέρα εκείνη και μεταξύ των ωρών 10:03 και 13:20 είχε παρακολουθήσει στην αίθουσα συνεδριάσεων της Νομικής Υπηρεσίας στην παρουσία κάποιων άλλων από τους ποινικούς ανακριτές τους οποίους κατονομάζει, μια ταινία η οποία έφερε ημερομηνία 20.12.2005 και απεικόνιζε το επεισόδιο που είχε συμβεί κατά το βράδυ της ημέρας εκείνης. Όπως επίσης αναφέρει, η ταινία αυτή έδειχνε να αρχίζει το επεισόδιο η ώρα 04:25:36 και να τελειώνει η ώρα 05:09:12. Εξηγεί δε ότι την ταινία αυτή με την τόση διάρκεια που ανάφερε, πρώτη φορά την είδε και ότι η ταινία που αναφέρει στην κατάθεση του της 17.1.2006, έγγραφο 61Α, ότι είχε δει, απεικόνιζε κάποια στιγμιότυπα και δεν ήταν της ίδιας διάρκειας όπως η τελευταία ταινία. Τέλος, διευκρίνισε ότι την πρώτη ταινία την είχε δει, πρώτα με τον πατέρα του και μετά πάλι με τον πατέρα του στο σπίτι τους παρουσία αυτή τη φορά του Γιάννου και δύο λειτουργών της Επιτρόπου Διοικήσεως.
Κατά την προφορική του μαρτυρία στη διάρκεια της δίκης ο Μάρκος εξετάστηκε και αντεξετάστηκε επί διαφόρων πτυχών της υπόθεσης και πρόβαλε διάφορες θέσεις, ισχυρισμούς και εξηγήσεις. Μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι κατά το επεισόδιο έζησε μια πραγματικά τραυματική εμπειρία που τον τραυμάτισε σωματικά αλλά και ψυχικά σε βαθμό ώστε να νιώθει ανασφάλεια καθώς επίσης απογοήτευση από το σύστημα, όπως το έθεσε. Προφανώς αναφερόταν στο περιβάλλον και στα δεδομένα που ισχύουν στη χώρα αυτή. Και συμπλήρωσε λέγοντας ότι για τους λόγους αυτούς και για να μπορέσει να βρει την ηρεμία του, επιδίωξε ριζική αλλαγή του περιβάλλοντος διαβίωσης του. Σαν αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται σε χώρα της Νοτίου Αμερικής και συγκεκριμένα στην Αργεντινή.
Αναφορικά με τη θύμηση που είχε των γεγονότων που συνέβησαν κατά το επεισόδιο στο σύντομο χρόνο που μεσολάβησε από αυτό, ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν κενά και πως η κα.Αναστασιάδη, η οποία τον εξέτασε στις 20.1.2006, του είχε πει ότι με τον καιρό θα μπορούσε να επαναφέρει στη μνήμη του όλα όσα είχαν συμβεί. Πίστευε δε, όπως ανάφερε, πως πράγματι όσο περνούσε ο καιρός θυμόταν περισσότερα πράγματα και πρόσωπα από το επεισόδιο και τα έβαζε σε μια τάξη στο μυαλό του. Κάτι άλλο που ανάφερε στην κυρίως εξέταση του ο Μάρκος είναι ότι ο φωτισμός στο σημείο της οδού Ελευσίνος όπου σταμάτησαν τα αυτοκίνητα τους με το Γιάννο και μιλούσαν, ήταν πολύ χαμηλός. Δεν μπορούσε να διακρίνει εύκολα πρόσωπα και συμπλήρωσε: «Ούτε μπορώ να αναγνωρίσω τα πρώτα άτομα διότι ήταν σκοτεινά». Όμως αντιλήφθηκε ότι ήταν πέντε πρόσωπα και όπως εξήγησε, μετά ο φωτισμός βελτιώθηκε λόγω των φώτων και των φάρων των περιπολικών της αστυνομίας και τότε μπορούσε να δει τα πάντα καθαρά.
Κατά το ίδιο στάδιο της μαρτυρίας του ο Μάρκος ανάφερε ότι παρακολούθησε την ταινία στην οποία φαίνεται το επεισόδιο κάποιες φορές, χωρίς να αναφέρει όμως πόσες. Ενώ ανάφερε, επίσης, ότι η ταινία την οποία είχε δει στη Νομική Υπηρεσία με κάποιους από τους ποινικούς ανακριτές ήταν η ίδια με αυτή που είχε δει στο σπίτι του προηγουμένως πριν τις 17.1.2006, παρουσία του πατέρα του, του Γιάννου και δυο λειτουργών της Επιτρόπου Διοικήσεως. Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι στην κατάθεση του, έγγραφο 61Β, ο Μάρκος αναφέρει ότι στην τελευταία περίπτωση ανωτέρω, είναι στιγμιότυπο του επεισοδίου που είχε δει και δεν ήταν μεγάλης διάρκειας, όπως η ταινία την οποία παρακολούθησε στις 8.5.2006 με τους ανακριτές. Πρόσθετα να αναφέρουμε ότι ενώ ο Μάρκος κατέθετε στην κυρίως εξέταση, με πρωτοβουλία της κατηγορούσας αρχής προβλήθηκε κλώνος της ταινίας, τεκμήριο 43. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης της, ζητήθηκε από το Μάρκο και έκανε αναγνώριση προσώπων τα οποία εμφανίζονταν σ’αυτή ταυτίζοντας τα με διάφορους από τους κατηγορούμενους ενώ αυτοί ευρίσκοντο στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ενώ προηγουμένως κατά το ίδιο στάδιο προέβη σε αναγνωρίσεις κάποιων κατηγορουμένων σε συνδυασμό με ό,τι είχε αναφέρει σχετικά στην κατάθεση του, έγγραφο 61Β, την οποία είχε δώσει στις 8.5.2006 στον ποινικό ανακριτή κ.Πελαγία αφού είχε δει προηγουμένως την ταινία, τεκμήριο 43.
Μια άλλη σοβαρή πτυχή της κυρίως εξέτασης του Μάρκου αναφέρεται στην περιγραφή της έναρξης του επεισοδίου που ήταν το στάδιο κατά το οποίο του έβαλαν τις χειροπέδες και το οποίο, όπως αναφέρει, προηγήθηκε του μέρους του επεισοδίου το οποίο φέρεται να καταγράφηκε στην προαναφερθείσα ταινία. Συγκεκριμένα, ο Μάρκος αναφέρει ότι στο στάδιο αυτό δύο ή τρία πρόσωπα προσέγγισαν το αυτοκίνητο του, τον έβγαλαν από αυτό με τη βία και τον χτύπησαν βάναυσα στο πρόσωπο και στα πλευρά ενώ κάποιος προσπάθησε να του βάλει το σκούφο που φορούσε στο στόμα. Αυτός προσπαθούσε να αποκρούσει τα χτυπήματα και να απελευθερωθεί, όμως, σε κλάσματα δευτερολέπτου, όπως του φάνηκε, βρέθηκε δεμένος με χειροπέδες. Όπως είπε, εντυπωσιάστηκε αφού πριν το καταλάβει βρέθηκε χάμω και δεμένος. Στη συνέχεια τον πήραν προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου και συνέχισαν να τον χτυπούν. Και συμπληρώνει ότι το ξύλο το έφαγε μέσα σ’αυτά τα δύο ή τρία λεπτά πριν αρχίσει το βίντεο. Εννοεί προφανώς τις σκηνές που φαίνονται στην ταινία. Για να συμπληρώσει περαιτέρω ότι μετά που τον ακινητοποίησαν πλήρως οι άνθρωποι εκείνοι φαίνονταν να είχαν ηρεμήσει. Όσον αφορά το Γιάννο, αναφέρει ότι στο στάδιο εκείνο τον είδε να πλησιάζει χωρίς χειροπέδες και να ρωτά: «Γιατί τον δέρνετε τι σας έκαμε;» Και τότε κάποιοι του επιτέθηκαν, τον έριξαν χάμω, του πέρασαν χειροπέδες και τον χτυπούσαν. Όμως, λόγω του τεράστιου συνωστισμού, κατά την έκφραση του, και του χάους που επικρατούσε δεν μπορούσε να δει το Γιάννο. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο Μάρκος ερωτηθείς σχετικά συμφώνησε ότι τα πρόσωπα που είχαν πάει αρχικά στη σκηνή του επεισοδίου συνέχισαν να βρίσκονται εκεί μέχρι το τέλος του ενώ αργότερα τα είδε και στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού.
Στη συνέχεια ο Μάρκος αντεξετάστηκε επί μακρώ από τους συνηγόρους υπεράσπισης, βασικά επί των ιδίων πτυχών της υπόθεσης που είχε καταθέσει γραπτώς, μέσω των καταθέσεων του, και στη συνέχεια προφορικώς κατά την κυρίως εξέταση του. Συγκεκριμένα, ερωτηθείς αν αναγνωρίζει οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που τον προσέγγισαν στο εντελώς αρχικό στάδιο του επεισοδίου απάντησε αρνητικά. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να τους αναγνωρίσει ήταν επειδή ό,τι συνέβηκε στο στάδιο εκείνο ήταν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μερικών δευτερολέπτων ενώ ήταν και πολύ σκοτεινά στο σημείο εκείνο και δεν μπορούσε να διακρίνει τα πρόσωπα τους. Στο ίδιο πλαίσιο ανάφερε ότι τα πρόσωπα που τον προσέγγισαν αρχικά ήσαν δύο, όμως δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρχε και τρίτο. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο Μάρκος ανάφερε ότι δεν θυμόταν ποιοι ήσαν αυτοί που τον χτυπούσαν και τον κλωτσούσαν κατά τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά του επεισοδίου. Για να συμπληρώσει αργότερα ερωτηθείς ξανά για την ίδια χρονική περίοδο ότι τότε τον χτυπούσαν και τον κλωτσούσαν πάρα πολλοί ενώ σε κάποιες φάσεις ήταν μπρούμυτα και γονατούσε κάποιος πάνω του. Παρέπεμψε δε σχετικά στα όσα φαίνονταν στην ταινία.
Ενώ προχωρούσε η αντεξέταση του Μάρκου σε κάποιο σημείο συμφώνησε ότι οι αστυνομικοί του έβαλαν χειροπέδες διότι αρνείτο να υποβληθεί σε έλεγχο υπό τις περιστάσεις που εξήγησε προηγουμένως στην κατάθεση του, έγγραφο 61. Όμως συμπλήρωσε ότι αφού ήταν πλέον με τις χειροπέδες τον χτυπούσαν, τον κλωτσούσαν, τον τραβούσαν από τα μαλλιά και του χτυπούσαν το κεφάλι του στην άσφαλτο αλλά αυτός δεν μπορούσε να αντιδράσει. Προηγουμένως, προσπάθησε να αντισταθεί και να αποκρούσει τις γροθιές όταν τον έβγαλαν με τη βία από το αυτοκίνητο του, όμως, σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε χάμω με τα χέρια δεμένα πίσω. Στη συνέχεια ακολουθεί μια σειρά ερωτήσεων και απαντήσεων κατά την αντεξέταση του Μάρκου από το συνήγορο των κατηγορουμένων 2, 3, 4 και 9, κ.Γεώργιο Γεωργίου, όπου γίνεται προσπάθεια να ριχθεί φως στα όσα συνέβησαν στο αμέσως επόμενο στάδιο, μετά που του ετέθησαν χειροπέδες. Για καλύτερη κατανόηση του περιεχομένου της μαρτυρίας αυτής την παραθέτουμε αυτούσια όπως καταγράφεται στο πρακτικό. Από τη σελίδα 2091 διαβάζουμε σχετικά τα εξής:
«…
Ε. Μετά που σου πέρασαν χειροπέδες τι έγινε; Συνέχιζες να αντιδράς και με ποιον τρόπο;
Α. Δεν συνέχιζα να αντιδρώ. Σε αρκετές στιγμές ήμουν χαμέ στο δρόμο και με ποδοπατούσαν. Σε κάποια φάση γονάτισαν και με τα δύο τους πόδια πάνω μου, ένιωθα ότι θα σπάσει η σπονδυλική μου στήλη. Ένιωθα ασφυξία και η αντίδραση μου ήταν να προσπαθήσω να βρεθώ, να έρθω ανάσκελα ούτως ώστε να μπορέσω να αναπνεύσω και να μην νιώθω τον κίνδυνο να σπάσει ο σπόνδυλος μου. …»
Από τη σελίδα 2095 έως τη σελίδα 2097:
«…
Ε. Συνειδητοποίησες ότι η άρνηση σου να κατέβεις και να υποστείς έλεγχο ενδεχόμενα να ήταν ο λόγος της ενέργειας τους να σε βγάλουν βίαια έξω από το αυτοκίνητο;
Α. Κατά την γνώμη μου η άρνηση μου να κατέβω από το αυτοκίνητο ήταν εντελώς δικαιολογημένη, ήταν καθήκον των αστυνομικών να με κάνουν να πειστώ ότι ήταν αστυνομικοί. Αν ήξερα και αν μου έδειχναν ταυτότητα για να με ικανοποιήσουν θα συνεργαζόμουν πλήρως, πράγμα το οποίο είπα και στους ίδιους εκείνη την ημέρα. Ότι «αν δεν δω ταυτότητα να εξακριβώσω ότι είσαστε αστυνομικοί, δεν μπορώ να συνεργαστώ μαζί σας».
Ε. Σ’αυτό το στάδιο που σου έβαλαν χειροπέδες και σε χτύπησαν κλπ. ποια ήταν τα τραύματα που είχες υποστεί, στο αρχικό στάδιο;
Α. Αν θέλετε να με ερωτήσετε στην ιατροδικαστική έκθεση τα τραύματα που είχα υποστεί σε ποιο σημείο τα είχα υποστεί, δεν γνωρίζω. Θυμούμαι ότι μου χτυπούσαν το κεφάλι στο πεζοδρόμιο, με κλωτσούσαν και με γρονθοκοπούσαν, πατούσαν πάνω μου, με τραβούσαν από τα μαλλιά. Στο συγκεκριμένο στάδιο ποια από τα τραύματα από αυτά που έδειξε η ιατροδικαστική έκθεση δεν μπορώ να είμαι σίγουρος σε ποιο ακριβώς σημείο τα έχω πάθει.
Ε. Αυτός ο πόνος που ένιωθες δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις το αν τα οποιαδήποτε σοβαρά τραύματα ήταν το αποτέλεσμα των κλωτσιών και των γροθιών εκείνης της ημέρας;
Α. Δεν λέω ότι εγώ το έπαθα. Τα λένε οι μαρτυρίες των γιατρών.
Ε. Εσύ δηλαδή δεν ένιωθες τίποτε; Είναι από τους γιατρούς που ήξερες;
Α. Ήξερα.
Ε. Σε ποια μέρη του σώματος σου τραυματίστηκες σε εκείνη την φάση;
Α. Δεν μπορώ να ξέρω σε εκείνη την φάση ακριβώς τι ζημιά μου δημιουργήθηκε. Πόνους στο κεφάλι όταν μου έδινα μπουνιές, όταν με χτυπούσαν βίαια στο δρόμο, πονούσα τα χέρια μου όταν με έπιαναν από πίσω.
Ε. Άλλο τι πονούσες; Στα πόδια, χτυπήματα στη πλάτη;
Α. Δεν μπορώ να είμαι εντελώς συγκεκριμένος σε εκείνη τη στιγμή ακριβώς τι πονούσα. Κάθε χτύπημα το οποίο δεχόμουν μου προκαλούσε πόνο. Δέχθηκα και χτυπήματα στα πλευρά που μου προκάλεσε πόνο. Δέχθηκα και χτυπήματα στο κεφάλι και μου προκάλεσε πόνο. Δέχθηκα και χτυπήματα στα πόδια που μου προκάλεσε πόνο. Με τράβησαν από τα μαλλιά το οποίο με έκαμε να πονώ τα μαλλιά μου. Δεν γνωρίζω σε ποιο σημείο έπαθα τα συγκεκριμένα τραύματα στα οποία οι ιατροδικαστικές εκθέσεις αναφέρονται. …»
Στο σημείο αυτό και συγκεκριμένα στη σελίδα 2099 των πρακτικών ο Μάρκος συμφωνεί ότι μεταφέρθηκε πάνω στο πεζοδρόμιο και εξηγεί πως συγκεκριμένος κατηγορούμενος τον οποίο αναφέρει με τον αριθμό που έχει στο εδώλιο (ο κατηγορούμενος 7) τον τράβηξε από τα μαλλιά και τον μετέφερε μέχρι εκεί. Ενώ πιο κάτω στην ίδια σελίδα αναφέρει ότι θυμόταν τον κατηγορούμενο 6 που τον κλωτσούσε δυνατά στο πρόσωπο. Και συμπληρώνει: «Αν μου επιτρέπετε όσα λέω βρίσκονται σαν μαρτυρικό υλικό στην ταινία. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο ακριβή από όσα μπορώ να σας πω εγώ διότι μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις και μπορείτε να το δείτε αυτό μόνοι σας.» Στην ίδια πτυχή δίδεται συνέχεια και στις σελίδες 2138 έως 2140 των πρακτικών με τα εξής:
«…
Ε. Σου λέω, επίσης, ότι σε έβγαλαν έξω με πρόθεση να σε συλλάβουν λόγω της επίθεσης που είχες διαπράξει και να ελέγξουν και το αυτοκίνητο, εσύ συνέχισες να αντιδράς και να αντιστέκεσαι στη σύλληψη.
Α. Μάλιστα προσπαθούσα να απελευθερωθώ. Η αντίσταση μου ήταν μια προσπάθεια να απελευθερωθώ από αυτά τα άτομα τα οποία φοβόμουν ότι θα μου έκαναν κακό διότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα ότι ήταν αστυνομικοί και μάλλον, αμφέβαλλα ότι ήταν αστυνομικοί από την συμπεριφορά τους.
Ε. Και σου λέω ότι συνεπεία αυτής της αντίδρασης σου και της αντίστασης στην σύλληψη στο συγκεκριμένο χρόνο εξαναγκάστηκαν αυτοί που ήταν εκεί να χρησιμοποιήσουν όση βία χρειαζόταν για να σε ακινητοποιήσουν και να σου περάσουν χειροπέδες.
Α. Η βία την οποία χρησιμοποίησαν ήταν ανάλογη; Ίσως να ήταν ανάλογη μέχρι να μου περάσουν τις χειροπέδες αλλά από τη στιγμή που μου πέρασαν χειροπέδες και μετά συνέχιζαν να με δέρνουν, να με κλωτσούν και να μου χτυπούν το κεφάλι μου στο πεζοδρόμιο, να με τραβούν από τα μαλλιά και κάποιοι να χοροπηδούν πάνω μου με αποτέλεσμα να πάθω σοβαρές σωματικές βλάβες … (δεν ολοκληρώνει).
Ε. Εγώ κύριε αναφέρομαι στο αρχικό στάδιο της ώρας της σύλληψης εσύ επεκτείνεσαι μέχρι 40 λεπτά μετά. Εγώ λέω εκείνη την ώρα της σύλληψης χρησιμοποίησαν τέτοια βία που ήταν ανάλογη της δικής σου αντίστασης και η βία έπρεπε να ήταν πολλή διότι και η αντίσταση σου ήταν πολύ μεγάλη.
Α. Συμφώνησα με αυτό ότι μέχρι να με συλλάβουν χρησιμοποίησαν την βία που χρειάστηκε για να με συλλάβουν.
Ε. Και σου λέω ότι αυτή η ανάλογη βία που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν για να σε συλλάβουν, όπως σου είπα, ήταν πολλή γιατί ήταν μεγάλη η αντίσταση σου είχε ως αποτέλεσμα πολλούς από τους τραυματισμούς τους οποίους είχες ήδη υποστεί.
Α. Όχι διαφωνώ απολύτως. Από την ώρα που με κατέβασαν που το αυτοκίνητο μέχρι την ώρα που με συνέλαβαν πέρασαν κλάσματα δευτερολέπτου. Είχα εντυπωσιαστεί που την δεξιοτεχνία τους πόσο γρήγορα το έκαναν και δεν είναι σε αυτές τις φάσεις που έχω υποστεί τις ζημιές και νομίζω και το βίντεο μιλά ξεκάθαρα ότι οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τεράστια βία, απάνθρωπη βία, αγριότητα τη στιγμή που εγώ ήμουν δεμένος με χειροπέδες ακόμα και όταν ήμουν ήρεμος και ακίνητος.
Ε. Σου λέω επίσης ότι και όταν ακόμα σου είχαν περάσει χειροπέδες εσύ συνέχισες να αντιδράς και με χειρονομίες των χεριών και των ποδιών και φραστικά.
Α. Διαφωνώ. Δεν μπορούσα να κάνω χειρονομίες τη στιγμή που τα χέρια μου ήταν δεμένα με χειροπέδες στην πλάτη. Δεύτερο, δεν μπορούσα να αντιδράσω διότι πλέον στην σκηνή υπήρχαν 4-5 άτομα ήταν … Θα ήταν παράλογο εκ μέρους μου να προσπαθήσω να αντιδράσω. Η μόνη μου αντίδραση ήταν να προσπαθήσω να απελευθερωθώ όταν ήταν γονατισμένοι πάνω μου και ένιωθα ότι θα σπάσει η σπονδυλική μου στήλη και ένιωθα ότι θα πάθω ασφυξία. Ήταν κατά τη γνώμη μου εκείνη την ώρα αυτοάμυνα στο να απελευθερωθώ διότι όσο παραπάνω περνούσε ο χρόνος τόσο περισσότερο αμφέβαλλα ότι ήταν αστυνομικοί.»
Όπως και στο στάδιο της κυρίως εξέτασης έτσι και στο στάδιο της αντεξέτασης του ο Μάρκος ισχυρίστηκε ότι αναγνώρισε όλους τους κατηγορούμενους που έβλεπε στο εδώλιο ως μερικά από τα πρόσωπα που είχε δει το βράδυ της 20.12.2005 στη σκηνή του επεισοδίου. Δεν αναγνώρισε μόνο το δέκατο κατηγορούμενο ενώ κάποιες φορές ανάφερε ότι στη σκηνή πρόσεξε ότι είχαν μαζευτεί περί τα δεκαπέντε πρόσωπα μετά που κατέφθασαν επιτόπου περιπολικά και μοτοσικλέτες της αστυνομίας. Στο πλαίσιο αυτό ο Μάρκος ερωτηθείς δήλωσε ότι πριν από τη δίκη είχε δει κάποιες φορές την ταινία, αρχικά σε μονταρισμένη μορφή από DVD μαζί με τον πατέρα του και μετά και με το Γιάννο και τους λειτουργούς της Επιτρόπου Διοικήσεως, αλλά και ολόκληρη, όπως την παρακολούθησε στις 8.5.2006 όταν θα έδινε την κατάθεση του στον κ.Πελαγία. Παρεμπιπτόντως, κατά την παρακολούθηση της ταινίας στη διάρκεια της αντεξέτασης του, ο Μάρκος υπέδειξε ξανά κάποιους κατηγορούμενους στο εδώλιο λέγοντας ότι ήσαν αυτοί που προέβαιναν στις πράξεις βίας που φαίνονταν σε διάφορες σκηνές. Ενώ σε αρκετές περιπτώσεις παρέπεμψε και πάλι στην ταινία σε σχέση μόνο με περιστατικά βίας τα οποία εκδηλώνονταν είτε σε βάρος του είτε σε βάρος του Γιάννου.
Τέλος, μετά από μια σειρά ερωτήσεων που του ετέθησαν κατά το ίδιο στάδιο ερωτηθείς: «Τούτο το βίντεο βοήθησε πολύ;» Απάντησε: «Με βοήθησε να επιβεβαιώσω τη μνήμη μου». Αυτό στη σελίδα 2212 των πρακτικών, ενώ στη σελίδα 2215 συναντούμε την εξής ερώτηση και απάντηση: «Ε. Να υποθέσω δηλαδή ότι το γύρισμα των χεριών σου δεν το θυμάσαι; Το είδες στην ταινία;» «Α. Το είδα στην ταινία και όταν το είδα στην ταινία το θυμήθηκα». Όταν προς το τέλος, στη σελίδα 2219, ρωτήθηκε γιατί μιλούσε για πρόβλημα μνήμης αφού είχε δει προηγουμένως την ταινία (βίντεο) απάντησε ως εξής: «Το γεγονός ότι έβλεπα το βίντεο δεν σημαίνει ότι η μνήμη θα άλλαζε. Βλέποντας το βίντεο θυμήθηκα ορισμένα πράγματα αλλά τα γεγονότα όπως έγιναν από την αρχή ως το τέλος δεν τα θυμόμουν και παρόλο που είδα το βίντεο με βοήθησε να θυμηθώ ορισμένα από τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Παρόλ’αυτά είχα τεράστια απώλεια μνήμης».
Όπως αναμένετο μακρά ήταν και η μαρτυρία του Γιάννου, η οποία παρεμπιπτόντως είχε προηγηθεί αυτής του Μάρκου ο οποίος κατέθεσε ως τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας. Η κατάθεση του Γιάννου άρχισε με τον ίδιο τρόπο – που άλλωστε εφαρμόζεται για όλους τους μάρτυρες πλέον – όπως και του προηγούμενου μάρτυρα, του Μάρκου, δηλαδή καταθέτοντας και υιοθετώντας ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις τις οποίες είχε δώσει στους ποινικούς ανακριτές. Να σημειωθεί ότι η πρώτη προσπάθεια για λήψη κατάθεσης από το Γιάννο έγινε από το λοχία Στυλιανού, Μ.Κ.16 στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας. Είναι το έγγραφο 46, ημερομηνίας 23.12.2005, σύμφωνα με το οποίο ο Γιάννος αρνήθηκε να δώσει κατάθεση εν όψει του διορισμού από το Γενικό Εισαγγελέα ποινικού ανακριτή. Τότε ακόμα το καθήκον αυτό εκτελούσε ο κ.Σάββας Νικολαΐδης ο οποίος στις 31.1.2006 έλαβε και την πρώτη ουσιαστική κατάθεση από το Γιάννο, έγγραφο 46Α. Ήταν αφηγηματική κυρίως, όμως στην πορεία ο κ.Νικολαΐδης του έθεσε και κάποιες ερωτήσεις. Αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής:
«Είχαμε βγει έξω. Ο Μάρκος έλειπε ένα χρόνο οπότε είχαμε βγει και είχαμε πάει στην New Division. Είναι εκεί που είναι το παλιό το Γ.Σ.Π.. Ήμασταν εγώ, ο Μάρκος και μια φίλη μας η Γεωργία. Ξεκινήσαμε, πρέπει να ήταν κατά τες 02:30 να πάμε σπίτι μου. Ξεκίνησα πρώτος εγώ, πίσω μου ερχόταν ο Μάρκος και εγώ νόμιζα ότι ερχόταν πίσω μας και η Γεωργία. Μπήκαμε στην λεωφόρο Σεβέρη συνεχίσαμε προς το προεδρικό μετά τα φώτα τα επόμενα από του Honda μπήκαμε στο δεύτερο αριστερά προς Κυριάκου Μάτση. Διασταυρώσαμε την Κυριάκου Μάτση βγήκαμε στα φώτα της Νίκης, τα διασταυρώσαμε μπήκαμε στην Αρσινόης φτάσαμε στα φώτα Αρσινόης με Ιφιγένειας θυμούμαι ήταν κόκκινο σταμάτησα, άναψε πράσινο και προχωρήσαμε κάπου 100-150 μέτρα έχει ένα στρίψιμο δεξιά, ακριβώς μετά από μια υπερυψωμένη διάβαση πεζών. Μπήκαμε δεξιά προχώρησα λίγο πέρασα μια πάροδο στα αριστερά την πέρασα και σταμάτησα. Ήρτε ο Μάρκος σταμάτησε δίπλα μου ακριβώς δίπλα μου και ανοίξαμε τα παράθυρα μας, βασικά εγώ δεν ήξερα αν ακολούθησε η φίλη μας η Γεωργία οπότε του είπα: «Η Γεωργία ήρτε μαζί μας», και μου είπε: «Δεν ξέρω» και μου είπε: «Ρε φίλε εν θυμούμαι.» «Καλά νομίζεις να την περιμένουμε λίγο;» «Ό,τι θέλεις εσύ» μου είπε. Συζητούσαμε έτσι για 2 λεπτά περίπου. Ήρτε ένα αυτοκίνητο ένα άσπρο αυτοκίνητο σταμάτησε λίγο πιο μπροστά από το αυτοκίνητο του Μάρκου. Είδα κάποιους να κατεβαίνουν και ήταν ντυμένοι σαν να έφευγαν από το γήπεδο, σκουφούθκια, φουσκωτά σακάκια ψηλοί γεροδεμένοι και πήγαν στο παράθυρο της πόρτας του οδηγού του Μάρκου. Εγώ δεν άκουγα τι έλεγαν. Από ότι άκουγα και έβλεπα μιλούσαν αρκετά απότομα. Σε κάποια φάση έβγαλαν κάτι σαν κάρτα σαν πιστωτική κάρτα και για πολύ λίγο την έβαλαν μέσα στις τσέπες του ίσως. Εγώ ήμουν μέσα στο αυτοκίνητο μου και έβλεπα μέσα από το τζάμι μου. Ήταν έξω από το αυτοκίνητο εκείνοι. Σε κάποια φάση τους είδα να ανοίγουν την πόρτα να τραβούν τον Μάρκο έξω και τον έριξαν χαμέ και άρχισαν να τον δέρνουν. Εγώ φοβήθηκα μόλις είδα τούτο το πράμα. Προσπάθησα να ανοίξω την πόρτα μου αλλά δεν άνοιγε επειδή ο Μάρκος είχε παρκάρει ακριβώς δίπλα μου. Οπότε μεταφέρθηκα στο κάθισμα του συνοδηγού άνοιξα και πήγα κατευθείαν εκεί που τον χτυπούσαν και τους είπα: «Τι σας έκαμε ο άνθρωπος γιατί τον δέρνετε;» Και κάποιος ήρτε έδωκε μου μπουνιά εν θυμούμαι πως ακριβώς έγινε είχα πάθει ... εν ήξερα ποιοι ήταν εκείνοι τι ήθελαν από εμάς. Θυμούμαι σηκώθηκα, προσπάθησα να φύγω και κάποιος ήρτε εχτύπησε μου είχα πέσει χαμέ στο πεζοδρόμιο πέρασαν μου χειροπέδες συνέχισαν να με χτυπούν. Στην φάση που μου επεράσαν τις χειροπέδες υποψιάστηκα ότι μπορεί να είναι αστυνομία αλλά εν ήξερα σίγουρα, δηλαδή δεν είχε κανένας τους κάποιο διακριτικό ούτε μου είπαν τίποτε. Θυμούμαι ήμουν χαμέ δεν ξέρω για πόση ώρα. Με χτύπησαν αρκετές φορές σε κάποια φάση κάποιος ήταν που πάνω μου και κρατούσε τα χέρια μου κάτω και του είπα: «Θα μου σπάσεις τα χέρια μου» και κάτι μου είπε: «Εν να σου τα σπάσω ή έσπασα σου τα» και μου φώναζε ναι εν να σου τα σπάσω. Εγώ προσπάθησαν να αντιδράσω για να φύγουν από πάνω μου θυμούμαι ότι έκαμνα τα πόδια μου και συνέχισαν να με δέρνουν και στο πρόσωπο και στο σώμα. Νομίζω στην φάση που μου έσπασαν τα χέρια μου θυμούμαι ήταν πάρα πολλύς ο πόνος και πρέπει να λιποθύμησα. Πρέπει να λιποθύμησαν 2-3 φορές κατά την διάρκεια όλης τούτης της κατάστασης.
Αυτοί οι άνθρωποι πόσοι ήταν;
Αρχικά πρέπει να ήταν 4-5. Δεν κατάλαβα πότε ήρθαν άλλα αυτοκίνητα, θυμούμαι στο τέλος πρέπει να ήταν πάνω που 10 άτομα. Αρχικά τον Μάρκο είδαν να τον δέρνουν 2-3 άτομα. Αλλά από ότι θυμούμαι δεν είναι εκείνοι που έδερναν τον Μάρκο που μου έδωκαν την μπουνιά οπότε πρέπει να ήταν ή 4 ή 5. Ήμουν και λίγο σε κατάσταση σοκ και εν θυμούμαι ακριβώς πόσα άτομα ήταν. Θυμούμαι ότι συνέχισαν να έρχονται και άλλοι. Δηλαδή είδα φάρους μετά άκουσα μοτόρες ήρθαν άλλοι με κράνη συνέχεια έρχονταν.
Εκείνη την νύκτα ήπιατε ποτό απ' ότι αντιλαμβάνομαι. Έτσι;
Είχαμε πιει ποτό, ναι.
Πολλύ;
Εν μπορώ να πω ότι ήταν τόσο πολύ που να μην έχω επίγνωση του τι κάμνω και που πάω. Εγώ ειδικά άμα πιω ποτό μέσα στο δρόμο είμαι πάρα πολλά προσεκτικός. Εν περνώ τα 60, επειδή ξέρω ότι ήπια ποτό. Εν ήμουν καθόλου μεθυσμένος, ήξερα τι έκαμνα.
Μετά την αρχική σας συνάντηση με τούτα τα άτομα πόση ώρα πέρασε ώσπου ήρθαν τα άλλα πρόσωπα και αν ήρταν άλλα πρόσωπα, ή ήρταν όλοι μαζί;
Εν μπορώ να θυμούμαι γιατί σε αρκετές φάσεις νομίζω λιποθύμησα και την παραπάνω ώρα με είχαν χαμέ και με κρατούσαν κάτω στο πεζοδρόμιο, δηλαδή, εν μπορούσα να βλέπω, έβλεπα μόνο πόδια. Σε κάποια φάση θυμούμαι ήρθαν και είπαν μου έλα μαζί μας, να θωρείς που να σου ελέγξουμε το αυτοκίνητο.
Πέρασε κάποια ώρα ώσπου να έρτουν τούτοι;
Πέρασε κάποια ώρα, ναι.
Ήρτε κάποιο άλλο αυτοκίνητο με τούτους;
Εν μπορούσα να δω καθαρά όπως με είχαν κάτω εν έβλεπα καθαρά αν ήρταν άλλα αυτοκίνητα, πόσα ήρταν, σίγουρα άκουσα μοτόρες και είδα και φάρους. Αλλά εν ξέρω αριθμό.
Τούτοι σας είπαν ότι θα ερευνήσουν τα αυτοκίνητα σας;
Εν μας είπαν ότι εν να ερευνήσουν τα αυτοκίνητα μας. Άρχισαν να μας δέρνουν χωρίς να μας πουν τίποτε, ήμασταν χαμέ για πολλή ώρα.
Πότε τα ερεύνησαν;
Ήρταν και είπαν μου εμένα: «Έλα μαζί μας για να σου ελέγξουμε το αυτοκίνητο σου.» Εγώ πήγα μαζί τους, θυμούμαι ότι εγώ ρωτούσα τους: «Τι σας εκάμαμε, γιατί γίνεται τούτο ούλλο;» Και δεν μου απαντούσαν. Σε κάποια φάση λαλώ τους (είχε κάποιο μες το αυτοκίνητο μου και ένα άλλο που με κρατούσε) και του είπα δεν βλέπω τι κάνει και λαλεί μου με φοβάσαι και του είπα δεν φοβούμαι τίποτε εγώ εν έχω τίποτε εγώ να φοβηθώ εκτός αν κάμετε κάτι εσείς και μου είπε εν μας έχεις εμπιστοσύνη; Μου μιλούσαν και λίγο ειρωνικά και λαλώ τους όχι γιατί να σας έχω εμπιστοσύνη, έχει όλη νύκτα δέρνετε μας χωρίς λόγο. Εγώ συνέχισα να τους ρωτώ γιατί μας κάμνετε τούτο το πράγμα τι σας εκάμαμε και κάμετε μας έτσι πόψε; Και ήρτε κάποιος λαλεί μου κάτσε ήσυχα και του είπα τι εν να μου κάμεις; Εν να με δέρεις όπως είμαι δεμένος; Και έδωκε μου μπουνιά στο πρόσωπο σηκώθηκα μετά είδα τον Μάρκο που ήταν χαμέ μες τον δρόμο σε άσχημη κατάσταση, προσπάθησα να πάω τζιαμέ, επήα τζιαμέ ήρτε κάποιος με τράβησε με έφυγε από κοντά του μετά ξαναπήγα εκεί στον Μάρκο. Θυμούμαι ότι του ελάλουν ρε φίλε τι τους εκάμαμε και νομίζω εν είμαι σίγουρος ήρτε κάποιος και κλώτσησε με όπως ήμουν εκεί και κάποιος είπε άστους να κάτσουν μαζί αλλά μετά ξανατραβήσαν με εμένα ή τον Μάρκο για να φύουμε ο ένας που κοντά στον άλλο.
Μπορείς να τους περιγράψεις;
Τον συγκεκριμένο που μου έσπασε το χέρι μου θυμούμαι τον. Ήταν ψηλός, με μαύρα κοντά μαλλιά και φορούσε κάτι σαν αθλητική φόρμα που είχε και γραμμές πάνω στα μανίκια. Θυμούμαι κάποιο άλλο που φορούσε σκουφούι κάποιο άλλο που είχε κάτι δεμένο στο πόδι του. Η όλη εντύπωση μόλις τους είδα ήταν σαν να εφύαν από το γήπεδο ήταν με φουσκωτά σακάκια, σκουφούθκια εν φαίνονταν με τίποτε ότι είχαν την ιδιότητα που είχαν και ούτε συμπεριφέρονταν σαν να είχαν έτσι ιδιότητα μας συμπεριφέρονταν σαν να και ήρθαν να κάνουν καυγά. Κάποιους από εκείνους θυμούμαι τους άμα τους δω νομίζω εν να τους καταλάβω, κάποιους άλλους όχι.
Περιγραφή δεν μπορείς να μας δώσεις;
Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, οβάλ πρόσωπο μαύρα μαλλιά, αλλά εν μπορώ έτσι χαρακτηριστικά, όπως χρώμα ματιών και μέγεθος μύτης ή σχήμα στόματος. Αν τους δω μπορεί να τους καταλάβω. Σε κάποια φάση θυμούμαι ότι καθόμουν μες τον δρόμο πρέπει να ξαναλιποθύμησα εν καταλάβαινα γιατί μας είχαν τόση ώρα μες τον δρόμο γιατί είχε περάσει πάρα πολλή ώρα. Μετά θυμούμαι προς το τέλος ότι σηκώθηκα και κάποιος μου είπε να κάτσω κάτω και είπα του: «Γιατί εν να με ξαναδέρεις όπως είμαι δεμένος;» Και έπιασε με από τα μαλλιά και έδωκε μου κλωτσιά και προσπάθησε να με βάλει να κάτσω αλλά θυμούμαι ότι δεν έκατσα. Προσπάθησε να με ρίξει χαμέ όχι να με βάλει να κάτσω. Μετά το επόμενο που θυμούμαι είναι ότι έβγαινα πάνω στο Αστυνομικό Τμήμα Λυκαβηττού. Δεν θυμούμαι πως επήα στο Τμήμα. Θυμούμαι ότι πρέπει να με σήκωσαν και να με εβάλαν μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Εφκήκαμε πάνω στον 1° όροφο και ήταν ο Μάρκος εκάθετουν, επήραν με εμένα στο μέσα δωμάτιο, έχει δύο δωμάτια που τα συνδέει μία πόρτα μεγάλη συρόμενη στο Τμήμα και εβάλαν με εμένα να κάτσω στο μέσα δωμάτιο, και τον Μάρκο στο έξω. Όπως εκαθούμασταν έτσι ήρταν 5 άτομα πάνω στο γραφείο κάτι είπαν με τον Μάρκο και κάποιος από εκείνους μάλιστα μέσα στο Τμήμα Λυκαβηττού επιτέθηκε του Μάρκου και θυμούμαι έδωκε του μπουνιά και έπιασαν τον και τον πήραν κάτω, και οι Αστυνομικοί έκατσαν σ'ένα γραφείο και τούτοι που ήταν με τα πολιτικά έκατσαν γυρώ από ένα γραφείο και συζητούσαν και είπε ένας: «Ε, τι να βάλουμε έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα; Και γέλασαν οι υπόλοιποι και είπαν ναι-ναι με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πολλά χαρούμενα. Είπα του αστυνομικού που ήταν μαζί μου: «Εν να κάτσουν να δουν τι ψέματα εν να πουν για να καλύψουν εκείνο που εκάμαν» και είπε μου: «Άτε ρε, άτε ρε» και έκλεισε την πόρτα. Ο αστυνομικός αυτός ήταν του Τμήματος Λυκαβηττού νομίζω το όνομα του είναι Κώστας Αργυρού αν θυμούμαι καλά. Τον συγκεκριμένο είδα τον και άλλη φορά και είναι εκείνος που ήταν μαζί μου όλη νύκτα και με πήρε και νοσοκομείο. ….»
Στις 19.4.2006 μεταξύ των ωρών 11:45 και 15:30, ο Γιάννος έδωσε και μια δεύτερη κατάθεση, έγγραφο 46Β, αυτή τη φορά στον ποινικό ανακριτή κ.Πελαγία. Κάναμε και προηγουμένως αναφορά σ’αυτή σε άλλο πλαίσιο. Η κατάθεση αυτή δόθηκε μετά που ο Γιάννος είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει ενωρίτερα την ημέρα εκείνη, ήτοι μεταξύ των ωρών 09:15 και 11:15, ταινία η οποία παρουσίαζε το επεισόδιο της 20.12.2005. Η προβολή της έγινε στο γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας παρουσία και άλλων ποινικών ανακριτών. Αρχίζοντας την αφήγηση του ο Γιάννος πληροφόρησε τον ποινικό ανακριτή ότι περί τα μέσα Ιανουαρίου 2006 και πριν δώσει την πρώτη κατάθεση του στις 31.1.2006, έγγραφο 46Α, είχε παρακολουθήσει στο σπίτι του Μάρκου παρουσία του ιδίου, του πατέρα του και δύο λειτουργών της Επιτρόπου Διοικήσεως ένα ψηφιακό δίσκο, DVD. Η εικόνα της ταινίας εκείνης, για την ύπαρξη της οποίας τον πληροφόρησε λίγες μέρες προηγουμένως ο Μάρκος, ήταν λίγο ζοφή, κατά την έκφραση του. Όμως έδειχνε τα ίδια γεγονότα με αυτά που είδε στην ταινία που παρακολούθησε στις 19.4.2006, λίγο πριν δώσει την παρούσα κατάθεση και ήσαν και οι δύο διάρκειας 40 λεπτών, περίπου.
Κατά την προφορική κύρια εξέταση του ο Γιάννος ανάφερε μεταξύ άλλων ότι μετά το επεισόδιο δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ανέπτυξε φοβία για τους αστυνομικούς και γενικά δεν μπορούσε να λειτουργήσει φυσιολογικά ούτε στην εργασία του ούτε σε άλλους τομείς της ζωής του. Αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει μερικές επισκέψεις σε ψυχίατρο ο οποίος του χορήγησε ψυχοφάρμακα τα οποία έπαιρνε για περίοδο οκτώ μηνών. Ακολούθως άρχισε να παίρνει ηρεμιστικά φάρμακα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο επεισόδιο και συγκεκριμένα στο σημείο που είδε το Μάρκο να βρίσκεται χάμω και να τον χτυπούν, όπως είπε, ενώ όταν πήγε να ζητήσει το λόγο κάποιος ήρθε και τον χτύπησε και αυτό. Όταν δε προσπάθησε να φύγει κάποιος τον έπιασε από πίσω και τον σταμάτησε ρίχνοντας τον στο πεζοδρόμιο όπου του πέρασε χειροπέδες. Στο στάδιο αυτό της κυρίως εξέτασης έγινε προβολή κλώνου της ταινίας, τεκμήριο 43, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, κατά την οποία ο Γιάννος προέβη σε ταύτιση διαφόρων κατηγορουμένων με πρόσωπα που εμφανίζονταν στις διάφορες σκηνές.
Κατά τη μακρά αντεξέταση του ο Γιάννος ανάφερε ότι δεν είδε τα πρόσωπα αυτών που προσέγγισαν αρχικά το Μάρκο γιατί εμπόδιζαν τα αυτοκίνητα που ήσαν ανάμεσα τους. Όταν μετά πλησίασε ο ίδιος το Μάρκο τον είδε κάτω στο δρόμο και κάποιους πάνω του να το δέρνουν. Αυτά, όπως είπε, συνέβηκαν μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα και ο ίδιος βλέποντας τα περιήλθε σε κατάσταση σοκ ώστε να μη μπορέσει να συγκρατήσει λεπτομέρειες του τι ακριβώς συνέβαινε και ποια ήταν η στάση του Μάρκου σ’αυτό που του συνέβαινε. Όσον αφορά το πρόσωπο που τον κρατούσε μετά ακινητοποιημένο στο πεζοδρόμιο ανάφερε ότι δεν το γνώριζε. Σε άλλο σημείο ερωτηθείς αν αυτά που είχε πει στην κατάθεση του, έγγραφο 46Α, προς τον κ.Νικολαΐδη ήσαν με ορθή χρονολογική σειρά απάντησε πως όταν είδε την ταινία διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι ακριβώς.
Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο Γιάννος ρωτήθηκε τι επακολούθησε μετά που φόρεσαν στον ίδιο και στο Μάρκο χειροπέδες και απάντησε μονολεκτικά, «ξύλο». Ερωτηθείς πόσα πρόσωπα βρίσκονταν στο στάδιο εκείνο στη σκηνή απάντησε ότι ενώ ήταν μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο και τον κλωτσούσαν δεν μπορούσε να τους μετρήσει. Για το στάδιο που τους πέρασαν τις χειροπέδες είχε αντιληφθεί ότι ήταν σίγουρα τέσσερις και σταδιακά πρόσεξε ότι ήρθαν και άλλοι. Όμως, λόγω του σοκ στο οποίο βρισκόταν δεν τους μέτρησε. Ακολούθως, σε υποβολή ότι μέχρι να του βάλουν χειροπέδες χρησιμοποιήθηκε τόση βία όση ήταν αναγκαία διερωτήθηκε γιατί στη συνέχεια και ενώ ήταν με τις χειροπέδες εξακολούθησαν να τον χτυπούν.
Η άλλη μαρτυρία η οποία υπάρχει σε σχέση με το επεισόδιο που συνέβηκε στις 20.12.2005 στην οδό Ελευσίνος προήλθε βασικά από τους κατηγορουμένους 1, 2, 3, 4 και 9. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το περιεχόμενο κάποιων καταθέσεων τις οποίες έγραψαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι αυτοί μετά που έφυγαν από την οδό Ελευσίνος και πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού μεταφέροντας και τους δύο συλληφθέντες μαζί τους, Μάρκο και Γιάννο. Τις καταθέσεις αυτές οι εν λόγω κατηγορούμενοι τις είχαν κάμει στο πλαίσιο της καταγγελίας την οποία υπέβαλαν προς τον υπεύθυνο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων αστυφύλακα Παρασκευά, Μ.Κ.8, για αδικήματα που ισχυρίζονταν ότι διέπραξαν ενωρίτερα το βράδυ εκείνο σε βάρος τους ο Μάρκος και ο Γιάννος, όταν προσπάθησαν να τους ελέγξουν. Αναφερθήκαμε στη φύση των αδικημάτων αυτών προηγουμένως. Η διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων έγινε από τον αστυφύλακα Παρασκευά με τον ποινικό φάκελο Λυκαβηττού Μ.637/2005.
Οι καταθέσεις αυτές λοιπόν που είναι τα τεκμήρια 12 ως 16, 20 και 21 στην παρούσα υπόθεση, κατατέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία εναντίον των κατηγορούμενων στους οποίους αφορούν. Επισημαίνεται σχετικά πως στο στάδιο που κατέγραψαν οι κατηγορούμενοι, ο καθένας την κατάθεση του, δεν ήσαν οι ίδιοι ύποπτοι για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος εναντίον του Μάρκου και του Γιάννου. Δεν είχαν προλάβει ακόμα οι τελευταίοι να υποβάλουν, στο σταθμό όπου είχαν μεταφερθεί, καταγγελία για κακοποίηση τους από αστυνομικούς. Έκαναν κάποια παράπονα προς την κατεύθυνση αυτή σε όποιο αστυνομικό τους προσέγγιζε εκεί στο σταθμό και ειδικότερα στον αστυφύλακα Παρασκευά, ο οποίος εν όψει και των κακώσεων που έφεραν στο πρόσωπο και στα χέρια τους, μερίμνησε για τη μεταφορά τους στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας προς εξέταση. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα θεληματικότητας ή γενικότερα δεχτότητας των εν λόγω καταθέσεων ως μαρτυρίας. Επαναλαμβάνουμε ότι, κατ’ουσία, επρόκειτο για καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας σε σχέση με τα διερευνώμενα τότε αδικήματα εναντίον του Μάρκου και του Γιάννου.
Δεδομένων των πιο πάνω παρατηρήσεων, οι καταθέσεις αυτές προσφέρθηκαν για να χρησιμοποιηθεί το περιεχόμενο τους ως μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων. Αυτό μπορεί να γίνει, και να ληφθεί υπόψη η κατάθεση ή οι καταθέσεις του κάθε κατηγορούμενου εναντίον του και μόνο, νοουμένου ότι περιέχονται σ’αυτές αναφορές οι οποίες τον ενοχοποιούν ή τον συνδέουν με τα υπό εξέταση αδικήματα κατά οποιοδήποτε τρόπο. Είναι, όμως, βασική αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι δεν είναι δυνατόν αναφορές στις οποίες προβαίνει συγκεκριμένος κατηγορούμενος σε κατάθεση να ληφθούν υπόψη εναντίον κάποιου συγκατηγορούμενου του.
Σύμφωνα με τις εν λόγω καταθέσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι περίπου το ίδιο, οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 9, τοποθετούν τους εαυτούς τους στη σκηνή της οδού Ελευσίνος από την αρχή του επεισοδίου μέχρι και το τέλος του και ακολούθως στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού όπου ο καθένας ετοίμασε τη δική του κατάθεση ή καταθέσεις στο πλαίσιο που αναφέραμε προηγουμένως. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Ανδρέας Ευσταθίου, ετοίμασε την κατάθεση, τεκμήριο 12, και ο τέταρτος κατηγορούμενος, Γεώργιος Παύλου τις καταθέσεις, τεκμήρια 15 και 21, οι οποίες ουσιαστικά αναφέρουν τα ίδια πράγματα. Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι επέβαιναν, όπως αναφέρουν, του ίδιου υπηρεσιακού οχήματος το οποίο δεν έφερε οποιαδήποτε διακριτικά της αστυνομίας, και από την οδό Αρμενίας όπου βρίσκονταν ακολούθησαν δύο αυτοκίνητα τα οποία πέρασαν από μπροστά τους με μεγάλη ταχύτητα και έστριψαν στην οδό Ελευσίνος. Παρεμπιπτόντως, είναι φανερό πως είναι λανθασμένη η αναφορά τους στο σημείο αυτό στην οδό Σαπφούς. Τα βρήκαν ακινητοποιημένα στην εν λόγω οδό το ένα δίπλα στο άλλο. Κατέβηκαν και οι δύο από το όχημα τους και πλησίασαν το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΕΤ559, με τον τέταρτο κατηγορούμενο να προηγείται. Ήταν αυτό στο οποίο επέβαινε ο Μάρκος. Ο τέταρτος κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι είναι αστυνομικοί και του έδειξε την αστυνομική ταυτότητα του. Ο Μάρκος αντέδρασε φωνάζοντας τους: «Τι θέλετε ρε μαλάκες;» και στη συνέχεια κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και επιτέθηκε στον τέταρτο κατηγορούμενο χτυπώντας τον στο πρόσωπο. Τότε ο τελευταίος του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη. Ακολούθως και οι δύο, αφού αντιλήφθηκαν επίσης ότι ο εν λόγω πολίτης, δηλαδή ο Μάρκος, μύριζε έντονα οινόπνευμα η αναπνοή του, προσπάθησαν να τον περιορίσουν και να τον ηρεμήσουν με σκοπό να του βάλουν χειροπέδες. Αυτός τότε αντέδρασε ακόμα πιο βίαια προσπαθώντας να αποφύγει τη σύλληψη χτυπώντας το σώμα και το κεφάλι του στο οδόστρωμα. Όμως χρησιμοποιώντας, όπως αναφέρουν, την ανάλογη βία, μπόρεσαν τελικώς να του βάλουν χειροπέδες. Παραταύτα, το εν λόγω πρόσωπο συνέχισε τη βίαιη συμπεριφορά του μέχρι που τον έβαλαν στο υπηρεσιακό τους αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού.
Οι προαναφερόμενοι δύο κατηγορούμενοι δεν ανάφεραν οτιδήποτε σε σχέση με τον οδηγό του άλλου ιδιωτικού αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΝ150, που όπως προέκυψε από τα γεγονότα ήταν ο Γιάννος. Σχετικές με αυτόν είναι οι καταθέσεις των άλλων τριών κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χάρης Χαρίτου, έκανε την κατάθεση τεκμήριο 13, ο τρίτος κατηγορούμενος, Ανδρέας Παναγή, τις καταθέσεις, τεκμήρια 14 και 20, με παρόμοιο περιεχόμενο, και η ένατη κατηγορούμενη, Χριστιάνα Αντωνίου, την κατάθεση, τεκμήριο 16. Οι τρεις αυτοί κατηγορούμενοι βρίσκονταν μαζί σε άλλο περιπολικό επίσης χωρίς διακριτικά της αστυνομίας και είδαν και στη συνέχεια ακολούθησαν και αυτοί τα δύο ιδιωτικά οχήματα που πέρασαν με ταχύτητα, όπως ισχυρίστηκαν, από την οδό Αρμενίας και έστριψαν στην οδό Ελευσίνος. Στην περίπτωση τους κατέβηκε πρώτα από το υπηρεσιακό όχημα ο τρίτος κατηγορούμενος και πλησίασε το όχημα που οδηγείτο από το Γιάννο, με σκοπό να διενεργήσει έλεγχο τόσο στο όχημα όσο και στον οδηγό του. Πλησιάζοντας, τον πληροφόρησε ότι είναι αστυνομικός και του έδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Ο πολίτης αντέδρασε φωνάζοντας και με βίαιο τρόπο άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε και τον χτύπησε. Στη συνέχεια κατεβαίνοντας από αυτό του έδωσε γροθιά στο πρόσωπο. Τότε ο τρίτος κατηγορούμενος τον πληροφόρησε, όπως ισχυρίζεται, για το αδίκημα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, πληροφορώντας τον επίσης ότι ήταν υπό σύλληψη. Ο πολίτης αντέδρασε χειρονομώντας και χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια του οπότε αυτός με τη βοήθεια και του δεύτερου κατηγορούμενου, Χάρη Χαρίτου, του έβαλαν χειροπέδες. Στη φάση αυτή ο πολίτης κατάφερε να χτυπήσει στο μέτωπο και τον δεύτερο κατηγορούμενου, κατά τον ισχυρισμό του τελευταίου, ενώ έβριζε χυδαία και τη γυναίκα αστυφύλακα Χριστιάνα Αντωνίου, κατηγορουμένη 9, που τους είχε στο μεταξύ προσεγγίσει. Του έβαλαν τελικώς χειροπέδες, όμως, κατά τον ισχυρισμό των εν λόγω κατηγορούμενων, αυτός συνέχισε να αντιδρά βίαια χτυπώντας το κεφάλι και το σώμα του στο δρόμο και φωνάζοντας. Σχημάτισαν την εντύπωση ότι ήταν μεθυσμένος και γι’αυτό συμπεριφερόταν βίαια και εκτός ελέγχου. Τα ίδια περίπου αναφέρει και η ένατη κατηγορούμενη στη δική της κατάθεση, τεκμήριο 16, συμπληρώνοντας ότι σε κάποια στιγμή ο Γιάννος χτύπησε και την ίδια στο δεξί χέρι, ενώ επίσης την έβρισε χυδαία. Όπως αναφέρουν και οι τρεις κατηγορούμενοι σε κάποιο στάδιο μεταφέρθηκε και ο Γιάννος στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού.
Στις εν λόγω καταθέσεις τους οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 9 βασικά παραθέτουν την εκδοχή τους όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργήθηκε η σύλληψη του Μάρκου και του Γιάννου ενώ προβαίνουν και σε γενικές αναφορές ότι οι τελευταίοι συνέχισαν να αντιδρούν βίαια με διάφορους τρόπους που είχαν σαν αποτέλεσμα τον αυτοτραυματισμό τους. Δεν αναφέρουν όμως πόση ώρα διάρκεσε η κατάσταση αυτή και τι μεσολάβησε μέχρι τη μεταφορά του Μάρκου και του Γιάννου στο προαναφερθέντα αστυνομικό σταθμό, δεδομένου ότι αυτό συνέβηκε αφού πέρασαν 45 και πλέον λεπτά από την έναρξη του επεισοδίου.
Στις ανώμοτες δηλώσεις τους οι ίδιοι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι για τη σύλληψη του Μάρκου και του Γιάννου είχε χρησιμοποιηθεί, από όσους είχαν άμεση και ενεργό εμπλοκή σ’αυτό, η αναγκαία υπό τις περιστάσεις βία και τίποτε περισσότερο. Ούτε τους χτύπησαν ούτε τους κλώτσησαν. Συγκεκριμένα, σε ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη σύλληψη του Γιάννου, χωρίς να εξειδικεύει τη φύση τους, αναφέρθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος. Ενώ σε ανάλογες ενέργειες για ακινητοποίηση και σύλληψη του Γιάννου αναφέρθηκε και ο τρίτος κατηγορούμενος. Ο τέταρτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι απλώς βοήθησε άλλους συναδέλφους του να βάλουν χειροπέδες στο Μάρκο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος και η ένατη κατηγορούμενη δήλωσαν ότι τόσο κατά το στάδιο αυτό όσο και μεταγενέστερα ουσιαστικά ήσαν απλοί θεατές και ότι δεν χτύπησαν οποιονδήποτε από τους παραπονούμενους. Αναφορικά με το στάδιο που ακολούθησε μετά τη σύλληψη τους, ο τρίτος κατηγορούμενος ανάφερε ότι ενήργησε σε κάποιες περιπτώσεις για ακινητοποίηση του Γιάννου που αντιδρούσε και ο τέταρτος κατηγορούμενος ότι ενήργησε σε κάποιες περιπτώσεις για την ακινητοποίηση και των δύο παραπονουμένων. Όσον αφορά πράξεις βίας που διενεργήθηκαν σε βάρος του Μάρκου και του Γιάννου και προκάλεσαν τον τραυματισμό τους, εμμέσως επιρρίπτεται ευθύνη σε άλλους αστυνομικούς χωρίς να προσδιορίζεται ποιοι είναι αυτοί και σε ποιο στάδιο πήγαν στη σκηνή. Επί του προκειμένου σχετικές είναι οι δηλώσεις των κατηγορουμένων 2 και 3 ότι κάποιοι συνάδελφοι τους ήσαν υπερβολικοί στις αντιδράσεις τους έναντι των συλληφθέντων, αποδίδοντας μάλιστα τη στάση αυτή σε προκλήσεις που προέβαιναν οι τελευταίοι. Ενώ οι κατηγορούμενοι 4 και 9 φαίνεται να υιοθετούν τις εν λόγω δηλώσεις. Περαιτέρω, όλοι οι εν λόγω κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι λόγω του αιφνίδιου τρόπου με τον οποίο οι άλλοι συνάδελφοι τους ενεργούσαν δεν ήταν δυνατό να προβλέψουν και να προλάβουν τις ενέργειες τους με τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, διαφωνούσαν.
Με δεδομένη την πιο πάνω μαρτυρία στο σύνολο της θα προχωρήσουμε να δούμε κάποιες πτυχές οι οποίες είναι πιστεύουμε σχετικές με την περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης. Πρώτα απ’όλα είναι το θέμα της κακοποίησης του Μάρκου και του Γιάννου. Η ιατρική μαρτυρία την οποία έχουμε αποδεχτεί αποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς ότι οι δύο παραπονούμενοι σε κάποιο πολύ πρόσφατο χρόνο πριν υποβληθούν κατά τις πρωινές ώρες της 20.12.2005 σε ιατρικές εξετάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας είχαν κακοποιηθεί. Οι διάφορες αναφορές των αστυνομικών οι οποίοι ασχολήθηκαν μαζί τους κυρίως το πρωί της ημέρας εκείνης όταν αυτοί μεταφέρθηκαν δέσμιοι και τελούντες υπό σύλληψη στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού αποτελούν ισχυρή μαρτυρία ότι αυτό είχε συμβεί κατά το χρόνο που είχε αμέσως προηγηθεί. Εν πάση περιπτώσει, επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού παρέχουν και οι αναφορές του Μάρκου και του Γιάννου σε περιστατικά βίας τα οποία είχαν σημειωθεί σε βάρος τους κατά το βράδυ εκείνο στην οδό Ελευσίνος όπου είχαν σταματήσει με τα αυτοκίνητα τους. Η μαρτυρία τους για το θέμα αυτό πιστεύουμε πως παρέμεινε αναντίλεκτη, με μόνη επιφύλαξη σε σχέση με το χρόνο κατά το οποίο συνέβησαν τα εν λόγω περιστατικά βίας. Επίσης, αναντίλεκτο είναι και το γεγονός ότι στην κακοποίηση των παραπονουμένων ενέχοντο μέλη της αστυνομίας.
Αποδεχόμενοι την πιο πάνω μαρτυρία διαπιστώνουμε ότι κατά το εν λόγω επεισόδιο ο Μάρκος και ο Γιάννος κακοποιήθηκαν βάναυσα με διάφορους τρόπους. Συγκεκριμένα, τα πρόσωπα που ενέχοντο στην κακοποίηση τους, τους χτύπησαν και τους κλώτσησαν επανειλημμένα. Σε διάφορες περιπτώσεις τους χτύπησαν το κεφάλι και το σώμα στη σκληρή επιφάνεια είτε του οδοστρώματος είτε του πεζοδρομίου, προφανώς όχι με ένταση, δεδομένης της ήπιας φύσης των τραυμάτων τους, εκτός του κατάγματος που υπέστη στο ζυγωματικό ο Μάρκος. Επίσης, τους άρπαξαν από τα μαλλιά και τους έσυραν για κάποια απόσταση ενώ για κάποια ώρα ήσαν ξαπλωμένοι στο δρόμο ή στο πεζοδρόμιο. Για το τελευταίο δεν αναφέρθηκε από τους παραπονούμενους υπό ποιες περιστάσεις και για ποιο λόγο συνέβαινε κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά συνέβαιναν ενώ οι παραπονούμενοι έφεραν χειροπέδες. Σαν αποτέλεσμα οι παραπονούμενοι υπέστησαν τα τραύματα που διαπιστώθηκαν ιατρικώς στην κεφαλή, στο σώμα και στα άκρα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όταν υφίσταντο την πιο πάνω κακοποίηση, λόγω του πόνου είχαν χάσει και οι δύο τις αισθήσεις τους.
Γενικά, κατά το εν λόγω επεισόδιο ο Μάρκος και ο Γιάννος βίωσαν μια τραυματική εμπειρία. Δόθηκε τέλος σ’αυτή όταν ακολούθως μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού και αργότερα το ίδιο πρωινό στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου υποβλήθηκαν σε ιατρικές εξετάσεις. Όμως, η εν λόγω εμπειρία τους συνέχισε να τους ταλαιπωρεί ψυχικά και μετά την ίαση των τραυμάτων τους, για μερικούς μήνες ακόμα. Περιγράφουν τα βιώματα τους κατά την περίοδο αυτή στη μαρτυρία τους η οποία παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη. Για το Μάρκο έδωσε μαρτυρία σχετικά και η ψυχίατρος Άννα Μαρία Αναστασιάδη. Παραθέσαμε τη μαρτυρία της προηγουμένως. Τα προβλήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν από τους παραπονούμενους με τη λήψη, κατόπιν ιατρικής συμβουλής, ψυχοφαρμάκων και κάποιων ηρεμιστικών σκευασμάτων. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία για τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία υιοθετούμε ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μας τα οποία θεωρούμε ότι αντικατοπτρίζουν την αλήθεια στην υπόθεση αυτή.
Στο τέλος της ημέρας πρόκειται για μια σοβαρή περίπτωση βάναυσης κακοποίησης από μέλη της αστυνομίας δύο ανυποψίαστων πολιτών. Το έναυσμα για την έναρξη του επεισοδίου φαίνεται ότι έδωσε η φαινομενική άρνηση του ενός, συγκεκριμένα του Μάρκου, να υποβληθεί σε αστυνομικό έλεγχο και εν συνεχεία η επέμβαση του Γιάννου να ζητήσει εξηγήσεις για την επιχειρούμενη στο στάδιο εκείνο σύλληψη του πρώτου. Αναφερθήκαμε σε φαινομενική άρνηση για το λόγο ότι οι δύο πολίτες είχαν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν θετικά αν τα πρόσωπα που τους προσέγγισαν με πολιτική περιβολή ήσαν όντως αστυνομικοί. Αυτό το δικαίωμα δε φάνηκε να το αντιλαμβάνετο τη στιγμή εκείνη το πρόσωπο που πρόταξε «κάτι σαν αστυνομική ταυτότητα» με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάσταση εκνευρισμού και να ακολουθήσει η σύλληψη και των δύο με τη συμμετοχή και άλλων αστυνομικών που ήσαν κατ’εκείνη τη στιγμή στη σκηνή. Κατά πόσο η κακοποίηση του Μάρκου και του Γιάννου άρχισε από το στάδιο των ενεργειών που έγιναν για επίτευξη της σύλληψης τους ή όχι είναι υπό έντονη αμφισβήτηση. Ο λόγος είναι διότι υπήρξαν περιστατικά σοβαρής κακοποίησης τους σε διάφορους χρόνους κατά τη διάρκεια του επεισοδίου όταν διάφοροι από τους παρευρισκόμενους στη σκηνή κατά διαστήματα αντιδρούσαν βίαια εναντίον τους και τους χτυπούσαν, τους κλωτσούσαν και τους έσερναν τραβώντας τους από τα μαλλιά. Από νωρίς δε ο αριθμός των μελών της αστυνομίας που είχε μεταβεί στη σκηνή αυξήθηκε και σε κάποιο στάδιο υπολογίζεται ότι μπορεί να ανήλθε γύρω στους δεκαπέντε.
Εν πάση περιπτώσει, κατά το εν λόγω επεισόδιο ο Μάρκος και ο Γιάννος κακοποιήθηκαν κατά τον τρόπο και στο βαθμό που έχουμε αναφέρει προηγουμένως. Στηριζόμενοι στο εύρημα αυτό διαπιστώνουμε περαιτέρω, χωρίς να διατηρούμε την παραμικρή αμφιβολία, ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε κατάφορη παραβίαση του άρθρου 5 του περί Της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (Κυρωτικού) Νόμου 235/1990, όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 36(ΙΙΙ)/2002 ο οποίος εισήξε στο βασικό Νόμο το εν λόγω άρθρο καθώς επίσης του άρθρου 16 της ίδιας Σύμβασης την οποία ο εν λόγω βασικός Νόμος επικυρώνει. Αναμφίβολα η εν λόγω κακοποίηση συνιστά σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Θυμίζει δε σε μεγάλο βαθμό ως προς τη φύση και το περιεχόμενο της αλλά όχι και ως προς τη χρονική στιγμή που έλαβε χώρα, την κακοποίηση που είχαν υποστεί οι παραπονούμενοι, αιτητές στις υποθέσεις Krastanov v. Bulgaria No.50222/99 E.C.H.R., 30.9.2004 και Vasilev v. Bulgaria No.48130/99 E.C.H.R., 12.7.2007, οι οποίες εκδικάστηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.). Αναφέραμε τα γεγονότα τους στην απόφαση μας για το εκ πρώτης όψεως στάδιο στην οποία και παραπέμπουμε. Τέλος, να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό ότι δεδομένης της σχετικής περιγραφής των ιατρών και του ιατροδικαστή που εξέτασαν το Μάρκο και το Γιάννο, κάποια από τα τραύματα τα οποία αυτοί έφεραν συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη, μέσα στην έννοια του νόμου και της σχετικής νομολογίας. Όμως, η ιατρική μαρτυρία δεν αναφέρει σε ποιο χρόνο οι παραπονούμενοι τα είχαν υποστεί.
Το πιο πάνω αδίκημα της υποβολής σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση το αντιμετωπίζουν από κοινού οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 5, 6 και 9 στις κατηγορίες 5 και 7. Το ίδιο αδίκημα με τη διευκρίνιση ότι η υποβολή διενεργήθηκε διά της ανοχής αντιμετωπίζουν και οι κατηγορούμενοι 4, 7 και 8 στις κατηγορίες 6 και 8. Αν και το νομικό ζήτημα του κατά πόσο υπάρχει τέτοιο αδίκημα στο Νόμο με τη μορφή που αναφέρεται τελευταία το εξετάσαμε και κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, δίδοντας καταφατική απάντηση εντούτοις με την ολοκλήρωση της υπόθεσης το ίδιο ζήτημα τέθηκε ξανά από τον κ.Θεοδώρου με πιο ανεπτυγμένη επιχειρηματολογία. Θα ανοίξουμε μια παρένθεση εδώ ώστε να επιληφθούμε του εν λόγω επιχειρήματος.
Συγκεκριμένα, η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της υπεράσπισης είναι ότι το άρθρο 5(1) του Νόμου 36(ΙΙΙ)/2002 δημιουργεί μόνο το αδίκημα υποβολής άλλου προσώπου σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, ενώ το άρθρο 5(3) του ιδίου Νόμου παραπέμπει στο Άρθρο 16 της Σύμβασης για τον περιορισμένο σκοπό της ερμηνείας των όρων ‘σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία’ και δεν επεκτείνεται σε οτιδήποτε άλλο προνοείται στο εν λόγω Άρθρο, ούτε και στον τρόπο διάπραξης του αδικήματος αφού αυτό καθορίζεται ρητά στο άρθρο 5(1) του Νόμου.
Το άρθρο 5(1) του Νόμου 36(ΙΙΙ)/2002 προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο, το οποίο υποβάλλει άλλο πρόσωπο σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση είναι ένοχο ποινικού αδικήματος», και ακολούθως καθορίζει την ποινή σε περίπτωση καταδίκης. Το εδάφιο (2) του άρθρου 5 προβλέπει αυστηρότερη ποινή «αν ο υπαίτιος της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας είναι δημόσιος λειτουργός ή πρόσωπο που κατά την τέλεση του αδικήματος ενεργούσε ή φαινόταν ότι ενεργούσε υπό επίσημη ιδιότητα». Το άρθρο 5(3) αναφέρει ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι όροι ‘σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία’ έχουν την έννοια που αποδίδεται σ’αυτούς στο Άρθρο 16 της Σύμβασης», το οποίο προνοεί ως ακολούθως:
«1. Κάθε Κράτος – Μέρος αναλαμβάνει να αποτρέπει, σε επικράτεια κάτω από τη δικαιοδοσία του, άλλες πράξεις σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας που δεν ισοδυναμούν με βασανιστήρια κατά την έννοια του άρθρου 1, όταν οι πράξεις αυτές διαπράττονται από ή με την υποκίνηση ή τη συγκατάθεση ή την ανοχή δημόσιου υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ενεργούντος με επίσημη ιδιότητα.»
Επισημαίνουμε ότι ο Νόμος 235/90 είναι κυρωτικός νόμος της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1984, όπως άλλωστε προβλέπεται ρητά στο άρθρο 4. Έτσι η εν λόγω Σύμβαση αποτελεί πλέον νομοθεσία του κράτους. Βέβαια, η μη υποβολή σε τέτοιου είδους μεταχείριση απαγορεύεται τόσο στο Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης διά την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών όσο και στο Άρθρο 8 του Συντάγματος. Ο Νόμος 235/90 ψηφίστηκε δε στο πλαίσιο συμμόρφωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την υποχρέωση της να εφαρμόσει τη Σύμβαση για αποτροπή πράξεων που συνιστούν, μεταξύ άλλων, σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Είμαστε της άποψης ότι η προσθήκη του άρθρου 5 στο βασικό Νόμο, με τον τροποποιητικό Νόμο 36(ΙΙΙ)/2002 κρίθηκε αναγκαία στο πιο πάνω πλαίσιο για να καταστήσει ποινικό αδίκημα την υποβολή οποιουδήποτε προσώπου σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, και να προνοήσει την ποινή σε περίπτωση καταδίκης, υιοθετώντας προς τούτο τη σχετική ερμηνεία των όρων αυτών που προβλέπεται στη Σύμβαση. Αυτή η θέση μας ενισχύεται από τον ίδιο το Νόμο 36(ΙΙΙ)/2002 και συγκεκριμένα το άρθρο 1, στο οποίο αναφέρεται ρητώς ότι ο εν λόγω Νόμος ‘θα διαβάζεται μαζί’ με τον Κυρωτικό Νόμο του 1990, Ν.235/90, και τον Κυρωτικό Νόμο του 1993, Ν.35(ΙΙΙ)/93 που είναι ‘ο βασικός νόμος’ και τόσο ο βασικός νόμος όσο και ο παρόν νόμος θα αναφέρονται μαζί ως Κυρωτικοί Νόμοι του 1990 έως 2002. Συνεπώς, ο τροποποιητικός Νόμος του 2002, Νόμος 36(ΙΙΙ)/2002, διαβάζεται μαζί με τη Σύμβαση, ως μέρος του βασικού Νόμου του 1990, και δεν είναι ένας ξεχωριστός και ανεξάρτητος νόμος που διαχωρίζεται από τη Σύμβαση, αλλά συνυπάρχει με τη Σύμβαση σαν ένας Νόμος.
Ως εκ τούτου, καταλήγουμε ότι το άρθρο 5(1) δεν προσδιορίζει καθ’εαυτό τον τρόπο διάπραξης του αδικήματος υποβολής σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, καθότι αυτό γίνεται στο Άρθρο 16 της Σύμβασης, ούτε και με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει ή περιορίζει τον τρόπο διάπραξης αυτού, αφού η πρόνοια στο Άρθρο 16 συνυπάρχει και διαβάζεται μαζί με το Άρθρο 5 ως μέρος του ίδιου Νόμου. Το άρθρο 5 προσδιορίζει το αδίκημα και την προβλεπόμενη ποινή, παραπέμποντας στο Άρθρο 16 για την ερμηνεία των όρων ‘σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση’. Είναι το Άρθρο 16 που καθορίζει τον τρόπο διενέργειας της αξιόποινης πράξης, η οποία αναγνωρίζεται και τιμωρείται στο άρθρο 5. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγουμε ότι το αδίκημα της υποβολής σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση μπορεί να τελεστεί με διάφορους τρόπους ένας εκ των οποίων είναι και διά της ανοχής του δημόσιου υπαλλήλου. Κατά συνέπεια, οι κατηγορίες 6 και 8 αφορούν αδίκημα γνωστό στο Νόμο.
Μια άλλη εισήγηση η οποία προήλθε από τον κ.Γεώργιο Γεωργίου είναι ότι οι κατηγορίες οι οποίες εδράζονται στο άρθρο 5(1) είναι ελαττωματικές ως εκ της συμπερίληψης σ’αυτές ολόκληρης της φράσης «σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση». Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι κάθε μια από τις λέξεις της εν λόγω φράσης αφορά ξεχωριστό αδίκημα και ως εκ τούτου υπάρχει πολλαπλότητα στις κατηγορίες οι οποίες εδράζονται στο πιο πάνω άρθρο. Διαφωνούμε. Η χρήση της φράσης «σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση» στο άρθρο 5(1), δημιουργεί ένα και μοναδικό αδίκημα, αυτό το οποίο περιγράφει, το οποίο μπορεί να διαπραχθεί με διάφορους τρόπους. Είτε συνεπεία μεταχείρισης η οποία εμπίπτει σε ένα μόνο από τους εν λόγω τρεις όρους είτε σε συνδυασμό δύο εξ αυτών ή και των τριών. Η παρούσα περίπτωση αποτελεί καλό παράδειγμα του τελευταίου συνδυασμού, δηλαδή μεταχείριση που εμπίπτει και στους τρεις όρους συγχρόνως αλλά και παράδειγμα όπου μια κακοποίηση δε θα μπορούσε λογικά να τύχει διαχωρισμού σε τρία διαφορετικά αδικήματα. Η προσπάθεια ερμηνείας του καθενός από τους πιο πάνω όρους σε παλαιότερη νομολογία του Συμβουλίου της Ευρώπης ουδόλως επηρεάζει τη δική μας ερμηνεία ανωτέρω για τη φύση του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος. Πάντως, η πρόσφατη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. την οποία παραθέσαμε εκτενώς στην απόφαση μας σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως στάδιο δεν προβαίνει σε τέτοιο διαχωρισμό όσον αφορά τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του. Όμως, είναι πιθανό και στο πλαίσιο του άρθρου 5(1) να χρειαστεί να εξεταστεί αν συγκεκριμένη μεταχείριση εμπίπτει στους εν λόγω όρους ή σε οποιοδήποτε από αυτούς, διαφορετικά δε θα στοιχειοθετείται αδίκημα.
Οι κατηγορίες 5 και 7 και οι κατηγορίες 6 και 8 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 5, 6 και 9 και οι κατηγορούμενοι 4, 7 και 8, αντίστοιχα, δεδομένης και της ιδιότητας τους ως δημόσιοι λειτουργοί, είναι οι πιο σοβαρές που υπάρχουν στο κατηγορητήριο και βασίζονται στο άρθρο 5(1), ανωτέρω. Πρόσθετα, η πρώτη ομάδα κατηγορουμένων αντιμετωπίζει επίσης τις κατηγορίες 11 και 12 για πρόκληση στο Μάρκο και στο Γιάννο, αντίστοιχα, πραγματικής σωματικής βλάβης. Παρεμπιπτόντως, το στοιχείο αυτό του αδικήματος το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, δίδεται και ως λεπτομέρεια στα αδικήματα των κατηγοριών 5, 6, 7 και 8, γεγονός που τα καθιστά ακόμα πιο σοβαρά, σύμφωνα με σχετική πρόνοια στο άρθρο 5(2)(β) του Νόμου 235/90, όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 36(ΙΙΙ)/2002, ως εκ της πιο αυστηρής ποινής η οποία προβλέπεται για την περίπτωση αυτή. Τέλος, να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό ότι οι εν λόγω κατηγορίες δε σχετίζονται με τις κατηγορίες που αναφέρονται στο αδίκημα της υποβολής σε βασανιστήρια και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης οι οποίες έχουν απορριφθεί κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο, και ειδικά κατά τρόπο ώστε η απόρριψη των εν λόγω κατηγοριών να παρασύρει και αυτές που έχουν παραμείνει και αναφέρονται προηγουμένως. Ο λόγος είναι ότι τα εν λόγω αδικήματα όπως είναι διατυπωμένα εδράζονται σε διαφορετική πραγματική βάση.
Η δεύτερη ομάδα κατηγορουμένων, ανωτέρω, πλέον ο κατηγορούμενος 10, αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες 88 και 89 για παράλειψη αποτροπής κακουργήματος και τις κατηγορίες 94 και 95 για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος, σύμφωνα με συγκεκριμένες πρόνοιες των εκεί αναφερομένων νομοθετημάτων. Κατηγορίες για τα ίδια ακριβώς αδικήματα αντιμετωπίζει και καθένας από τους κατηγορούμενους 1, 2, 3, 5, 6 και 9. Τέλος, να παρατηρήσουμε σχετικά πως οι κατηγορίες της πρόκλησης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης και της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, αντίστοιχα, είναι δυνατόν εφόσον υπάρχει σχετική μαρτυρία, να στοιχειοθετηθούν ανεξάρτητα η μια από την άλλη. Αντίθετα προς τούτο, οι κατηγορίες για παράλειψη αποτροπής κακουργήματος και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος έχουν ως πραγματικό υπόβαθρο την πρώτη ομάδα κατηγοριών, ανωτέρω.
Στο σημείο αυτό επιθυμούμε να παρατηρήσουμε την εντελώς αχρείαστη κατά την άποψη μας φόρτωση του κατηγορητηρίου με υπεράριθμες κατηγορίες οι οποίες στρέφονται εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2, 3, 5, 6 και 9. Οι κατηγορούμενοι αυτοί αντιμετώπιζαν και εξακολουθούν ακόμα και μετά το εκ πρώτης όψεως να αντιμετωπίζουν τις πιο σοβαρές κατηγορίες που υπάρχουν στο κατηγορητήριο, αυτές για υποβολή σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του Μάρκου και του Γιάννου. Ενώ οι ίδιοι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ο καθένας από μόνος του και τις πολύ ολιγότερο σοβαρές κατηγορίες για παράλειψη αποτροπής κακουργήματος και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος σε σχέση με τη διάπραξη του πιο σοβαρού αδικήματος για καθένα από τους άλλους κατηγορούμενους με τους οποίους συγκατηγορείται για τη διάπραξη του. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για πρακτική η οποία τείνει να αποπροσανατολίσει και να αφαιρέσει από τη βασική κατηγορία τη σοβαρότητα και την προσοχή που θα πρέπει να της αποδοθεί. Επίσης, είμαστε της άποψης ότι αχρείαστα μακρά κατηγορητήρια συμβάλλουν στο να παρατείνεται η διάρκεια της δίκης και να αυξάνονται κατακόρυφα τα έξοδα, παράγοντες οι οποίοι κάθε άλλο παρά συνηγορούν υπέρ της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Συνεπώς, τέτοιου είδους πρακτικές όσον αφορά τη σύνταξη κατηγορητηρίου πιστεύουμε ότι θα πρέπει να αποφεύγονται. Έπειτα, δε θα πρέπει να παραβλέπεται ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέτει κατηγορίες στο κατηγορητήριο εφόσον κάτι τέτοιο ενδείκνυται για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, νοουμένου ότι συντρέχουν και όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει ο σχετικός νόμος.
Όπως και να έχουν τα πράγματα όλες οι κατηγορίες που αναφέραμε βρίσκονται στο κατηγορητήριο και θα πρέπει να εξετάσουμε περαιτέρω και στη βάση της διαθέσιμης πλέον μαρτυρίας εάν έχουν ή όχι αποδειχτεί ή κάποιες από αυτές, εναντίον των κατηγορουμένων που τις αντιμετωπίζουν. Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ως γνώμονα τις βασικές αρχές του ποινικού δικαίου ότι κάθε κατηγορούμενο πρόσωπο είναι υπεύθυνο αποκλειστικά και μόνο για τις δικές του παράνομες πράξεις ή παραλήψεις καθώς επίσης ότι σε κάθε ποινική υπόθεση για να επιτευχθεί η απόδειξη ενοχής του κατηγορουμένου θα πρέπει να αποδειχθούν όλα και καθένα ξεχωριστά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο αυτός αντιμετωπίζει. Υπενθυμίζουμε, επίσης, ότι το βάρος απόδειξης το οποίο πρέπει να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή προκειμένου να επιτύχει καταδίκη είναι αυτό που επιτάσσει τη διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι η ύπαρξη ακόμα και υποβόσκουσας αμφιβολίας (lurking doubt) οδηγεί σε αθώωση.
Ερχόμαστε τώρα στη μαρτυρία του Μάρκου και του Γιάννου, έχοντας παραθέσει προηγουμένως τις πιο δεικτικές αναφορές τους σε σχέση με την υπό εξέταση πτυχή, που δεν είναι άλλη από το ζήτημα που αφορά στο ποιος ή ποιοι τους κακοποίησαν και τι συνεπάγετο η κακοποίηση αυτή, κατά το συγκεκριμένο στάδιο της σύλληψης τους. Βασικά, η εν λόγω μαρτυρία περιορίζεται στο χρονικό διάστημα των πρώτων μερικών λεπτών κατά τα οποία διενεργήθηκε η σύλληψη τους και πριν αρχίσει η ισχυριζόμενη βιντεογράφιση του επεισοδίου. Ο περιορισμός αυτός επιβάλλεται εκ των πραγμάτων αφού έχουμε ήδη αποφασίσει ότι η ταινία, τεκμήριο 43, και ό,τι άλλο παρήχθη από αυτή δεν αποτελεί στο τέλος της ημέρας αποδεχτή μαρτυρία. Επομένως, δεν είναι πλέον δυνατό να εξεταστούν αναφορές στη μαρτυρία του Μάρκου και του Γιάννου για το μεταγενέστερο αυτό στάδιο οι οποίες παραπέμπουν ευθέως σε αναγνωρίσεις κατηγορουμένων ή περιγραφή σκηνών βίας που διαδραματίστηκαν στο επεισόδιο ή σε παρόμοιου περιεχομένου μαρτυρία, με δεδομένο ότι αυτοί είχαν προηγουμένως σε μερικές περιπτώσεις παρακολουθήσει την ταινία, τεκμήριο 43, ή κάποιο παράγωγο της. Έχουμε ήδη εξηγήσει το λόγο γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν, στο στάδιο που εξετάζαμε τις αναγνωρίσεις των κατηγορουμένων από τους παραπονούμενους ενώ οι πρώτοι βρίσκονταν στο εδώλιο (dock identification) καθώς επίσης την περιγραφή από αυτούς των διαφόρων περιστατικών βίας που στρέφονταν εναντίον τους. Η σχετική με το θέμα αυτό μαρτυρία την οποία έχουμε παραθέσει στο παρόν στάδιο πιστεύουμε υποστηρίζει πλήρως την προηγηθείσα απόφαση μας. Περαιτέρω, υπενθυμίζουμε συναφώς ότι στις αρχικές τους καταθέσεις, έγγραφα 61, 61Α και 46Α, αντίστοιχα, οι παραπονούμενοι δεν αναγνωρίζουν οποιοδήποτε από τους κατηγορούμενους ενώ λόγω και της κατάστασης την οποία είχαν βιώσει κατά το επεισόδιο δεν ήταν σε θέση να θυμούνται, όπως ανάφεραν, τη σειρά με την οποία είχαν συμβεί τα διάφορα περιστατικά βίας ή άλλα περιστατικά κατά το επεισόδιο.
Μετά την πιο πάνω διευκρίνηση θα εξετάσουμε στη συνέχεια την πτυχή η οποία αναφέρεται στο στάδιο της σύλληψης των παραπονουμένων. Πιστεύουμε πως η σχετική μαρτυρία, όπως την έχουμε παραθέσει προηγουμένως, μιλά αφ’εαυτής και δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε ιδιαίτερη ανάλυση. Αφορά δύο αλληλένδετα μεταξύ τους θέματα. Το πρώτο είναι ως προς την ταυτότητα των προσώπων τα οποία εμπλέκονται στο στάδιο εκείνο. Οι παραπονούμενοι Μάρκος και Γιάννος δήλωσαν ευθαρσώς σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας τους ότι οι συνθήκες σκότους οι οποίες επικρατούσαν τότε ακόμα στη σκηνή, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ταχύτητα με την οποία έδρασαν τα πρόσωπα εκείνα για να τους εξουδετερώσουν και να τους βάλουν χειροπέδες, δεν τους επέτρεψε να τα δουν ώστε να θυμούνται τις φυσιογνωμίες τους ή οποιαδήποτε άλλα χαρακτηριστικά τους για να μπορούν να τους αναγνωρίσουν. Ενθυμούντο μόνο ότι ήσαν ψηλοί, γεροδεμένοι και πρόχειρα ντυμένοι και ο αριθμός τους ήταν τέσσερις ή πέντε. Ιδιαίτερα εμφαντικός όσον αφορά το θέμα αυτό ήταν ο Μάρκος, όμως και ο Γιάννος εκφράστηκε περίπου με τον ίδιο σαφή τρόπο. Το συμπέρασμα είναι ότι αυτοί δεν ήσαν ποτέ σε θέση να αναγνωρίσουν τα εν λόγω πρόσωπα. Συνεπώς, πρόκειται για υπόθεση ότι τα ίδια πρόσωπα συνέχισαν και μετά να βρίσκονται στη σκηνή και ότι τα είδαν αργότερα και στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού.
Αν η μόνη μαρτυρία αναγνώρισης των εν λόγω προσώπων ήταν αυτή των δύο παραπονουμένων τότε το θέμα θα τελείωνε ως εδώ. Δε θα καθίστατο ποτέ γνωστό ποιοι τους είχαν συλλάβει σε εκείνο το εντελώς αρχικό στάδιο του επεισοδίου. Όμως, υπάρχει μαρτυρία προερχόμενη από τους ιδίους τους κατηγορούμενους 1, 2, 3, 4 και 9 με την οποία τοποθετούν τους εαυτούς τους στη σκηνή κατά το στάδιο εκείνο. Ισχυρίστηκαν ότι μετέβησαν εκεί επιβαίνοντες σε δύο υπηρεσιακά οχήματα χωρίς διακριτικά της αστυνομίας, για να ελέγξουν τους παραπονούμενους τους οποίους εξέλαβαν ως κακοποιά στοιχεία, όταν προηγουμένως τους είδαν να περνούν από την οδό Αρμενίας με μεγάλη ταχύτητα. Μεταβαίνοντας οι κατηγορούμενοι με τα ξεχωριστά τους αυτοκίνητα στην οδό Ελευσίνος, βρήκαν τα προαναφερθέντα δύο ιδιωτικά αυτοκίνητα ακινητοποιημένα μέσα στο δρόμο το ένα δίπλα στο άλλο. Στην προσπάθεια τους να ελέγξουν τους οδηγούς τους και ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με την άρνηση προς τούτο, βασικά του Μάρκου, προέβησαν στη σύλληψη τους. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι 1 και 4 ενήργησαν για τη σύλληψη του Μάρκου και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ενήργησαν για τη σύλληψη του Γιάννου. Η κατηγορούμενη 9 ισχυρίζεται ότι απλώς παρακολουθούσε τα διαδραματιζόμενα παραμένοντας εντελώς αμέτοχη.
Αυτά εν ολίγοις αναφέρονται στις αντίστοιχες καταθέσεις των εν λόγω κατηγορουμένων. Ο κ.Μάτσας μας παρέπεμψε ειδικά στη μαρτυρία αυτή ως αποδειχτική της κατ’ελάχιστο βαθμό εμπλοκής των κατηγορουμένων στην κακοποίηση του Μάρκου και του Γιάννου κατ’εκείνο το αρχικό στάδιο του επεισοδίου το οποίο δεν καταγράφεται στην ταινία, τεκμήριο 43. Και συγκεκριμένα ότι οι μεν κατηγορούμενοι 1 και 4 κακοποίησαν το Μάρκο, οι δε κατηγορούμενοι 2 και 3 κακοποίησαν το Γιάννο. Ενώ όπως αντιλαμβανόμαστε εισηγείται περαιτέρω πως, εν πάση περιπτώσει, και οι πέντε αυτοί κατηγορούμενοι, περιλαμβανομένης της κατηγορούμενης 9, είναι συνυπεύθυνοι για την κακοποίηση και των δύο, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154.
Αφήνοντας προς στιγμής κατά μέρος την εισήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 20, η λοιπή εισήγηση, ανωτέρω, του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορίας δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Λαμβάνει ως δεδομένο τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων, πλην της κατηγορουμένης 9, για ενασχόληση τους κατ’εκείνο το στάδιο με το Μάρκο και το Γιάννο. Όμως, διαφεύγει της προσοχής ότι οι εν λόγω καταθέσεις είχαν γίνει από τους κατηγορούμενους αυτούς στις 20.12.2005 για ένα και μοναδικό σκοπό, την καταγγελία των παραπονουμένων για διάπραξη σε βάρος τους αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και εξύβρισης. Μάλιστα, έφθασαν στο σημείο να κινήσουν και αγωγές, με το πιο πάνω περιεχόμενο, εναντίον των παραπονουμένων τις οποίες ακολούθως απέσυραν. Όλες λοιπόν οι αναφορές τους στις προαναφερθείσες καταθέσεις στοχεύουν στην εξυπηρέτηση του πιο πάνω μοναδικού σκοπού. Ας σημειωθεί δε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι δεν αναφέρονται καθόλου στο επεισόδιο το οποίο διάρκεσε περί τα σαράντα πέντε λεπτά και στα όσα διαδραματίστηκαν σ’αυτό, ουσιαστικά αποκρύβοντας το, ενώ δε δίστασαν να αποδώσουν τα τραύματα τα οποία υπέστησαν ο Μάρκος και ο Γιάννος καθ’όλη τη διάρκεια του επεισοδίου, σε αυτοτραυματισμό τους. Ασφαλώς, δεν είναι δυνατό τέτοιοι ισχυρισμοί να γίνουν πιστευτοί, όσο και αν αυτό θα μπορούσε να εξυπηρετεί την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στο τέλος της ημέρας. Είναι πασιφανές ότι οι κατηγορούμενοι ψεύδονται. Με αυτά τα δεδομένα κατά νουν, πιστεύουμε ότι το σύνολο του περιεχομένου της κάθε κατάθεσης θα πρέπει να προσεγγιστεί με ιδιαίτερη επιφύλαξη και αυτό πράττουμε. Τέτοια κατάληξη αντιλαμβανόμαστε εμπίπτει στα πλαίσια της εξήγησης η οποία δίδεται στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ.109, αναφορικά με το χειρισμό που είναι δυνατό να γίνει από το δικαστήριο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου. Όπως αναφέρεται ο οποιοσδήποτε χειρισμός επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στα πλαίσια της λογικής υπό τις δοσμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.
Το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης αυτής είναι ότι στο τέλος της ημέρας δεν υπάρχει ενώπιον μας μια σαφής εικόνα ποιος κατηγορούμενος ασχολήθηκε με ποιο παραπονούμενο κατά το στάδιο της σύλληψης τους. Επισημαίνουμε πως ούτε και οι ανώμοτες δηλώσεις ρίχνουν οποιοδήποτε φως όσον αφορά τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή αλλά αντίθετα συγχύζουν ακόμα περισσότερο την εικόνα αφού οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 διατυπώνουν εντελώς αντίθετους ισχυρισμούς συγκρινόμενοι με αυτά που είχαν πει στις καταθέσεις τους. Ενώ ο κατηγορούμενος 3 περιορίζει τη συμβολή του στην απλή τοποθέτηση των χειροπέδων στο Γιάννο και η κατηγορούμενη 9 εμμένει στη θέση της ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο επεισόδιο περιλαμβανομένου και του σταδίου της σύλληψης των παραπονουμένων. Υπενθυμίζουμε ότι ο Μάρκος και ο Γιάννος ουσιαστικά δήλωσαν ότι δεν ήσαν σε θέση να ρίξουν οποιοδήποτε φως σ’αυτή τη πτυχή.
Εξετάζοντας την περαιτέρω εισήγηση του κ.Μάτσα ότι οι ενέργειες των πέντε κατηγορουμένων θα πρέπει να ιδωθούν κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 20 και πάλι δεν οδηγούμαστε σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Με το θέμα αυτό ασχοληθήκαμε στην ενδιάμεση απόφαση μας κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Θα το εξετάσουμε ξανά ενόψει και των ευρημάτων μας, ανωτέρω, σε σχέση με το συγκεκριμένο στάδιο του επεισοδίου που εξετάζεται εδώ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ότι ο καθένας ο οποίος εμπλέκεται στο αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σ’αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. Ουσιαστικά η πρόνοια αυτή προβλέπει τους διάφορους τρόπους συμμετοχής στη διάπραξη ενός εγκλήματος και δε δημιουργεί αφ’εαυτού αδίκημα. Αυτό αναφέρθηκε αρχικά στην Constantinides v. Republic (1978) 2 C.L.R.337 και επαναλήφθηκε πολύ αργότερα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ.9. Περαιτέρω, όπως διαπιστώνεται στην υπόθεση R. v. Allan (1963) 1 All E.R.897, η παρουσία και μόνο κάποιου στη σκηνή της διάπραξης από άλλο πρόσωπο κάποιου αδικήματος δεν τον καθιστά χωρίς άλλο συνεργό. Στην προκειμένη περίπτωση δε η συμπερίληψη του άρθρου 20 στην έκθεση αδικήματος, στις κατηγορίες όπου αυτό έχει συμπεριληφθεί, έχει την έννοια ότι κάποιοι από τους κατηγορούμενους είχαν ενεργήσει ως συνεργοί συμβάλλοντας με ένα από τους τρόπους που προβλέπει το εν λόγω άρθρο στη διάπραξη του αδικήματος από τον αυτουργό ή τους αυτουργούς, καθορίζοντας έτσι την ποινική τους ευθύνη στη διάπραξη των λόγω αδικημάτων, (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ.482). Επομένως, στο τέλος της ημέρας είναι θέμα γεγονότων αν το εν λόγω πρόσωπο έχει όντως αναλάβει το ρόλο αυτό, τα οποία γεγονότα να αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση της συνέργειας του, καθιστόντας τον υπαίτιο για το διαπραχθέν αδίκημα.
Ειδικά για το συγκεκριμένο στάδιο του επεισοδίου δεν μας έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τη συνέργεια οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους 1, 2, 3, 5, 6 και 9 στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων. Ούτε από μόνοι μας διαπιστώνουμε να υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία. Αντίθετα, έχουμε ήδη διαπιστώσει ότι η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει καν ποιος είναι ο αυτουργός στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Ενώ όπως θα διαφανεί στη συνέχεια δεν αποδεικνύεται ούτε αν διαπράχθηκε αδίκημα στο υπό αναφορά στάδιο του επεισοδίου το οποίο αναφέρεται στη σύλληψη των παραπονουμένων έστω και αν η αντίδραση των κατηγορουμένων να συλλάβουν τους παραπονούμενους δε δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Εξετάζουμε το θέμα αυτό στη συνέχεια.
Συνεπώς, και αν ακόμα θα μπορούσε να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός ότι η σύλληψη του καθενός από τους παραπονούμενους πραγματοποιήθηκε από συγκεκριμένο κατηγορούμενο ή κατηγορούμενους, παραμένει το δεύτερο θέμα αναφορικά με τη φύση της μεταχείρισης που έτυχαν οι παραπονούμενοι κατά το πρώιμο εκείνο στάδιο του επεισοδίου. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ότι άσκησαν οποιουδήποτε βαθμού βία πέραν αυτής η οποία ήταν αναγκαία για τη σύλληψη των παραπονουμένων υπό τις περιστάσεις. Βέβαια, το βάρος απόδειξης και για το στοιχείο αυτό το φέρει η κατηγορούσα αρχή και η μοναδική μαρτυρία η οποία υπάρχει σχετικά προέρχεται από το Μάρκο και το Γιάννο. Την έχουμε παραθέσει προηγουμένως σε κάποια λεπτομέρεια. Τώρα θα εξετάσουμε την αποδειχτική της επίδραση στο υπό αναφορά θέμα, προκειμένου να διαφανεί αν αποδεικνύονται στον απαιτούμενο για ποινική υπόθεση βαθμό τόσο οι κατηγορίες για σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση όσο και οι κατηγορίες για πρόκληση στους παραπονούμενους πραγματικής σωματικής βλάβης τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 5, 6 και 9.
Όμως, παρεμπιπτόντως, να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό πως για άγνωστο λόγο, και με δεδομένο τον ασφυκτικό τρόπο σύνταξης του κατηγορητηρίου, ο τέταρτος κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει τις ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει η προαναφερθείσα ομάδα κατηγορουμένων και ειδικά οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 9. Και αυτό παρά το γεγονός ότι ήταν από την αρχή του επεισοδίου μαζί τους, και στην κατάθεση του, τεκμήριο 15, αναφέρει ότι αυτός πρώτος προσέγγισε το αυτοκίνητο του Μάρκου, ότι στο στάδιο εκείνο δέχθηκε χτύπημα από αυτόν στο πρόσωπο και ότι με τη βοήθεια και του πρώτου κατηγορούμενου τον περιόρισαν και του έβαλαν χειροπέδες. Εν πάση περιπτώσει, αντί των πιο πάνω κατηγοριών ο τέταρτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 6 και 8, ότι ανέχθηκε την υποβολή των παραπονουμένων σε σκληρή κλπ. μεταχείριση, μαζί με τους κατηγορούμενους 7 και 8 τους οποίους, ας σημειωθεί, η μαρτυρία δεν τους τοποθετεί στη σκηνή του επεισοδίου κατά το χρόνο της σύλληψης του Μάρκου και του Γιάννου.
Επανερχόμενοι στη μαρτυρία των παραπονουμένων, η αρχική τοποθέτηση του Μάρκου επί του προκειμένου, και αυτό φαίνεται στην κατάθεση του της 5.1.2006, έγγραφο 61, είναι η ακόλουθη. Αφού τα δύο πρόσωπα που τον προσέγγισαν δυσανασχέτησαν με την αρνητική, όπως την εξέλαβαν, στάση του να τον υποβάλουν σε έλεγχο, τον τράβηξαν έξω από το αυτοκίνητο διά της βίας, τον ξάπλωσαν μπρούμυτα, γονάτισαν πάνω του και του έβαλαν χειροπέδες. Αυτά όπως είπε συνέβησαν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Θα λέγαμε, σε δευτερόλεπτα ή μάλλον σε ακόμα περισσότερο χρόνο είναι πιο λογικό. Βέβαια, σημασία έχει ότι τα πράγματα στο στάδιο εκείνο εξελίχτηκαν πολύ γρήγορα, μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Και συμπληρώνει ότι επειδή προσπάθησε να αντισταθεί αφού δεν ήταν βέβαιος ότι ήσαν πράγματι αστυνομικοί, τότε αυτοί άρχισαν να τον χτυπούν με γροθιές και κλωτσιές και τραβώντας τον από τα μαλλιά τον έσυραν στο δρόμο προς το απέναντι πεζοδρόμιο. Όταν κατά το χρόνο εκείνο προσπάθησε να τον πλησιάσει ο Γιάννος για να ζητήσει το λόγο που τον χτυπούσαν, άρχισαν να τον χτυπούν και εκείνο δύο ή τρία άτομα, με γροθιές και κλωτσιές και αφού τον έριξαν κάτω του έβαλαν επίσης χειροπέδες. Ακολούθως, περιγράφει κάποια φάση που κάποιος του έβαλε το σκούφο που ο ίδιος ο Μάρκος φορούσε στο στόμα πιέζοντας τον ενώ συγχρόνως τον χτυπούσε πάνω στο πεζοδρόμιο.
Στην ίδια κατάθεση ο Μάρκος περιγράφει και άλλα περιστατικά κακοποίησης του με διάφορους τρόπους τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις του προκάλεσαν λιποθυμία. Στο στάδιο εκείνο υπήρχαν, όπως είπε, περί τα δέκα με δεκαπέντε άτομα στη σκηνή. Επίσης, αναφέρει ότι του φάνηκε πως το όλο επεισόδιο διάρκεσε περί τα σαράντα πέντε λεπτά με μια ώρα προσθέτοντας ότι δεν τους χτυπούσαν καθ’όλη τη διάρκεια αυτή. Για να προσθέσει ότι είχε πολλά κενά στο μυαλό του από όλο το επεισόδιο, ίσως λόγω και της λιποθυμίας που είχε, αποδίδοντας τα, πιθανόν, στα χτυπήματα που δέχτηκε στην αρχή.
Στις 17.1.2006 μετά από δική του πρωτοβουλία ο Μάρκος έδωσε και δεύτερη κατάθεση, έγγραφο 61Α, λέγοντας ότι στο στάδιο εκείνο αφού ξεπέρασε σε κάποιο βαθμό το σοκ θυμήθηκε ορισμένα πράγματα ενώ στο μεταξύ είχε δει και κάποια αποσπάσματα του επεισοδίου από κάποια βιντεοκασέτα. Στην κατάθεση αυτή ο Μάρκος περιγράφει κάποια περιστατικά βίας τα οποία είχαν εκδηλωθεί σε βάρος του σαφώς μετά το στάδιο κατά το οποίο διενεργήθηκε η σύλληψη του και του ετέθησαν χειροπέδες. Αναφέρεται μεταξύ άλλων σε περίπτωση που κάποιο άτομο που φορούσε άσπρο κράνος τον κλωτσούσε βίαια στα πλευρά καθώς επίσης σε μια άλλη φάση που τον τράβηξε από τα μαλλιά και το μετέφερε στο πεζοδρόμιο. Το πρόσωπο αυτό το είδε επίσης να χτυπά το Γιάννο ενώ κάποιο άλλο λεπτό και ψηλό πρόσωπο που φορούσε σκούφο τον έπιασε από τα μαλλιά και του χτύπησε το κεφάλι του επανειλημμένα στο πεζοδρόμιο. Για να συμπληρώσει ότι μερικά από τα περιστατικά βίας που περιέγραψε τα είχε δει στα στιγμιότυπα, όχι όμως όλα.
Τη βιντεοκασέτα η οποία κατά τα λεγόμενα του περιείχε στιγμιότυπα του επεισοδίου, ο Μάρκος την είχε παρακολουθήσει μαζί με το Γιάννο και δύο λειτουργούς της Επιτρόπου Διοικήσεως. Ο Γιάννος επιβεβαιώνει την παρακολούθηση αυτή, όμως βεβαιώνει ότι η εν λόγω ταινία ήταν του ιδίου μήκους με αυτή που παρακολούθησε στις 19.4.2006 με τους ποινικούς ανακριτές. Αποδεχόμαστε τη θέση αυτή αφού ήταν στη βάση της ίδιας ταινίας που ετοίμασε στη συνέχεια την έκθεση της, τεκμήριο 69, και η Επίτροπος Διοικήσεως. Αμέσως όμως γεννιέται το ερώτημα γιατί ο Μάρκος ισχυρίστηκε ότι η ταινία που είχε δει μαζί με το Γιάννο και τους άλλους που ανέφερε ήταν στιγμιότυπο και ειδικότερα μικρότερου μήκους. Σίγουρα δεν μπορεί να δοθεί μια ορθή, αντικειμενικά, απάντηση. Μπορεί να εικάσουμε ότι ήθελε να αποφύγει να πει στο στάδιο εκείνο ότι η περιγραφή που έκανε στην κατάθεση του ήταν με βάση ό,τι είχε δει στην ταινία. Να υπενθυμίσουμε συναφώς ότι πλην της ταινίας, τεκμήριο 43, οποιαδήποτε άλλη ταινία παράχθηκε από αυτή δεν φέρει χρόνο. Η διευκρίνιση αυτή μπορεί να εξηγεί γιατί η περιγραφή στην κατάθεση δεν ήταν τόσο λεπτομερής ειδικά συγκρίνοντας με την περιγραφή που γίνεται στην κατάθεση του Μάρκου στις 8.5.2006 όταν είχε παρακολουθήσει την ταινία, τεκμήριο 43.
Εν πάση περιπτώσει, πριν ο Μάρκος καταθέσει στο δικαστήριο είχε παρακολουθήσει την εν λόγω ταινία και στις 8.5.2006 ενώ την ίδια ημέρα έδωσε και την κατάθεση του, έγγραφο 61Β, όπου προβαίνει σε λεπτομερέστερη περιγραφή σκηνών βίας που εμφανίζονται σ’αυτή σε σχέση με το επεισόδιο. Δεν καλύπτουν όμως το αρχικό στάδιο της σύλληψης του. Όπως δε ισχυρίστηκε κατά την προφορική κύρια εξέταση του τον ξυλοδαρμό τον είχε υποστεί μέσα στα δύο ή τρία λεπτά που μεσολάβησαν πριν από την έναρξη της βιντεογράφησης του επεισοδίου. Για να συμπληρώσει σε σχέση με το ίδιο στάδιο πάντοτε ότι μετά που τον ακινητοποίησαν πλήρως οι άνθρωποι εκείνοι ηρέμησαν. Στο ίδιο σημείο της μαρτυρίας του ο Μάρκος περιέγραψε και αυτό που αντιλήφθηκε να συμβαίνει στο Γιάννο. Δηλαδή ότι του επιτέθηκαν, τον έριξαν χάμω, του πέρασαν χειροπέδες και τον χτυπούσαν.
Κατά την αντεξέταση του ο Μάρκος συμφώνησε ότι οι αστυνομικοί του έβαλαν χειροπέδες διότι αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο καθώς επίσης ότι η βία η οποία ασκήθηκε στη φάση εκείνη ήταν η ανάλογη υπό τις περιστάσεις για να επιτύχουν τη σύλληψη του. Όμως, συμπληρώνει ότι αφού του πέρασαν χειροπέδες συνέχιζαν να τον χτυπούν, να τον κλωτσούν, να του χτυπούν το κεφάλι του στο πεζοδρόμιο ή στο δρόμο, να τον πατούν και να τον τραβούν από τα μαλλιά. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο Μάρκος δηλώνοντας εντυπωσιασμένος από τη δεξιοτεχνία αυτών που τον συνέλαβαν ως προς το πόσο γρήγορα ενήργησαν για να επιτύχουν τη σύλληψη του, ανάφερε επίσης, το παραθέτουμε όπως το έχει πει: «Δεν είναι σε αυτές τις φάσεις που έχω υποστεί τις ζημιές και νομίζω το βίντεο μιλά ξεκάθαρα ότι οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τεράστια βία, απάνθρωπη βία, αγριότητα τη στιγμή που εγώ ήμουν δεμένος με χειροπέδες ακόμα και όταν ήμουν ήρεμος και ακίνητος».
Πιστεύουμε πως η τελευταία πιο πάνω απάντηση του Μάρκου θέτει το υπό συζήτηση θέμα εκτός αμφιβολίας. Εν ολίγοις, η κακοποίηση την οποία αναφέρει ότι είχε υποστεί και την περιγράφει όπως την έχουμε παραθέσει μόλις προηγουμένως, πασιφανώς ήταν κατά τη μετά τη σύλληψη του χρονική περίοδο την οποία παρακολούθησε στην ταινία, τεκμήριο 43, και δε μπορεί να είναι στο διάστημα των δυο ή τριών λεπτών που μεσολάβησαν μέχρι την έναρξη της βιντεογράφησης. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά του αυτή συνάδει και με την άλλη του αναφορά ότι αφού τον ακινητοποίησαν πλήρως βάζοντας του χειροπέδες με τα χέρια του να είναι πίσω, οι άνθρωποι εκείνοι, δηλαδή αυτοί που τον συνέλαβαν, είχαν ηρεμήσει. Ενώ με βάση τις δικές του αναφορές τα δεινά του προέκυψαν στο χρόνο που ακολούθησε όταν πλέον υπήρχαν και άλλοι αστυνομικοί στη σκηνή πέραν αυτών που είχαν συλλάβει τον ίδιο και το Γιάννο.
Για την ίδια χρονική στιγμή, δηλαδή της σύλληψης του, ο Γιάννος αναφέρει πως όταν πήγε να ζητήσει το λόγο γιατί χτυπούσαν το Μάρκο κάποιος του έδωσε μια γροθιά. Όταν δε προσπάθησε να τρέξει για να διαφύγει κάποιος τον χτύπησε και τον έριξε στο πεζοδρόμιο οπότε του πέρασαν χειροπέδες. Μετά λέει συνέχισαν να τον χτυπούν. Και συνεχίζει ότι ήταν χάμω, δεν ξέρει για πόση ώρα, και τον χτύπησαν αρκετές φορές. Επίσης, αναφέρει ότι στο στάδιο εκείνο είχε περιέλθει σε κατάσταση σοκ και δε θυμόταν ακριβώς πόσα άτομα υπήρχαν στη σκηνή κατά τη φάση εκείνη. Αυτά τα αναφέρει ο Γιάννος στην κατάθεση του της 31.1.2006, έγγραφο 46Α, κάποιες μέρες μετά που είχε δει μαζί με το Μάρκο και τους άλλους κάποια ταινία με το επεισόδιο της κακοποίησης τους. Στην ίδια κατάθεση περιγράφει και άλλα περιστατικά κακοποίησης τόσο του ιδίου όσο και του Μάρκου τα οποία σαφώς είναι μεταγενέστερα του χρόνου σύλληψης του.
Κατά την αντεξέταση, αναφερόμενος ο Γιάννος στο περιστατικό της σύλληψης του είπε ότι αρχικά είδε το Μάρκο κάτω στο δρόμο και κάποιους να τον δέρνουν, κάτι που συνέβηκε σε μερικά δευτερόλεπτα. Βλέποντας το αυτό ο ίδιος περιήλθε, όπως είπε, σε κατάσταση σοκ και δεν μπορούσε να συγκρατήσει λεπτομέρειες του τι ακριβώς συνέβαινε σε εκείνη τη φάση. Ενώ ερωτηθείς τι συνέβηκε μετά που του έβαλαν χειροπέδες ουσιαστικά ανάφερε ότι συνέχισαν να τον κακοποιούν, προφέροντας μόνο τη λέξη «ξύλο», χωρίς όμως να χρονοθετήσει την κακοποίηση αυτή. Για να συμπληρώσει, απαντώντας σε άλλη σχετική ερώτηση ότι ενώ βρισκόταν μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο και κάποιοι τον κλωτσούσαν, δεν μπορούσε να πει πόσα πρόσωπα βρίσκονταν στο στάδιο εκείνο στη σκηνή, προσθέτοντας ότι αρχικά ήταν τέσσερα άτομα και σταδιακά πρόσεξε ότι ήρθαν και άλλοι. Σε υποβολή ότι στο στάδιο της σύλληψης του χρησιμοποιήθηκε η αναγκαία βία, δεν ανάφερε κάτι που να δείξει ότι διαφωνεί. Μόνο διερωτήθηκε γιατί στη συνέχεια και αφού ήταν με τις χειροπέδες συνέχισαν να τον χτυπούν.
Κατά την εξέταση η οποία είχε προηγηθεί επαναλάβαμε κάποιες αναφορές από τη μαρτυρία τόσο του Μάρκου όσο και του Γιάννου. Αυτές σχετίζονται άμεσα και αφορούν το στάδιο της σύλληψης τους, τόσο πριν όσο και μετά κατά τα δύο ή τρία λεπτά αφού τους ετέθησαν οι χειροπέδες και οπωσδήποτε πριν αρχίσει η βιντεογράφηση του επεισοδίου, όπως καθόρισε συγκεκριμένα το χρόνο διάρκειας της φάσης αυτής ο Μάρκος. Ο Γιάννος αναφέρθηκε γενικά για κακοποίηση του που συνέχισε μετά τη σύλληψη του. Σημειώνουμε ιδιαίτερα στο σημείο αυτό την αναφορά του Μάρκου ότι μέχρι να επιτευχθεί η σύλληψη του η οποία ολοκληρώθηκε με την τοποθέτηση σ’αυτόν χειροπέδων και την ακινητοποίηση του, είχε χρησιμοποιηθεί από τους αστυνομικούς η αναγκαία υπό τις περιστάσεις βία. Η περιγραφή την οποία ο Μάρκος έκανε για τη φάση αυτή δεν μας βρίσκει να διαφωνούμε με την πιο πάνω δική του θέση. Αλλά και του Γιάννου η περιγραφή των συνθηκών σύλληψης του, δεν διαφωνεί κατά την αντίληψη μας με παρόμοια θέση, ότι για τη σύλληψη του ασκήθηκε υπό τις περιστάσεις η αναγκαία βία. Άλλωστε, ούτε και ο ίδιος έχει διαφωνήσει με τη θέση αυτή.
Το ζητούμενο είναι αν οι συγκεκριμένοι πέντε κατηγορούμενοι, δηλαδή οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 9 επιδόθηκαν κατά τα επόμενα μερικά λεπτά πριν μεταβούν και άλλοι αστυνομικοί στη σκηνή, στην κακοποίηση σε οποιονδήποτε βαθμό του Μάρκου και του Γιάννου, πέραν της βίας που χρησιμοποίησαν για τη σύλληψη τους. Αναλογιζόμενοι τις γενικές αναφορές και των δύο, ότι μετά που τους έθεσαν χειροπέδες συνέχισαν να τους χτυπούν, τις περιγραφές της κακοποίησης αυτής που βασικά παραπέμπουν στα διάφορα περιστατικά και στη φύση της κακοποίησης που είχαν υποστεί καθ’όλη τη διάρκεια του επεισοδίου, θεωρούμε πως δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλές εύρημα ότι κατ’εκείνο το στάδιο οι εν λόγω κατηγορούμενοι άσκησαν εναντίον του Μάρκου και του Γιάννου βία πέραν αυτής η οποία ήταν αναγκαία για τη σύλληψη και ακινητοποίηση τους. Όπως δε οι ίδιοι την περιέγραψαν σαφώς δεν παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 5(1) του Νόμου και του άρθρου 16 της Σύμβασης ώστε η βία αυτή να συνιστά το συγκεκριμένο αδίκημα. Χρήσιμη καθοδήγηση για το θέμα αυτό έχει αντληθεί από την υπόθεση του Ε.Δ.Α.Δ. A. v. United Kingdom (1999) 27 E.H.R.R.611, αναφορικά με την έννοια της κακοποίησης (ill-treatment) για να υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Είχε αναφερθεί εκεί σχετικά ότι: «… ill-treatment must attain a minimum level of severity if it was to fall within the scope of Art.3», και συνεχίζει: «the assessment of this minimum is relative: it depends on all the circumstances of the case, such as the nature and context of the treatment, its duration, its physical and mental effects and, in some instances, the sex and state of health of the victim». Πρόσθετα, διαπιστώνουμε ότι ούτε και οι πρόνοιες του άρθρου 243, του Ποινικού Κώδικα, για πρόκληση σ’αυτούς κατ’εκείνο το στάδιο πραγματικής σωματικής βλάβης έχουν παραβιαστεί. Καταλήγοντας ως ανωτέρω λάβαμε, επίσης, υπόψη και την αναφορά του Μάρκου ότι μετά τη φάση εκείνη αυτοί που μετείχαν στη σύλληψη του ηρέμησαν εννοώντας ότι δεν ασκούσαν πλέον οποιαδήποτε βία εναντίον τους, τουλάχιστο στη φάση εκείνη.
Το συγκεκριμένο στάδιο του επεισοδίου που εξετάζεται είναι το εντελώς αρχικό όταν αδιαμφισβήτητα με δικές τους αναφορές και δηλώσεις οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 9 τοποθετούν τους εαυτούς τους στη σκηνή της οδού Ελευσίνος τις μεταμεσονύχτιες ώρες της 20.12.2006. Εξηγήσαμε ήδη γιατί δεν μπορούμε να εξετάσουμε τη μαρτυρία πέραν του σταδίου αυτού και καθ’όλη τη διάρκεια του επεισοδίου. Υπενθυμίζουμε δε ότι το βασικό ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση είναι η διαπίστωση της ταυτότητας των δραστών της κακοποίησης του Μάρκου και του Γιάννου και αυτών που παρέμειναν απαθείς ενώ αυτό ελάμβανε χώρα. Όμως, όπως έχουμε ήδη αποφασίσει η ταινία, τεκμήριο 43, την οποία και το ίδιο το δικαστήριο θα μπορούσε να παρακολουθήσει, δεν είναι αποδεχτή μαρτυρία. Άρα οποιαδήποτε μαρτυρία αναγνώρισης κατηγορουμένων προέκυψε από αυτή και συγκεκριμένα από μάρτυρες ενώ αυτοί παρακολουθούσαν την ταινία ή και αφού την είχαν ήδη παρακολουθήσει, απώλεσε για τους διάφορους λόγους που εξηγήσαμε προηγουμένως την οποιαδήποτε αποδειχτική αξία θα μπορούσε, και αν ακόμα θεωρείτο αυθεντική, να της αποδοθεί. Ενώ εξηγήσαμε επίσης ότι μαρτυρία η οποία δυνατό να προέκυψε λόγω της παρακολούθησης της ταινίας, και πάλιν δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι για τους ίδιους λόγους θεωρείται επίσης επισφαλής.
Επομένως, για τους κατηγορούμενους 5, 6 και 7, οι οποίοι αρνούνται την παρουσία τους στη σκηνή δεν υπάρχει βασικά οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να τους συνδέσει κατά οποιονδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε βαθμό με τα αδικήματα τα οποία ο καθένας από αυτούς αντιμετωπίζει. Υπενθυμίζουμε δε ότι η μαρτυρία αναγνώρισης των κατηγορουμένων αυτών ενώ ευρίσκοντο στο εδώλιο από τους παραπονούμενους κρίθηκε ως επισφαλής και μη ικανοποιητική για να βασιστεί σ’αυτή το δικαστήριο. Όσον αφορά τους κατηγορούμενους 8 και 10, αυτοί μετέβησαν στη σκηνή σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη το επεισόδιο. Δεν υπάρχει και γι’αυτούς μαρτυρία από οποιαδήποτε πηγή ότι μετείχαν σε οποιοδήποτε περιστατικό βίας εναντίον των παραπονουμένων. Ούτε υπάρχει μια σαφής εικόνα από τη μαρτυρία του Μάρκου και του Γιάννου όσον αφορά το πότε, υπό ποιες περιστάσεις και από ποιον εκδηλώνονταν τα διάφορα περιστατικά βίας εναντίον τους ώστε να μπορούν να συναχθούν εύλογα συμπεράσματα όσον αφορά την απραξία, βασικά όλων των κατηγορουμένων, σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν για παράλειψη αποτροπής κακουργήματος και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος. Μόνο εικασίες μπορεί να γίνουν για το στάδιο αυτό του επεισοδίου που δεν ισοδυναμούν με μαρτυρία. Ενώ υπενθυμίζουμε και πάλι την αναφορά σε κάποιο στάδιο του Μάρκου ότι δεν τους χτυπούσαν καθόλη την περίοδο των σαράντα πέντε λεπτών που διάρκεσε το επεισόδιο. Επαναλαμβάνουμε ότι έχουμε οδηγηθεί στα πιο πάνω συμπεράσματα και διαπιστώσεις ουσιαστικά λόγω της ανυπαρξίας ενώπιον μας αποδεχτής και αξιόπιστης μαρτυρίας με βάση την οποία θα μπορούσαν να αναζητηθούν οι υπαίτιοι για την κακοποίηση του Μάρκου και του Γιάννου με βάση τις κατηγορίες του παρόντος κατηγορητηρίου.
Δημοσιότητα
Εξίσου σημαντικό με τα προηγούμενα είναι και το τελευταίο θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε. Η συζήτηση που ακολουθεί αντανακλά και πάλι την ιδιαίτερη προσπάθεια των αδελφών μου δικαστών, κας.Δημητριάδου και κας.Εφραίμ που αφορά στη μελέτη του μεγάλου όγκου της σχετικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και της πληθώρας των αποφάσεων και συγγραμμάτων στα οποία έγινε αναφορά και από τις δύο πλευρές. Αφορά δε τη δημοσιότητα η οποία δόθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.) έντυπα και ηλεκτρονικά, στο υπό αναφορά επεισόδιο. Το γεγονός της κακοποίησης του Μάρκου και του Γιάννου από αστυνομικούς είχε γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό από την πρώτη κιόλας ημέρα. Οι κάτοικοι της περιοχής όπου διαδραματίστηκαν τα θλιβερά γεγονότα, και μάρτυρες στην παρούσα υπόθεση, Αγγέλα Κατωδρύτου, Μ.Κ.9, και Μιχάλης Σπύρου, Μ.Κ.10, αντιλήφθηκαν να γίνεται αναφορά σ’αυτά στα ραδιοτηλεοπτικά δελτία ειδήσεων της ημέρας εκείνης. Την επόμενη ημέρα, 21.12.2005 η είδηση του επεισοδίου δημοσιεύτηκε και στον ημερήσιο τύπο. Μάλιστα, εξ αφορμής ενός τέτοιου δημοσιεύματος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διόρισε αυθημερόν τον κ.Σάββα Νικολαΐδη, Μ.Κ.38, ως ποινικό ανακριτή για να προβεί στη διερεύνηση του. Ενώ με επιστολή του ίδιας ημερομηνίας, τεκμήριο 35, ενημέρωσε σχετικά και τον Αρχηγό Αστυνομίας.
Στο μεταξύ ο Αρχηγός Αστυνομίας είχε διατάξει από την 20.12.2005 τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας αναφορικά με παράπονα για κακοποίηση πιο νωρίς την ημέρα εκείνη δύο πολιτών από μέλη της αστυνομίας. Η τριμελής ομάδα η οποία συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτό υπό τον υπαστυνόμο Κελεπέσιη, Μ.Κ.19, πρόλαβε μέχρι την 23.12.2005 που διατάχθηκε η διακοπή της έρευνας, ενόψει του διορισμού ποινικού ανακριτή, και συγκέντρωσε κάποιο μαρτυρικό υλικό υπό μορφή καταθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό έγιναν γνωστά τα ονόματα έντεκα μελών της αστυνομίας τα οποία εφέροντο να είχαν σχέση με το επεισόδιο. Μεταξύ αυτών ήσαν και οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 9. Όλο το εν λόγω μαρτυρικό υλικό παραδόθηκε στις 3.1.2006 στον ποινικό ανακριτή κ.Νικολαΐδη για διευκόλυνση της ποινικής έρευνας την οποία διεξήγε. Από τις 18.1.2006 ο κ.Νικολαΐδης είχε επίσης στην κατοχή του την ταινία, τεκμήριο 41, η οποία χαρακτηρίστηκε ως αντίγραφο του πρωτοτύπου. Ενώ αρκετές ημέρες προηγουμένως την είχε παρακολουθήσει μαζί με τον κ.Κληρίδη στο γραφείο του τελευταίου. Όμως, το μόνο που είχε δει το φως της δημοσιότητας μέχρι τότε, και αυτό τις πρώτες τρεις ή τέσσερις ημέρες μετά την 20.12.2005, ήταν η είδηση της κακοποίησης του Μάρκου και του Γιάννου από μέλη της Μ.Μ.Α.Δ., τέσσερις άνδρες και μία γυναίκα, οι οποίοι έφεραν πολιτική περιβολή, πλαισιούμενη από κάποια γεγονότα τα οποία προφανώς είχαν προέλθει από τους παραπονούμενους, και οι σχετικές εξελίξεις οι οποίες είχαν σημειωθεί μέχρι τότε.
Στο μεταξύ, αντίγραφο της προαναφερθείσας ταινίας σε ψηφιακή μορφή (DVD), είχε περιέλθει από νωρίς και στην κατοχή του ιατρού Ιωάννη Παπαγεωργίου, Μ.Κ.4, πατέρα του Μάρκου. Κατά τον ίδιο χρόνο είχαν γίνει και καταγγελίες τόσο από το Μάρκο όσο και από το Γιάννο στην Επίτροπο Διοικήσεως σε σχέση με την κακοποίηση τους. Η έρευνα της Επιτρόπου Διοικήσεως άρχισε αμέσως. Έγινε προβολή του DVD το οποίο είχε στην κατοχή του ο κ.Παπαγεωργίου στην παρουσία λειτουργών του γραφείου της και των παραπονουμένων από τους οποίους λήφθηκαν και καταθέσεις. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής λήφθηκαν επίσης καταθέσεις από αστυνομικούς οι οποίοι εμφανίζονταν ως εμπλεκόμενοι στο επεισόδιο για το οποίο γεγονός είχε ληφθεί σχετική πληροφόρηση από το φάκελο της προαναφερθείσας διοικητικής έρευνας. Μέσα σε μερικές μόνο βδομάδες η έρευνα ολοκληρώθηκε.
Στις 30.3.2006 η Επίτροπος Διοικήσεως ενημέρωσε γραπτώς τον Αρχηγό Αστυνομίας για τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της ζητώντας του συγχρόνως να την πληροφορήσει για τις προτιθέμενες ενέργειες του προς εξιχνίαση και διευκόλυνση της υπόθεσης «ώστε να καταλογιστούν οι δέουσες ευθύνες στους εμπλεκόμενους αστυνομικούς». Κατά το χρόνο εκείνο η Επίτροπος Διοικήσεως γνώριζε για το διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή και για τη διεξαγόμενη ποινική ανάκριση. Ο Αρχηγός Αστυνομίας κ.Κουλέντης βασικά απάντησε ότι σεβόμενος τη διαδικασία της ποινικής ανάκρισης η οποία διεξαγόταν με εντολή του Γενικού Εισαγγελέα θα ανέμενε την ολοκλήρωση της. Διαισθανόταν ότι τελικώς υπόθεση θα οδηγείτο ενώπιον της δικαιοσύνης.
Γι’αυτό στην ίδια επιστολή του, ημερομηνίας 31.3.2006, ουσιαστικά δήλωνε θορυβημένος από το γεγονός ότι την ημέρα εκείνη είχε δει το φως της δημοσιότητας φωτογραφικό υλικό το οποίο αφορούσε το επεισόδιο και για την προέλευση του οποίου ο ίδιος δήλωνε άγνοια. Έκρινε ότι πέραν του ενδεχόμενου παραβίασης κάποιων νομοθετημάτων «η δημοσιοποίηση του υλικού αυτού … παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και προσβάλλει το τεκμήριο αθωότητας των υπόπτων». Μάλιστα, εισηγείτο προς την Επίτροπο Διοικήσεως να παρέδιδε όλο το μαρτυρικό υλικό που είχε στην κατοχή της στον ποινικό ανακριτή προς υποβοήθηση του ανακριτικού έργου και «για διασφάλιση της αμερόληπτης δίκαιης, αντικειμενικής και ανεξάρτητης διερεύνησης του επεισοδίου». Ο κ.Κουλέντης έδειξε να νοιάζεται από νωρίς για τη διασφάλιση του αμερόληπτου και ακριβοδίκαιου χαρακτήρα της διεξαγόμενης ποινικής ανάκρισης, προφανώς για το λόγο που αναφέρεται προηγουμένως. Οι εν λόγω ανταλλαγείσες επιστολές αποτελούν μαζί το τεκμήριο 73.
Αυτό που προφανώς είχε υπόψη του ο Αρχηγός Αστυνομίας ήταν κάποιο δημοσίευμα στην καθημερινή εφημερίδα «Πολίτης» της 31.3.2006, που έλεγε ότι η εφημερίδα είχε στην κατοχή της ερασιτεχνικό βίντεο το οποίο αποκάλυπτε τον άγριο ξυλοδαρμό του Μάρκου και του Γιάννου στις 20.12.2005 από αστυνομικούς της Μ.Μ.Α.Δ.. Χαρακτηρίζοντας τους ως «βασανιστές» και «σαδιστές», ο συντάκτης του εν λόγω δημοσιεύματος προβαίνει συγχρόνως στην περιγραφή σκηνών αναφορικά με την κακοποίηση των δύο πολιτών. Οι εν λόγω περιγραφές συνοδεύονται και από εικονογραφημένο υλικό που παραπέμπει στο επεισόδιο. Το εν λόγω δημοσίευμα το οποίο εμφανίστηκε πρωτοσέλιδα υπό τον τίτλο: «Αποκαλυπτικό: Πως έδεσαν και έδειραν οι αστυνομικοί. Το ντοκουμέντο του άγριου ξυλοδαρμού», έλεγε μεταξύ άλλων και τα εξής: «… Ωστόσο οι βασανιστές και οι σαδιστές συνεχίζουν να κατοικοεδρεύουν στις τάξεις της Αστυνομίας, κακοποιώντας στη μέση του δρόμου πολίτες και στη συνέχεια εμφανίζονται και ως θύματα και κατήγοροι. Ο «Π» φέρνει σήμερα στο φως ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο για τον κτηνώδη βασανισμό δύο πολιτών, του Μ.Παπαγεωργίου και του Γ.Νικολάου, οι οποίοι συνελήφθησαν στις 20 Δεκεμβρίου σε επιχείρηση της Μ.Μ.Α.Δ. στη Λευκωσία για εντοπισμό του περιβόητου «δράκου». Στις εικόνες φαίνονται αστυνομικοί να ξυλοκοπούν μέχρι λιποθυμίας τους δύο νεαρούς, με κλοτσιές στο πρόσωπο και τα γεννητικά όργανα, γροθιές, ξερίζωμα μαλλιών, κ.ά.. Στους δύο νεαρούς, οι αστυνομικοί πέρασαν χειροπέδες και τους περιόρισαν ξαπλωμένους στο έδαφος. Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε ερασιτεχνική κάμερα, ακόμη και τότε το ξύλο και ο εξευτελισμός συνεχίστηκαν. Πρόκειται για την αποκάλυψη του αίσχους σε μια χώρα που θέλει να συγκαταλέγεται στην ομάδα των προοδευμένων χωρών της Ε.Ε.. Για το βίντεο είναι ενήμερος ο Αρχηγός Αστυνομίας και η Επ. Διοικήσεως, η οποία μάλιστα συνέταξε πολυσέλιδη έκθεση προς τον κ.Κουλέντη».
Ενώ συνεχίζει και πιο κάτω στις σελίδες 24 και 41 υπό τον τίτλο: «Ντοκουμέντο: ΜΜΑΔήστε τους … κι αφήστε τους», ως εξής: «Οι βασανισμοί κρατουμένων στο Ιράκ από Αμερικανούς και Βρετανούς στρατιώτες δεν έχουν τίποτα να «ζηλέψουν» από τις πρακτικές μελών της Κυπριακής Αστυνομίας, η οποία όταν κατηγορείται για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κακομεταχείριση πολιτών, διαρρηγνύει τα ιμάτιά της για την άδικη αντιμετώπιση, της οποίας, δήθεν, τυγχάνει. … Στις εικόνες, εμφανίζονται αστυνομικοί με πολιτικά να κλοτσούν στο πρόσωπο και σε ολόκληρο το σώμα τους δύο νεαρούς, οι οποίοι κείτονται ημιλιπόθυμοι και δεμένοι με χειροπέδες πισθάγκωνα, στο πεζοδρόμιο της οδού Αρμενίας. Τους σέρνουν, τους γρονθοκοπούν, κάθονται πάνω στα σώματά τους, τους πατούν … ενώ δεν παραλείπουν να κάνουν και επίδειξη «τεχνικής» με λαβές που γυρίζουν τα (περασμένα με χειροπέδες) χέρια των κρατουμένων από την πλάτη στο στήθος. Μάλιστα κάποιος «παλικαράς» προφανώς «αμυνόμενος» από τον λιπόθυμο Μ.Παπαγεωργίου, τον αρπάζει από τα μαλλιά και του χτυπάει το πρόσωπο επανειλημμένως στο πεζοδρόμιο. Στο βίντεο ακούγονται καθαρά οι κραυγές των δύο νεαρών οι οποίοι σφαδάζουν από τους πόνους, ενώ αστυνομικοί συνεχίζουν να τους χτυπούν χωρίς ίχνος ευαισθησίας. … Την ώρα του κτηνώδους βασανισμού, γύρω από τους δύο 27χρονους διακρίνονται πολλοί αστυνομικοί (περίπου 10) μεταξύ των οποίων και μια γυναίκα, οι οποίοι παρακολουθούν ατάραχοι χωρίς να δείχνουν διάθεση παρέμβασης για να διακόψουν το μαρτύριο. Μόνο σε μια περίπτωση ένας αστυνομικός κρατάει από το χέρι το «πρωτοπαλίκαρο» του βασανισμού χωρίς όμως να διαμαρτυρηθεί για τα όσα παρακολουθούσε. Τα όσα κατέγραψε η κινηματογραφική κάμερα, είναι μόνο ένα μικρό μέρος των όσων συνέβησαν και ο καθένας μπορεί να φανταστεί τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε. … Στην περίπτωση του βασανισμού των δύο 27χρονων οι «παλικαράδες» της Μ.Μ.Α.Δ. όχι μόνο διαστρέβλωσαν τα γεγονότα λέγοντας ψέματα για το τι συνέβη, είχαν το θράσος να πάνε και στο Νοσοκομείο παριστάνοντας τους τραυματίες. Δεν αποκλείεται να είχαν κάποιους μώλωπες, οι οποίοι όμως προκλήθηκαν από τη μανία τους εναντίον των δύο 27χρονων οι οποίοι λιπόθυμοι ήταν αδύναμοι να αντιδράσουν. … Η ανικανότητα προφανώς των αστυνομικών να συλλάβουν τον «δράκο» μετατράπηκε σε οργή, η οποία ξέσπασε στους δύο νεαρούς, οι οποίοι όχι μόνο βασανίστηκαν αλλά κρατήθηκαν για πάρα πολλές ώρες τραυματισμένοι, χωρίς να μεταφερθούν στο Νοσοκομείο και στο τέλος βρέθηκαν και κατηγορούμενοι για δήθεν επίθεση κατά των αστυνομικών. …»
Δημοσιεύματα με παρόμοιο περιεχόμενο και χαρακτηρισμούς εμφανίστηκαν σε καθημερινές εφημερίδες πολύ συχνά κατά τις βδομάδες που ακολούθησαν, ενώ σε κάποιες περιόδους και σε καθημερινή βάση, μέχρι το τέλος Ιουνίου που καταχωρήθηκε η υπόθεση στο δικαστήριο. Θα αναφερθούμε σ’αυτά στη συνέχεια με περισσότερη λεπτομέρεια. Όμως, επαναλαμβάνουμε ότι το περιεχόμενο, το νόημα και τα μηνύματα τους προς το αναγνωστικό κοινό ήσαν περίπου τα ίδια με αυτά που παραθέσαμε πιο πάνω. Τέλος, κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία η εφημερίδα πληροφορούσε το αναγνωστικό κοινό ότι το βίντεο που αναφέρθηκε προηγουμένως θα ήταν διαθέσιμο στην ιστοσελίδα της μετά τις 10:00 το πρωί της ημέρας εκείνης για όποιον ήθελε να το παρακολουθήσει. Την επόμενη ημέρα 1.4.2006 η ίδια εφημερίδα είχε και πάλιν εκτενές αφιέρωμα στο επεισόδιο με άρθρα και εικονογραφημένο υλικό. Αυτή τη φορά επέκρινε και την κυβέρνηση για ολιγωρία, ειδικά όσον αφορά τη διατήρηση στη θέση τους «των βασανιστών» του Μάρκου και του Γιάννου. Επίσης, αναφέρεται σε πέντε αγωγές τις οποίες κίνησαν εναντίον των τελευταίων οι τέσσερις αστυνομικοί που τους «βασάνιζαν» και η γυναίκα συνάδελφος τους που τους παρακολουθούσε ατάραχη, όπως το θέτει. Η αναφορά είναι στους κατηγορούμενους 1, 2, 3, 4 και 9 οι οποίοι είχαν κινήσει τις αγωγές, τεκμήριο 36, εναντίον των δύο παραπονουμένων.
Στο ίδιο δημοσίευμα η Επίτροπος Διοικήσεως ενημέρωνε ότι είχε υπόψη της το περιεχόμενο του βίντεο από το Φεβρουάριο και το χαρακτήρισε συγκλονιστικό. Ενώ ο Αρχηγός Αστυνομίας κ.Κουλέντης εμμένοντας στην αρχική του θέση και άποψη, διατύπωσε και δημόσια την αντίθεση του για τη δημοσιοποίηση του βίντεο τη στιγμή που βρισκόταν σε εξέλιξη ποινική έρευνα, χαρακτηρίζοντας το γεγονός αυτό ως «στήσιμο δικαστηρίων». Σε άλλη σελίδα εκτίθεται και η γνώμη ειδικού αναφορικά με τις «επιθετικές» συμπεριφορές που εκδηλώνουν μέλη της αστυνομίας. Τιτλοφορείται το άρθρο αυτό: «Όλα για την εξουσία». Τέλος, είναι και η ανακοίνωση η οποία έγινε την ημέρα εκείνη από την εφημερίδα για στατιστικά στοιχεία τα οποία κατέρριψαν κάθε προηγούμενο και αφορούσαν επισκέψεις στην ιστοσελίδα της μέχρι το βράδυ της προηγούμενης ημέρας. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται οι επισκέψεις είχαν φθάσει τις 50.000 και οι προβολές τις 128.000. Ενώ αναμένετο και περαιτέρω αύξηση με την είσοδο επισκεπτών από άλλες χώρες. Το συγκεκριμένο βίντεο υπό τον τίτλο «ΜΜΑΔήστε τους …», διάρκειας 10 λεπτών κατατέθηκε ως μαρτυρία και είναι το τεκμήριο 74. Δείχνει συνεχόμενες σκηνές βίας κατά δύο προσώπων οι οποίες φαίνεται να περιέχονται και στην κατά πολύ μεγαλύτερης διάρκειας ταινία, τεκμήριο 43.
Το συγκεκριμένο βίντεο μεταδόθηκε τις ημέρες εκείνες και από τηλεοράσεως στα δελτία ειδήσεων. Το είδαν τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας όσο και όλοι οι ποινικοί ανακριτές οι οποίοι κατάθεσαν ως μάρτυρες στη δίκη. Επίσης αρκετοί από τους αξιωματικούς οι οποίοι κλήθηκαν να προβούν σε αναγνωρίσεις ανάφεραν στη μαρτυρία τους ότι είδαν και αυτοί το συγκεκριμένο βίντεο στην τηλεόραση. Μεταξύ αυτών ήσαν ο κ.Αντώνης Σιακαλλής Μ.Κ.40, ο κ.Χριστάκης Μαυρής Μ.Κ.41, ο κ.Ιάκωβος Παπακώστας Μ.Κ.42, ο κ.Άλκης Κυριάκου Μ.Κ.54, ο κ.Παναγιώτης Δημοσθένους Μ.Κ.55 και ο ίδιος ο Αρχηγός Αστυνομίας κ.Χαράλαμπος Κουλέντης. Ασφαλώς το είδε και το κοινό της Κύπρου που έτυχε να παρακολουθήσει την περίοδο εκείνη τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Συγκεκριμένο κόμμα χρησιμοποίησε μια σκηνή του, αναρτώντας τη σε γιγαντοαφίσα παραπλεύρως του αυτοκινητόδρομου, στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας η οποία διεξαγόταν κατά τον ίδιο χρόνο. Κατατέθηκε σχετική φωτογραφία, τεκμήριο 60.
Δημοσιεύματα αναφορικά με το επεισόδιο εμφανίστηκαν και κατά τις ημέρες που ακολούθησαν τόσο στη συγκεκριμένη εφημερίδα όσο και σε άλλες καθημερινές εφημερίδες, στις τελευταίες εξ αφορμής προφανώς και του βίντεο το οποίο δημοσιοποίησε η πρώτη. Δημοσίευαν μεταξύ άλλων τις δηλώσεις με τις οποίες αξιωματούχοι της κυβέρνησης και παράγοντες των πολιτικών κομμάτων καταδίκαζαν με έντονο τρόπο το «επεισόδιο βασανισμού», όπως είχαν αρχίσει πλέον να το αποκαλούν. Συγχρόνως, δημοσίευαν επικρίσεις κατά διαφόρων αξιωματούχων του κράτους και του ποινικού ανακριτή για επίδειξη ολιγωρίας στη διεξαγωγή της ποινικής ανάκρισης.
Στις 2.4.2006 η εφημερίδα «Πολίτης» προβάλλει το επεισόδιο ως πρωτοσέλιδο θέμα υπό τον τίτλο: «Το ιστορικό της αμαρτίας. Η Αστυνομία θεσμός αυθαιρεσίας: Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΩΝ ΜΠΑΤΣΩΝ ΣΧΟΛΗ». Και συνεχίζει στη σελίδα 8 υπό τον τίτλο: «Ξεχείλισε το ποτήρι μετά την προβολή του βίντεο από τον «Π». Του Μπάτσου και του … κλότσου», με τα εξής: «Ποιος θα μας φυλάξει από αυτούς που έχουν ταχθεί να μας φυλάνε; Το ερώτημα το έθεσε ο Γιουβενάλης στα Ρωμαϊκά χρόνια, ωστόσο είναι εξίσου επίκαιρο και στην Κύπρο του 2006. Ίσως εμείς, βλέποντας το τραγικό βίντεο που πέραν των 60.000 συμπολιτών μας είδαν χθες στο σύνολο του από την ιστοσελίδα του «Πολίτη», θα μπορούσαμε να παραφράσουμε τη ρήση του Γιουβενάλη ως εξής: Τι μετατρέπει τους Κύπριους αστυνομικούς που πληρώνονται για να μας προστατεύουν σε μπάτσους που μας φοράνε χειροπέδες και μας κλωτσοκοπάνε μέχρι αναισθησίας στα πεζοδρόμια; Τι στ’αλήθεια έχει μετατρέψει την αστυνομία της Κύπρου από προστάτη σε δεσμοφύλακα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; … Το βίντεο ντοκουμέντο που αποκάλυψε ο «Π» με το βασανισμό του Μ.Παπαγεωργίου και του Γ.Νικολάου αποτελεί μια μικρογραφία της πραγματικότητας που επικρατεί στην Αστυνομική Δύναμη. Τέσσερις-πέντε αστυνομικοί χτυπούν και βασανίζουν και οι υπόλοιποι παρακολουθούν αδιάφορα. Αυτοί που παρακολουθούν αδιάφορα τελικώς ψευδομαρτυρούν υπέρ των βασανιστών. Ακολούθως το Αρχηγείο Αστυνομίας εκδίδει ανακοινώσεις και καλύπτει πλήρως τους βασανιστές, υιοθετώντας ακόμη και τους ισχυρισμούς για τραυματισμό τους, από τους κακοποιημένους πολίτες. Αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει συνολική συνενοχή. Αυτή είναι και η πραγματική εικόνα της Αστυνομίας η οποία είναι μια ομάδα ενόχων και συνενόχων σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. … Στις πλείστες των περιπτώσεων, την κακοποίηση πολιτών από αστυνομικά όργανα, ακολουθεί ανακοινωθέν του Αρχηγείου Αστυνομίας στο οποίο καλύπτονται οι ένοχοι αστυνομικοί και ενοχοποιούνται οι αθώοι πολίτες. Το κόλπο είναι πάντοτε το ίδιο. Οι αστυνομικοί εμφανίζονται ως θύματα και κάνουν καταγγελίες κατά των πολιτών. Στη συνέχεια αρχίζει ο εκβιασμός ώστε οι πολίτες να αποσύρουν τις καταγγελίες τους γιατί τα Δικαστήρια κατά κανόνα κάνουν δεχτούς τους ισχυρισμούς των εκπροσώπων «του νόμου και της τάξης» και των ψευδομαρτύρων συναδέλφων τους, οι οποίοι είναι πάντοτε πρόθυμοι και διαθέσιμοι. Όπως στην πρόσφατη περίπτωση του βασανισμού των δύο 27χρονων, εμφανίζονται οι αστυνομικοί στα Νοσοκομεία ως δήθεν τραυματίες. …»
Σε δημοσίευμα της προαναφερθείσας εφημερίδας στις 3.4.2006 διερωτάτο ο συντάχτης του γιατί δε διατάχθηκε η άμεση σύλληψη των «βασανιστών» και γιατί δεν είχε ληφθεί κατάθεση από τους «βασανιστές». Στις 4.4.2006 σχετικό δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας με τίτλο: «Πόρισμα στα μουλωχτά αθώωσε τους βασανιστές», επέκρινε τις αρχικές ενέργειες της αστυνομίας. Ενώ υπό του υπότιτλου «Οι πέντε παραπονούμενοι», γίνεται αναφορά στις πέντε αγωγές, τεκμήριο 36, τις οποίες κίνησαν εναντίον των παραπονούμενων οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 9 αναφέροντας και τα ονόματά τους. Στις 5, 7 και 10.4.2006 σε άρθρα της εφημερίδας αυτής γίνεται αναφορά και πάλιν σε «αστυνομικούς βασανιστές», σε ψευδομάρτυρες που επιστράτευσε η αστυνομία (5.4.2006) και σε αναγνωρίσεις από τους ανακριτές των αστυνομικών που μετείχαν στο επεισόδιο (7.4.2006). Στην τελευταία πιο πάνω ημερομηνία, 10.4.2006, υπό τον τίτλο: «Ο αυτόπτης δεν είδε τίποτα», σχολιάζεται απαξιωτικά η μαρτυρία συγκεκριμένου προσώπου το οποίο είχε τηλεφωνήσει την ημέρα του επεισοδίου στην γραμμή του πολίτη και ακολούθως έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, «έτσι ώστε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς των βασανιστών, για δήθεν επίθεση που δέχθηκαν από τους νεαρούς», όπως τον θέτει ο αρθρογράφος. Την ημέρα εκείνη ανακοινώθηκε και η διάσκεψη τύπου την οποία θα έδινε την ίδια μέρα η ώρα 09:30 η Επίτροπος Διοικήσεως, κατά την οποία θα παρουσίαζε την έκθεση της αναφορικά με το επεισόδιο κακοποίησης της 20.12.2005.
Στο μεταξύ, μέχρι τις 7.4.2006 η έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως είχε ολοκληρωθεί και αντίγραφο της κοινοποιήθηκε κατ’εκείνη την ημέρα στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς ενημέρωση του. Τέθηκε και ενώπιον μας στο πλαίσιο της δίκης, είναι το τεκμήριο 69. Την έχουμε διεξέλθει με προσοχή και συμμεριζόμαστε τις παρατηρήσεις και υποδείξεις που γίνονται σ’αυτή για το πώς θα πρέπει να λειτουργεί και να συμπεριφέρεται το αστυνομικό σώμα και κάθε μέλος του ξεχωριστά δεδομένου ότι η Κύπρος είναι ευνομούμενη χώρα. Όμως, συγχρόνως διαπιστώνουμε ότι τα συμπεράσματα τα οποία καταγράφονται σ’αυτή αναφορικά με το επεισόδιο κακοποίησης του Μάρκου και του Γιάννου βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην ταινία και μάλιστα αντίγραφο όπως αυτό που έχει κατατεθεί ενώπιον μας, τεκμήριο 41. Η αναφορά στα προκαταρκτικά συμπεράσματα, τεκμήριο 73, ότι «η βιντεογράφηση του περιστατικού στοιχειοθετεί τους ισχυρισμούς των παραπονουμένων και καταρρίπτει αυτούς των αστυνομικών», αποτελεί σαφή επιβεβαίωση της πιο πάνω διαπίστωσης. Είναι η ταινία ή για την ακρίβεια αντίγραφο της ταινίας για την οποία αποφασίσαμε ότι δεν αποτελεί αποδεχτή μαρτυρία στην παρούσα ποινική διαδικασία. Κατά τη διάσκεψη τύπου της Επιτρόπου Διοικήσεως, όπως προκύπτει από δημοσιεύματα σε εφημερίδες των ημερών εκείνων, είχε δοθεί στους δημοσιογράφους και ολόκληρη η έκθεση, τεκμήριο 69. Η καθημερινή εφημερίδα «Σημερινή» της 11.4.2006 την παραθέτει αυτούσια σε πολυσέλιδο δημοσίευμα της. Άλλες εφημερίδες παρέθεσαν εκτεταμένα αποσπάσματα ή αναφορές από αυτή. Θεωρούμε σχετικά για να τα παραθέσουμε εδώ τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 29 έως 31:
«Παράγραφος 29: Το σύνολο των στοιχείων που έχω εξετάσει αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως οι δύο παραπονουμένοι έτυχαν απάνθρωπης, εξευτελιστικής και ταπεινωτικής μεταχείρισης, τέτοιου βαθμού και έντασης, που μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με βασανιστήριο. Έχει καταδειχθεί ότι μέλη της Αστυνομίας, ενώ είχαν περιορίσει και σχεδόν ακινητοποιήσει τους παραπονουμένους με την χρήση χειροπέδων, τους χτυπούσαν επανειλημμένα, σκόπιμα και με βιαιότητα σε διάφορα μέρη του σώματος τους, με αποτέλεσμα να τους προκαλέσουν πόνο, να τους προξενήσουν σοβαρές σωματικές κακώσεις και να θέσουν υπό διακινδύνευση την ψυχική τους ακεραιότητα, καθώς και την ίδια τους τη ζωή. Η μεταχείριση αυτή δεν συνδεόταν με καμιά συμπεριφορά των παραπονουμένων, οι οποίοι δεν είχαν κανένα περιθώριο να αντιδράσουν. Αντίθετα, δεμένοι, τραυματισμένοι και ανήμποροι να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, αφέθηκαν στο έδαφος για αρκετή ώρα, σε μια θερμοκρασία ιδιαίτερα χαμηλή, και βίωσαν όχι μόνο τη βία αλλά και την ταπείνωση.
Παράγραφος 30: Στην προκειμένη περίπτωση δεν εξοργίζει μόνο το γεγονός ότι μέλη της Αστυνομίας, τα οποία έχουν ταχθεί να υπηρετούν τη νομιμότητα και να προστατεύουν τα έννομα αγαθά και τα δικαιώματα των πολιτών, τα έχουν τόσο έντονα παραβιάσει. Εξίσου, αν όχι και περισσότερο, απογοητευτικός είναι ο βαθμός εξοικείωσης της πλειοψηφίας των προσώπων που παρίσταντο με περιστατικά άσκησης βίας και καταναγκασμού. Η εξοικείωση αυτή φαίνεται να τους επιτρέπει να παρακολουθούν «σαν να μην συμβαίνει τίποτα» και να επινοούν ψευδείς ιστορίες, υποστηρίζοντας τις μέχρι τέλους, ακόμη και όταν αυτές βρίσκονται έξω από κάθε λογική. Παράλληλα, δεν μπορεί να μην προκαλεί έντονη ανησυχία η ομαδοποίηση που παρατηρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση και το γεγονός ότι σχεδόν κανένας αστυνομικός δεν διαχώρισε τη θέση του από τα όσα διαδραματίστηκαν, είτε κατά την ώρα που διαδραματίζονταν, είτε σε κατοπινό στάδιο.
Παράγραφος 31: Έπεται ότι υπάρχουν και πρέπει να αποδοθούν οι δέουσες ευθύνες σε όλα τα επίπεδα: Τόσο σε όσους αστυνομικούς συμμετείχαν ενεργά στην κακοποίηση των παραπονουμένων, όσο και όσους παρέλειψαν να προστατεύσουν τους παραπονουμένους από τις ενέργειες των συναδέλφων τους, καθώς και σε εκείνους που συγκάλυψαν τα γεγονότα ή παραπλάνησαν τις σχετικές με αυτά έρευνες. Στους πρώτους, γιατί παραβίασαν το καθήκον τους να μην προσβάλουν τα δικαιώματα των πολιτών και στους άλλους, γιατί αθέτησαν την υποχρέωση τους να αποτρέπουν και να διώκουν ένα έγκλημα όποτε διαπράττεται – είτε από ιδιώτες είτε από αστυνομικούς.»
Όπως ήταν αναμενόμενο από τις 11.4.2006 το γεγονός αυτό πυροδότησε νέο κύκλο δημοσιευμάτων. Οι αναφορές πλέον σε αστυνομικούς ήταν πολύ πιο συγκεκριμένες. Η εφημερίδα «Πολίτης» της ημερομηνίας εκείνης υπό τον πρωτοσέλιδο κύριο τίτλο: «Οι 13 αστυνομικοί της νύχτας της ντροπής», παραθέτει τα ονόματα δεκατριών μελών της αστυνομίας και τη μονάδα στην οποία υπηρετούσε ο καθένας. Τα επαναλαμβάνει και σε εσωτερική σελίδα, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στην έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως καθώς επίσης στα συμπεράσματα της. Τα ονόματα των δεκατριών αστυνομικών λήφθηκαν από την έκθεση όπου παρατίθενται, μερικών στην παράγραφο 4 και κάποιων άλλων στην παράγραφο 7.4, μαζί με διάφορα άλλα στοιχεία σε σχέση με την υπηρεσία τους. Στα ονόματα αυτά περιλαμβάνονται και των κατηγορουμένων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9. Επίσης, στην έκθεση διαπιστώνεται η παρουσία και των δεκατριών στη σκηνή και καταγράφεται η εκδοχή τους σε σχέση με το επεισόδιο, η οποία στη συνέχεια απορρίπτεται ως αναληθής. Με την έκθεση δεν καταλογίζεται ευθύνη σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Στην παράγραφο 32 επισημαίνεται ότι κάτι τέτοιο ήταν εκτός της αρμοδιότητας της Επιτρόπου Διοικήσεως.
Όμως, δεν ήταν ίδια η αντιμετώπιση των εν λόγω δεκατριών αστυνομικών οι οποίοι κατονομάζονται στην έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είναι χαρακτηριστικό το εξής από την εφημερίδα «Πολίτης» της 11.4.2006 στη σελίδα 20 υπό τον υπότιτλο: «Ποιοι φταίνε». «Προφανώς μιλάει (η έκθεση) για μια ολόκληρη ομάδα η οποία βασάνισε, ανέχθηκε, ψευδομαρτύρησε, συγκάλυψε και παραπλάνησε για τα ακριβή γεγονότα». Το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρεται ευθέως για ευθύνη των δεκατριών. Στις 12.4.2006 με αφορμή την κατά λάθος συμπερίληψη στην έκθεση και του ονόματος ενός λοχία της Μ.Μ.Α.Δ., επαναλαμβάνονται σε σχετικό δημοσίευμα της προαναφερθείσας εφημερίδας τα ονόματα των οχτώ προαναφερθέντων κατηγορουμένων. Αυτή τη φορά ετέθη και η επιφύλαξη ότι δεν είναι ένοχοι και οι δεκατρείς διότι, όπως αναφέρει, κάποιοι επιχειρούσαν να αποτρέψουν την κακοποίηση. Σε άλλα δημοσιεύματα που ακολούθησαν σε διάφορες ημερομηνίες κατά το μήνα Απρίλιο στην ίδια εφημερίδα, συνέχισε η αναφορά είτε στους πέντε που είχαν κινήσει αγωγή στους παραπονούμενους, είτε στους δεκατρείς. Σημειωτέο ότι σ’αυτούς περιλαμβάνονταν και οι πέντε ενώ στα δημοσιεύματα σχολιάζοντο οι καταθέσεις τους οι οποίες χαρακτηρίζοντο ως ψευδείς (13.4.2006) ενώ ο ίδιος χαρακτηρισμός αποδίδετο και σε κατάθεση για το επεισόδιο τρίτου προσώπου (25.4.2006 και 26.4.2006). Επίσης, την ίδια περίοδο σχολιάζετο και η πιθανή επιλογή των κατηγοριών τις οποίες οι κατηγορούμενοι θα αντιμετώπιζαν, με δεδομένο ότι η ποινική ανάκριση πλησίαζε στο τέλος της. Το δημοσίευμα της 28.4.2006 συζητούσε το θέμα αυτό υπό τον τίτλο: «Κατέθεσε η ‘κερκίδα’ του βασανισμού».
Η αναφορά στους δεκατρείς συνέχισε και κατά το μήνα Μάιο τόσο στην προαναφερθείσα εφημερίδα όσο και σε άλλες ημερήσιες εφημερίδες συζητώντας πλέον ενδεχόμενο παραπομπής τους στο Κακουργιοδικείο, σε σχέση με το αδίκημα του βασανισμού. Σε δημοσίευμα της 20.5.2006 αναφέρετο με πυχιαίους τίτλους ότι: «Ο Εισαγγελέας θα καταθέσει το βίντεο» και ότι θα ήταν «μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των βασανιστών αστυνομικών». Παρεμπιπτόντως, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 3.5.2006 αναφέρετο πως το πιο σημαντικό τεκμήριο της υπόθεσης θα ήταν το βίντεο του ξυλοδαρμού. Δικαίως αναφέρθηκε αυτό αφού σε 110 δημοσιεύματα διαφόρων εφημερίδων που ασχολήθηκαν με το θέμα παρατίθεντο σκηνές κακοποίησης προερχόμενες προφανώς από το βίντεο της εφημερίδας «Πολίτης», τεκμήριο 74. Από αυτά τα πενήντα ήσαν στην προαναφερθείσα εφημερίδα, προφανώς επειδή μέσω αυτής είδε πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας το βίντεο και αυτή φαίνεται ότι πρωτοστατούσε στη διατήρηση του επεισοδίου στη δημοσιότητα. Η σοβαρότητα του θέματος ήταν τέτοια που σαφώς κέντριζε συνεχώς το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.
Στην πορεία άρχισε να συζητείται ποιος θα ήταν πιθανόν ο αριθμός των αστυνομικών οι οποίοι θα κατηγορούντο ενώπιον δικαστηρίου για το ξυλοδαρμό των παραπονουμένων. Στις 31.5.2005 υπάρχουν στην εφημερίδα «Πολίτης» πρωτοσέλιδα το εξής: «Στο εδώλιο σε 4 ομάδες οι αστυνομικοί που έδειραν τους δύο φοιτητές», και: «Στο Κακουργιοδικείο 6 εκ των αστυνομικών». Στο άρθρο που ακολουθεί αναφέρεται ότι στην πρώτη ομάδα είναι αυτοί που έλαβαν ενεργό μέρος στο ξυλοδαρμό μεταξύ των οποίων και η γυναίκα η οποία φέρεται να κλότσησε το Μ.Παπαγεωργίου ενώ αυτός ήταν δεμένος με χειροπέδες στο έδαφος. Αυτοί, σύμφωνα με τον αρθογράφο, θα αντιμετώπιζαν κατηγορία για βασανισμό. Τη συζήτηση αυτή συνέχισαν τα δημοσιεύματα στην ίδια εφημερίδα και σε κάποιες ημερομηνίας κατά τον Ιούνιο.
Την 1.6.2006 επαναλαμβάνονταν κατ’ουσία αυτά που αναφέροντο και στο προηγούμενο δημοσίευμα με ιδιαίτερη μνεία στη γυναίκα αστυνομικό. Ενώ σε δημοσίευμα της επόμενης ημέρας υπό τον τίτλο: «Και τώρα άρχισε η ώρα της Δικαιοσύνης για τους βασανιστές», αναφέρεται ότι έξι εκ των αστυνομικών που φαίνονται στο βίντεο να χτυπούν τους δύο νεαρούς ενώ είναι πεσμένοι στο έδαφος και δεμένοι με χειροπέδες θα κατηγορηθούν με βάση τον περί Βασανιστηρίων Νόμο και θα οδηγηθούν στο Κακουργιοδικείο. Όπως εξηγεί, πρόκειται για τους πέντε που κίνησαν αγωγή εναντίον των θυμάτων και έναν ο οποίος υπηρετούσε στη μονάδα προστασίας υψηλών προσώπων. Ενώ υπό τον υπότιτλο: «Η κερκίδα», αναφέρει ότι οι υπόλοιποι πέντε αστυνομικοί που βρίσκονταν στο επεισόδιο και παρακολουθούσαν τους συναδέλφους τους να κακοποιούν τους δύο νεαρούς, θα κατηγορούντο για διάφορα άλλα αδικήματα. Τέλος, δημοσίευμα της 3.6.2006 στην ίδια εφημερίδα αναφέρει υπό τον υπότιτλο: «Στο Κακουργιοδικείο» ότι οι αστυνομικοί που θα οδηγηθούν στο δικαστήριο, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν κατάματα τα θύματα τους και τον ίδιο το Γενικό Εισαγγελέα ως μάρτυρα κατηγορίας.
Με το τεκμήριο 114 έχουν τεθεί ενώπιον μας 361 δημοσιεύματα από διάφορες εφημερίδες τα οποία καλύπτουν τις περιόδους Δεκέμβριο 2005 μετά το επεισόδιο, Μάρτιο μέχρι Ιούλιο 2006, πλείστους μήνες του 2007 και το πρώτο ήμισι του 2008. Ασχολούνται όλα, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με το υπό αναφορά επεισόδιο. Παραθέσαμε αρκετές αναφορές από την εφημερίδα «Πολίτης» της περιόδου Μαρτίου-Ιουνίου 2006. Ο λόγος είναι αυτός που αναφέραμε προηγουμένως αλλά και επειδή σ’αυτά γινόταν κυρίως αναφορές από την υπεράσπιση. Όμως, παρόμοια δημοσιεύματα στα οποία κατονομάζονται οι κατηγορούμενοι και επίσης χαρακτηρίζονται ως «βασανιστές» και «σαδιστές» υπήρχαν την περίοδο εκείνη και σε άλλες εφημερίδες. Παραπέμπουμε συγκεκριμένα στο δημοσίευμα της εφημερίδας «Μάχη» της 3.6.2006 υπό τον τίτλο: «Σε διαθεσιμότητα οι έντεκα που συμμετείχαν στον ξυλοδαρμό», και: «Έπεσε η πρώτη τιμωρία για τους αστυνομικούς». Ενώ δημοσίευμα της 5.7.2006 στην ίδια εφημερίδα ακολουθούσε κάτω από τον τίτλο: «Στο δικαστήριο σήμερα οι βασανιστές αστυνομικοί». Σε άλλα δημοσιεύματα στις 6.7.2006, 14.7.2006, 18.7.2006 και 19.7.2006 αναφέρονται τα ονόματα των έντεκα τότε ακόμα κατηγορούμενων και η μονάδα στην οποία υπηρετούσε ο καθένας. Ήταν το στάδιο που κατεχωρήθη το κατηγορητήριο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και εξετάζετο η παραπομπή των κατηγορουμένων στο Κακουργιοδικείο. Από την εφημερίδα «Αλήθεια» η οποία επίσης ασχολήθηκε εκτενώς με το θέμα, παραπέμπουμε ενδεικτικά σε δημοσιεύματα στις 1.4.2006, 6.4.2006, 7.4,2006, 11.4.2006, 16.4.2006 και 21.5.2006, στα οποία γίνεται αναφορά σε «σαδιστές» και «βασανιστές αστυνομικούς». Ενώ σε δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας στις 3.6.2006 αναφέρονται τα ονόματα και ο τόπος που υπηρετούσαν οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 9, καθώς επίσης ότι αυτοί θα αντιμετώπιζαν κατηγορία για βασανιστήρια.
Πολλά δημοσιεύματα τα οποία δεν κατονόμαζαν ή δεν χαρακτήριζαν όπως πιο πάνω τους κατηγορούμενους, όμως συντηρούσαν τη μνήμη για το ποιοι ενέχοντο στο επεισόδιο και ποιες πράξεις ή παραλήψεις τους καταλογίζονταν από προηγούμενα δημοσιεύματα. Η αναφορά στα ονόματα των κατηγορουμένων αφού καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο, και αργότερα αφού άρχισε η δίκη η παράθεση της μαρτυρίας κάποιων μαρτύρων και ειδικά των παραπονουμένων, διαδραμάτιζαν ακόμα πιο έντονα το ρόλο αυτό αν και από μόνα τους δεν περιείχαν οτιδήποτε το επιλήψιμο. Όμως, υπήρχαν και σχολιασμοί όπως: «Αναζητούν δικαιολογίες», και συνεχίζει: «Στο κενό έπεσαν οι προσπάθειες της υπεράσπισης να κλονίσουν την αξιοπιστία του Μ.Παπαγεωργίου κατά την αντεξέταση του που άρχισε χθες στο Κακουργιοδικείο». Αυτό είναι από την εφημερίδα «Πολίτης» της 29.5.2008 ενώ παρόμοιο σχόλιο σε σχέση με την αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας του Μάρκου υπήρχε και στην εφημερίδα «Μάχη» της ίδιας ημερομηνίας.
Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο που αναφέρεται πιο πάνω θα πρέπει να ιδωθούν και οι δηλώσεις καταδίκης του επεισοδίου που έγιναν κατά καιρούς από πολιτειακούς, κρατικούς και πολιτικούς αξιωματούχους οι οποίες μεταδόθηκαν από τα διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης, περιλαμβανομένου σε αρκετές περιπτώσεις και του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (Ρ.Ι.Κ.). Αυτές πολλές φορές συνοδεύονταν και από διαφόρους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς οι οποίοι στρέφονταν κατά των υπόπτων μελών της αστυνομίας σε σχέση με το επεισόδιο χωρίς όμως ποτέ να κατονομάζουν οποιοδήποτε. Τέλος, να αναφέρουμε και το γεγονός ότι ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας εξέφρασε κατ’ιδίαν προς τους γονείς των παραπονουμένων αλλά και δημόσια την απολογία του αστυνομικού σώματος για την κακοποίηση των παιδιών τους. Αποτέλεσε και αυτό είδηση την οποία μετέδωσαν όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ασχολούντο με το θέμα, εκλαμβανομένη η απολογία ως επιβεβαίωση της ενοχής των υπόπτων αστυνομικών.
Ο λόγος βέβαια που εξετάζουμε το θέμα αυτό της δυσμενούς δημοσιότητας, όπως έχει χαρακτηριστεί, είναι διότι ηγέρθη από την υπεράσπιση όλων των κατηγορουμένων στις τελικές τους αγορεύσεις. Το ανέπτυξαν ειδικά οι κκ.Μάριος Γεωργίου και Δώρος Θεοδώρου. Εισηγήθηκαν ότι υπήρξε τέτοιος προπηλακισμός των κατηγορουμένων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ώστε ο κίνδυνος επηρεασμού των παραγόντων της δίκης να είναι ορατός και κατά συνέπεια η δίκη να μην είναι δικαία. Συγχρόνως, η συνεχής, και με συγκεκριμένο τρόπο, ενασχόληση των μέσων μαζικής ενημέρωσης με την υπόθεση όπως φαίνεται στα δημοσιεύματα, συνιστά καταφρόνηση του δικαστηρίου ως εκ του έμμεσου σφετερισμού της εξουσίας του. Παρέπεμψαν εκτεταμένα σε νομολογία όσο και στα δημοσιεύματα, τεκμήριο 114. Η πιο πάνω εισήγηση δε βρήκε σύμφωνο τον κ.Μάτσα ο οποίος αγόρευσε στη βάση της ίδιας ουσιαστικά νομολογίας και των δημοσιευμάτων τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μας και με τη δική του σύμφωνη γνώμη.
Το θέμα της δυσμενούς δημοσιότητας εξετάστηκε σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα σημαντική και πιο κοντά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρούμε ότι είναι η απόφαση στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ.1. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε ότι θέμα επηρεασμού της δίκης ένεκα της δημοσιότητας που δόθηκε σε μια υπόθεση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εξετάζεται υπό το φως αντικειμενικού κριτηρίου. Με άλλα λόγια το κριτήριο αν η δίκη είναι ανεπηρέαστη είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Όπως το έθεσε ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Χρ.Αρτεμίδης «η σκέψη του δικαστή πρέπει να μετακινηθεί από την ιδιότητα του για να μεταφερθεί στην αυτονόητη σε κάθε αναπτυγμένο άνθρωπο αίσθηση του δικαίου και για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Στην περίπτωση εκείνη κρίθηκε ότι το Κακουργιοδικείο είχε χρησιμοποιήσει εσφαλμένο κριτήριο για να αποφανθεί αν η δίκη ήταν ανεπηρέαστη, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι αφού η δίκη διεξαγόταν ενώπιον δικαστών, και όχι ενόρκων, δεν υπήρχε κίνδυνος επηρεασμού τους. Χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή, υποκειμενικό κριτήριο. Όσον αφορά τα περιστατικά της υπόθεσης, ήταν κοινώς παραδεχτό ότι υπήρξε πρωτοφανής σε έκταση ενασχόληση των μέσων μαζικής ενημέρωσης με αυτή στα πλαίσια της οποίας οι πράξεις που αποδίδονταν στον κατηγορούμενο να χαρακτηρίζονται ως «παιδεραστία» και ο ίδιος «παιδεραστής». Η δυσμενής δημοσιότητα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αθωώθηκε κατ’έφεση ο κατηγορούμενος.
Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ.505, επιβεβαιώθηκε ότι το κριτήριο με βάση το οποίο κρίνεται κατά πόσο η δίκη είναι ή όχι ανεπηρέαστη είναι όντως αντικειμενικό. Εξηγήθηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις «το δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο το κλίμα που δημιουργήθηκε από τη δημοσιότητα ήταν τόσο δυσμενές ώστε, αντικειμενικά ιδωμένο, να οδηγεί στην αναμονή καταδίκης του κατηγορουμένου ως τη μόνη δυνατή απόφαση».
Παλαιότερα, και συγκεκριμένα στην υπόθεση Παναγή (άλλως Καυκαρής) ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ.203, επισημάνθηκε ότι δεν απαγορεύεται η δημοσιότητα ή η κριτική γύρω από την απονομή της δικαιοσύνης υπό την αίρεση βέβαια ότι αυτή είναι δίκαιη. Ό,τι αποκλείεται είναι ο προπηλακισμός και η δημιουργία προκατάληψης. Όπως ελέχθη στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd. (1983) 1 C.L.R.348 η δίκη μέσω του τύπου αντιστρατεύεται και υπονομεύει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Στην ίδια υπόθεση o Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, επεσήμανε και τα ακόλουθα στη σελίδα 359:
«… Trial through the press was condemned as a totally unacceptable procedure by the highest English Court, the House of Lords – A-G v. Times Newspapers Ltd. (1973) 3 All E.R.54 (HL). If one was allowed to exercise a right given by law while pre-empting the outcome one way or another …, the constitutional role of the Judiciary, as the arbiter of the rights of the subject, would be destroyed. Worse still, self vindication would come to depend on the access of a party to the press. …»
Στην αγγλική υπόθεση Attorney General v. Times Newspapers Ltd., που αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα, καθορίστηκαν σημαντικές κατευθυντήριες αρχές για το υπό εξέταση θέμα τις οποίες θεωρούμε χρήσιμο να αναφέρουμε. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 72:
«Τhe due administration of justice requires first that all citizens should have unhindered access to the constitutionally established courts of criminal or civil jurisdiction for the determination of disputes as to their legal rights and liabilities; secondly, that they should be able to rely on obtaining in the courts the arbitrament of a tribunal which is free from bias against any party and whose decision will be based on those facts only that have been proved in evidence adduced before it in accordance with the procedure adopted in courts of law; and thirdly that, once the dispute has been submitted to a court of law, they should be able to rely on there being no usurpation by any other person of the function of that court to decide it according to law.»
Σε κάθε περίπτωση όπου εγείρεται θέμα δυσμενούς δημοσιότητας θα πρέπει να προσκομίζεται, βεβαίως, μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι δημοσιεύματα στον τύπο ή άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης δημιούργησαν τέτοια πίεση και κλίμα προπηλακισμού του κατηγορούμενου ώστε να αποκλείεται εξ αντικειμένου η διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η ύπαρξη επηρεασμού επεκτείνεται σε κάθε παράγοντα που τείνει να εξοστρακίσει τη δικαιοσύνη από το προκαθορισμένο συνταγματικό πλαίσιο. Το δικαίωμα για ανεπηρέαστη δίκη αποτελεί, βάσει του Άρθρου 30(2) του Συντάγματος, θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου. Η ουσία του δικαιώματος έγκειται στην αρχή ότι μόνοι κριτές της ποινικής ευθύνης και των αστικών δικαιωμάτων του διαδίκου είναι το Δικαστήριο. Αυτά προκύπτουν από την υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 C.L.R.149, το δε απόσπασμα που ακολουθεί από τη σελίδα 168 εξηγεί τη φύση του εν λόγω δικαιώματος:
«… Η ουσία του δικαιώματος που παρέχεται από το Άρθρο 30.2 και ό,τι κατοχυρώνεται, είναι η αρχή ότι μόνοι κριτές της ποινικής ευθύνης και των αστικών δικαιωμάτων του διάδικου είναι τα Δικαστήρια της Πολιτείας. Ενώ η δίκαιη (fair) δημοσιότητα και κριτική γύρω από την απονομή της δικαιοσύνης είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και επιθυμητή, ο προπηλακισμός και η δημιουργία προκατάληψης εναντίον υποδίκων αντιστρατεύονται όχι μόνο τα δικαιώματα του υποδίκου αλλά και την υπόσταση της δικαιοσύνης ως του συνταγματικά εντεταλμένου κριτή των δικαιωμάτων του πολίτη. Το δικαίωμα για ανεπηρέαστη δίκη είναι συνυφασμένο με το δικαίωμα της ελευθερίας – στην ουσία, αναπόσπαστο στοιχείο της ελευθερίας.»
Επομένως, δυσμενή δημοσιεύματα μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να ανατρέψουν τις προϋποθέσεις για τη δίκαιη διεξαγωγή μιας δίκης. Ας μη ξεχνούμε ότι η έννοια της ανεπηρέαστης δίκης αποβλέπει πρωτίστως στην αποτροπή δημιουργίας προκατάληψης και στην ουσιαστική κατοχύρωση του δικαιώματος του κάθε ανθρώπου να κρίνεται, ως προς την ποινική του ευθύνη, από τα δικαστήρια που ορίζουν το Σύνταγμα και οι Νόμοι της Πολιτείας.
Σημαντικά πιστεύουμε είναι και τα όσα λέχθηκαν στην Αίτηση του Ευθύβουλου Λιασίδη (1999) 1 Α.Α.Δ.185. Στην υπόθεση αυτή υποδείχθηκε ότι η περιφρούρηση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη επιβάλλει τον αποκλεισμό κάθε μορφής προπηλακισμού και άσκησης πιέσεων στον κατηγορούμενο που εξουδετερώνουν την ελευθερία του να προβάλει απερίσπαστα την υπεράσπιση του ενώπιον του δικαστηρίου. Ο αποκλεισμός του προπηλακισμού του κατηγορούμενου είναι, όπως επισημάνθηκε, αλληλένδετος με την ελευθερία του, γενικά, να υπερασπίζεται την αθωότητα του στο Δικαστήριο. Ο προπηλακισμός, κατ’επίκληση του δικαιώματος πληροφόρησης, τείνει να καταστήσει κριτές της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου για την κατηγορία που του προσάπτεται άλλους από τη δικαιοσύνη. Όπως δε υποδείχθηκε στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ.485, αποκλειστικός κριτής της ποινικής ευθύνης προσώπου για τη διάπραξη εγκλήματος και των αστικών του δικαιωμάτων είναι η δικαστική εξουσία. Ολοκληρώνοντας τη νομική πτυχή να πούμε και κάτι τελευταίο. Το άρθρο 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθιστά αδίκημα, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση οποιουδήποτε κειμένου ικανού να επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση μιας υπόθεσης. Σημειώνουμε ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη μας να έγινε χρήση του στην προκειμένη περίπτωση.
Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω νομολογία θα εξετάσουμε ποια μπορεί να είναι η επίδραση στην προκειμένη περίπτωση στη δίκη των κατηγορουμένων από τη δημοσιότητα η οποία έχει δοθεί σε σχέση με το επεισόδιο κακοποίησης των παραπονουμένων. Μέσα από την πιο πάνω γενικώς αποδεκτή και αδιάσειστη μαρτυρία την οποία αποκαλύπτει κατά τρόπο ιδιαίτερα παραστατικό ο όγκος των δημοσιευμάτων που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 114, έχουμε γίνει μάρτυρες και αναμφίβολα και το αναγνωστικό κοινό της χώρας αυτής, αλλά και στο εξωτερικό, ενός ευρείας κλίμακος και διάρκειας προπηλακισμού των κατηγορουμένων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα δημοσιεύματα των πρώτων ημερών μετά την 20.12.2005 δεν ενοχλούν. Οι καταγγελίες των παραπονουμένων για κακοποίηση τους από μέλη της Μ.Μ.Α.Δ. διερευνώντο από τον ποινικό ανακριτή και έτσι δεν εδόθη τότε άλλη συνέχεια δημοσιογραφικά.
Το έναυσμα για την εμφάνιση του προαναφερθέντος φαινομένου έδωσε η δημοσιοποίηση μέσω του διαδικτύου της μικρού μήκους ταινίας, δέκα λεπτών περίπου, τεκμήριο 74, την οποία είχε στην κατοχή της η εφημερίδα «Πολίτης». Προέβαλλλε σε συμπυκνωμένη μορφή σκηνές βίας με θύματα τους δύο παραπονούμενους και θύτες αστυνομικούς της Μ.Μ.Α.Δ. και της Ομάδας Ζ που ήσαν μοτοσικλετιστές. Τα έντυπα μέσα δημοσίευσαν αμέσως φωτογραφίες των σκηνών αυτών «του βασανισμού», όπως τιτλοφορούσαν τα άρθρα τους, και περιγράφοντας στα κείμενα που ακολουθούσαν τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς με τους χαρακτηρισμούς «βασανιστές» και «σαδιστές». Συγχρόνως, το αναγνωστικό κοινό μπορούσε να έχει πρόσβαση στην ιστοσελίδα της προαναφερθείσας εφημερίδας προκειμένου να παρακολουθήσει την εν λόγω ταινία. Την 31.3.2006 άσκησαν τη δυνατότητα αυτή περί τις 128.000 χρήστες του διαδικτύου. Πραγματικά ένας πολύ μεγάλος αριθμός για μια μέρα για τα δεδομένα της Κύπρου, γεγονός το οποίο επισημαίνει και η ίδια η εφημερίδα. Αναμένετο δε να αυξηθεί κατά τις επόμενες μέρες. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι κάτι τέτοιο έχει συμβεί αν και δε δόθηκαν στη δημοσιότητα σχετικά περαιτέρω στατιστικά στοιχεία. Συγχρόνως την έβλεπε και το τηλεοπτικό κοινό στα δελτία ειδήσεων των ημερών εκείνων.
Μέσα στις επόμενες λίγες μέρες ήταν γνωστό πλέον στο αναγνωστικό κοινό ότι στο επεισόδιο και στον ξυλοδαρμό των παραπονουμένων εμπλέκοντο πέντε μέλη της Μ.Μ.Α.Δ. στα οποία συμπεριλαμβάνετο και μια γυναίκα αστυνομικός. Στις 10.4.2006 δημοσιοποιήθηκε η έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως. Σ’αυτήν αναφέρονταν τα ονόματα δεκατριών μελών της αστυνομίας και ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτοί εμπλέκοντο στο εν λόγω επεισόδιο. Σ’αυτά περιλαμβάνονταν και τα ονόματα των κατηγορουμένων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9. Στην έκθεση αναφέρετο ρητώς, στην παράγραφο 32, ότι δεν καταλογίζετο ευθύνη σε οποιοδήποτε. Όμως, σαφώς, για τον κοινό αναγνώστη οι αναφορές από την έκθεση που έχουμε παραθέσει προηγουμένως, δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ότι οι κατονομαζόμενοι αστυνομικοί ευθύνοντο για την κακοποίηση των παραπονουμένων. Ένα απόσπασμα από την παράγραφο 29 της έκθεσης είναι ενδεικτικό και πιστεύουμε ότι υποστηρίζει την άποψη αυτή. Έλεγε τα εξής:
«Το σύνολο των στοιχείων που έχω εξετάσει αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως οι δύο παραπονουμένοι έτυχαν απάνθρωπης, εξευτελιστικής και ταπεινωτικής μεταχείρισης, τέτοιου βαθμού και έντασης, που μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με βασανιστήριο. Έχει καταδειχθεί ότι μέλη της Αστυνομίας, ενώ είχαν περιορίσει και σχεδόν ακινητοποιήσει τους παραπονουμένους με την χρήση χειροπέδων, τους χτυπούσαν επανειλημμένα, σκόπιμα και με βιαιότητα σε διάφορα μέρη του σώματος τους, με αποτέλεσμα να τους προκαλέσουν πόνο, να τους προξενήσουν σοβαρές σωματικές κακώσεις και να θέσουν υπό διακινδύνευση την ψυχική τους ακεραιότητα, καθώς και την ίδια τους τη ζωή.»
Προηγουμένως σε άλλο σημείο της έκθεσης απορρίπτονταν οι εκδοχές των κατηγορουμένων αναφορικά με τα συμβάντα κατά το επεισόδιο ως αναληθείς.
Δεν μας αφορά η διερεύνηση του επεισοδίου από την Επίτροπο Διοικήσεως η οποία αναμφίβολα έγινε στα πλαίσια της οικείας νομοθεσίας. Όμως, με όλο το δέοντα σεβασμό τόσο προς το θεσμό του Επιτρόπου Διοικήσεως όσο και προς την κάτοχο του αξιώματος, υπό τις δεδομένες περιστάσεις θεωρούμε τη δημοσιοποίηση της έκθεσης η οποία προέκυψε από αυτή ατυχή. Προκάλεσε νέο κύμα δημοσιευμάτων με στοχευμένους πλέον τους χαρακτηρισμούς «βασανιστές» και «σαδιστές» στους δεκατρείς που κατονομάζονταν στην έκθεση και ειδικότερα στους κατηγορούμενους ως εκ της αμεσότητας της εμπλοκής τους στο επεισόδιο, όπως επισημαίνεται σ’αυτή. Ο προπηλακισμός τους με τους πιο πάνω χαρακτηρισμούς οι οποίοι εμφανίζονταν στους τίτλους αλλά και στο περιεχόμενο των δημοσιευμάτων συνέχισε από αριθμό καθημερινών εφημερίδων μέχρι και το τέλος Ιουνίου που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο αλλά και μέσα στον Ιούλιο όταν εξετάζετο η παραπομπή της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο. Στην ενίσχυση του φαινομένου αυτού συνέδραμαν και οι γενικόλογες δηλώσεις καταδίκης του επεισοδίου από τους διάφορους κρατικούς αξιωματούχους και πολιτικούς παράγοντες. Η καταχώρηση του κατηγορητηρίου εκλήφθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως επιβεβαίωση της ενοχής των αστυνομικών οι οποίοι κατηγορούντο με αυτό. Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος συγκεκριμένης εφημερίδας, τον παραθέσαμε και προηγουμένως: «Στο δικαστήριο σήμερα οι βασανιστές αστυνομικοί». Παράλληλα, τα δημοσιεύματα σχολίαζαν αρνητικά και απέρριπταν ως αναληθείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων ή τρίτων προσώπων που μπορεί να εκλαμβάνονταν ως ευνοϊκοί για τους πρώτους.
Ασφαλέστατα το αναγνωστικό κοινό επηρεάστηκε στο να διαμορφώσει ανάλογη γνώμη. Είναι αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη» η οποία διαμορφώθηκε ως ανωτέρω, επηρεασμένη προς την κατεύθυνση αυτή από τα σχετικά δημοσιεύματα και το περιεχόμενο τους στα διάφορα έντυπα, τηλεοπτικά και ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η επαναλαμβανό-μενη δημοσιοποίηση με διάφορους τρόπους των σκηνών βίας αλλά ειδικότερα της ταινίας μικρού μήκους, διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο. Παράδειγμα του επηρεασμού αυτού αποτελεί, πιστεύουμε και ο έντονος τρόπος που εκφράστηκε ενώπιον μας κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ακόμα και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, παρά το συνήθως προσεγμένο και μετρημένο λόγο του. Σε κάποια στιγμή ερωτηθείς για το λόγο που δεν προσερχόταν ο άγνωστος παραγωγός της ταινίας να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη, απάντησε ότι φοβόταν μήπως υποστεί τα ίδια όπως οι παραπονούμενοι «στα χέρια αυτών των διεστραμμένων δειλών, όποιοι και αν είναι».
Τα λόγια αυτά αντανακλούν το αίσθημα αποτροπιασμού που ασφαλώς διακατείχε τον κ.Κληρίδη ενόψει των όσων είδε στην ταινία. Οπωσδήποτε με τον ίδιο τρόπο θα εκφράζετο και κάθε άλλος άνθρωπος ο οποίος διακατέχεται από στοιχειώδη αισθήματα δικαιοσύνης. Βλέπει να κακοποιούνται βάναυσα δύο συνάνθρωποι του. Αυτό του δείχνει η ταινία μικρού μήκους, τεκμήριο 74, που έχει παρακολουθήσει, ενώ οι εφημερίδες κατονομάζουν τους βασανιστές τους. Είναι λογικό ότι θα νιώσει πως θίγεται το εν λόγω αίσθημα του. Το επόμενο που είναι επίσης λογικό να σκεφτεί, είναι ότι τα πρόσωπα που χαρακτηρίζονται ως οι υπαίτιοι για την κακοποίηση και αναφέρονται τα ονόματα τους, σίγουρα είναι οι θύτες, οι «βασανιστές» και οι «σαδιστές», όπως τους αποκαλεί επανειλημμένα σημαντική μερίδα του τύπου.
Η γνώμη αυτή έχει πλέον διαμορφωθεί οριστικά και αμετάκλητα από το ευρύ κοινό το οποίο είναι λογικό να θεωρεί τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους ως ενόχους για τη διάπραξη, ειδικά του αδικήματος του βασανισμού κατά των δύο παραπονουμένων. Όμως, έχει καταλήξει στην ετυμηγορία του αυτή ερήμην των εντεταλμένων οργάνων της πολιτείας, τα οποία είναι περιβεβλημένα από το Σύνταγμα και τους Νόμους με την εξουσία και το καθήκον, να απονέμουν δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια. Είναι ο θεματοφύλακας των βασικών ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο τεκμήριο της αθωότητας και της δίκαιης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση τα συγκεκριμένα αυτά δικαιώματα αναμφίβολα υποχώρησαν σε βαθμό που δεν μπορεί να ήσαν πλέον στην σκέψη της κοινής γνώμης. Είναι γι’αυτό το ενδεχόμενο που είχε εκφράσει την ανησυχία του ο Αρχηγός Αστυνομίας εναντιωμένος στη μεγάλη διάσταση που λάμβανε η δημοσιοποίηση της ταινίας μικρού μήκους από τα μέσα και τα σχετικά με το επεισόδιο δημοσιεύματα.
Η επίδραση των εν λόγω δημοσιευμάτων αν και δεν είναι τέτοια ώστε να προκαλεί ρήγμα στο θεμέλιο της δικαιοσύνης, όμως τείνει να κλονίσει σοβαρά την πίστη της κοινωνίας όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της. Προδιέγραψαν από την αρχή την πορεία και το αποτέλεσμα της δίκης όσον αφορά τον κοινό αναγνώστη. Αντίθετη απόφαση θα είναι απαράδεχτη και θα έρχεται σε αντίθεση με το διαμορφωθέν περί δικαίου αίσθημα του κοινού όσον αφορά την υπόθεση αυτή. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης του αποτελεί καθ’αυτό πλήγμα στο κύρος της δικαιοσύνης αφού δεν έχει καταδικάσει το «εξόφθαλμο». Με όλα αυτά δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος που είχε σαν αποτέλεσμα την παραγνώριση των θεσμών του δικαίου οι οποίοι είναι κοινοί για όλους και την περιφρόνηση του δικαστηρίου που είναι εντεταλμένο να προβαίνει στην περιφρούρηση και στην εφαρμογή τους.
Αν συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι υπέχουν ή όχι ποινική ευθύνη για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται αρμόδιο να αποφασίσει είναι μόνο το δικαστήριο. Η απόδοση σ’αυτούς ποινικής ευθύνης με τον τρόπο που έχει στην προκειμένη περίπτωση συμβεί, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με την εμπέδωση ανάλογου αισθήματος έναντι των κατηγορουμένων από το κοινό είναι απαράδεχτη σε μια ευνομούμενη κοινωνία. Αποτελεί δε αυτό σοβαρή παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης προκαταλαμβάνει το αποτέλεσμα της δίκης. Αναμφίβολα μια κατάσταση πραγμάτων όπως αυτή που έχουμε περιγράψει προηγουμένως λειτουργεί ανασταλτικά στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και ειδικότερα στη διεξαγωγή δίκαιης δίκης όσον αφορά τους κατηγορούμενους. Ενώ συγχρόνως αποτελεί σφετερισμό της δικαστικής εξουσίας και περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Με δεδομένη πλέον την κατάληξη μας και επί των προηγούμενων πτυχών, η παρούσα αποτελεί πρόσθετο λόγο για την απόρριψη της υπόθεσης αυτής.
Αυτό που συνέβηκε κατά το επεισόδιο της 20.12.2005 με θύματα τους δύο παραπονούμενους και θύτες μέλη της αστυνομίας είναι πραγματικά λυπηρό και στην προέκταση του πολύ ανησυχητικό. Το κράτος θα πρέπει να ανησυχεί από τέτοια φαινόμενα που έχουν την τάση να κλονίζουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ακόμα και αν η πολιτεία ως οντότητα έχει οποιανδήποτε ευθύνη για ό,τι έχει συμβεί στους παραπονούμενους, όμως, εναπόκειται στη δικαστική εξουσία να διαπιστώσει την ποινική ευθύνη καθενός από τους κατηγορουμένους ξεχωριστά για τα συγκεκριμένα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Αυτό απαρέκλιτα γίνεται στη βάση θεσμοθετημένων διαδικασιών και αρχών δικαίου ο σκοπός των οποίων είναι ακριβώς η προστασία των βασικών ελευθεριών και ουσιωδών δικαιωμάτων του κάθε πολίτη που περιλαμβάνουν και το τεκμήριο της αθωότητας. Με αυτά προφανώς κατά νου ο Λόρδος Hope παρατήρησε στην υπόθεση Montgomery v. HM Advocate (2003) 1 A.C.641 P.C. στη σελίδα 673 τα εξής:
«The right of an accused to a fair trial by an independent and impartial tribunal is unqualified. It is not to be subordinated to the public interest in the detection and suppression of crime. In this respect it might be said that the Convention right is superior to the common law right. … The only question to be addressed in terms of Article 6(1) of the Convention is the right of the accused to a fair trial. An assessment of the weight to be given to the public interest does not enter the exercise.»
Με το ίδιο αίσθημα δικαίου σε παρόμοια φύσεως υπόθεση εκφράστηκε πολύ πιο πριν και ο Δικαστής Frankfurter στην υπόθεση Stroble v. California (1952) 343 U.S.181, όπου είχε πει:
«Such passion as the newspapers stirred in this case can be explained (apart from mere commercial exploitation of revolting crime) only as want of confidence in the orderly course of justice. To allow such use of the press by the prosecution as the California court here left undisciplined, implies either that the ascertainment of guilt cannot be left to the established processes of law or impatience with those calmer aspects of the judicial process which may not satisfy the natural, primitive, popular revulsion against horrible crime but do vindicate the sober second thoughts of a community. If guilt here is clear, the dignity of the law would be best enhanced by establishing that guilt wholly through the processes of law unaided by the infusion of extraneous passion. The moral health of the community is strengthened by according even the most miserable and pathetic criminal those rights which the Constitution has designed for all.»
Ήταν διιστάμενη η απόφαση του εν λόγω δικαστή, όμως, το πιο πάνω απόσπασμα όπως και το προηγούμενο από την υπόθεση ενώπιον του Ανακτοβουλίου πιστεύουμε βρίσκουν έκφραση στην κυπριακή νομολογία στην οποία είχαμε αναφερθεί προηγουμένως.
Για όλους λοιπόν τους λόγους που έχουμε συζητήσει και αναφέρει προηγουμένως καταλήγουμε στην απόφαση ότι η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται, οι δε κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
Γ.Ν.Γιασεμής, Π.Ε.Δ.
Λ.Δημητριάδου Ανδρέου, Α.Ε.Δ.
Έ.Εφραίμ, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής